Ένοπλες Συρράξεις
Ενημερώθηκε στις:

Ταϊβάν: Οι επαφές Πεκίνου και Μόσχας, οι τακτικές κινήσεις και τα νέου τύπου ρίσκα στη γεωπολιτική σκακιέρα-Μόσχα: Είναι μέρος της Κίνας

Κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει, ότι η Κίνα είναι πολύ κοντά στην επίθεση στην Ταϊβάν. Η τελευταία εισβολή 52 πολεμικών αεροσκαφών , η οποία περιελάμβανε 36 μαχητικά και 12 πυρηνικά βομβαρδιστικά συν αεροσκάφη επιτήρησης, ήταν πολύ περισσότερο από μια απλή επίδειξη.  

Η Ταϊβάν μέχρι στιγμής έχει επιδείξει αυτοσυγκράτηση, απογειώνοντας τα F-16 και άλλα αεροσκάφη της στον ουρανό για να αναχαιτίσει τις κινεζικές εισβολές στη ζώνη αεράμυνας (ADIZ), αλλά να μην πυροβολεί εναντίον του εισβολέα. Αλλά αν συμβεί ένα λάθος, θα καταλήξει σε ένα αιματηρό χάος.

Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ είχε εκδώσει μια ισχυρή δήλωση, καταδικάζοντας τις παραβιάσεις της Κίνας από την ADIZ της Ταϊβάν, προτού η Κίνα απαντήσει στέλνοντας 52 πολεμικά αεροσκάφη . Φαίνεται ότι η Κίνα, δεν παίρνει την Ουάσινγκτον στα σοβαρά και δεν ενδιαφέρεται καθόλου τι λέει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η Κίνα επιδιώκει να θέσει υπό τον έλεγχό της, το στρατηγικά και συμβολικά σημαντικό νησί και οι ΗΠΑ βλέπουν την Ταϊβάν, στο πλαίσιο ευρύτερων προκλήσεων από την Κίνα.

Η Κίνα ισχυρίζεται ότι η Ταϊβάν είναι δική της, και ο έλεγχος του νησιού, αποτελεί βασικό συστατικό της πολιτικής και στρατιωτικής σκέψης του Πεκίνου. Ο ηγέτης Σι Τζινπίνγκ, το προηγούμενο Σαββατοκύριακο τόνισε ξανά «η επανένωση του έθνους πρέπει να πραγματοποιηθεί και σίγουρα θα πραγματοποιηθεί», ένας στόχος που έγινε πιο ρεαλιστικός με μαζικές βελτιώσεις στις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας τις τελευταίες δύο δεκαετίες.

Από την άλλη πλευρά, εάν η Ταϊβάν έπεφτε στην Κίνα χωρίς αμερικανική παρέμβαση, η προεδρία του Μπάιντεν, που  είναι ήδη  ταραγμένη  (Αφγανιστάν), πιθανότατα θα κατέρρεε. Ο Μπάιντεν θα έπρεπε να παραιτηθεί και η αντιπρόεδρος Καμάλα Χάρις θα γίνει πρόεδρος, εκτός εάν αναγκαστεί επίσης να παραιτηθεί. Κανείς δεν έχει ιδέα για το τι θα συμβεί σε ένα τέτοιο σενάριο.

Μαζί με την απώλεια της Ταϊβάν και το υψηλό ανθρώπινο κόστος, οι ΗΠΑ θα χάσουν επίσης την  πρόσβαση σε ζωτικά ολοκληρωμένα κυκλώματα, που υποστηρίζουν τις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας και αυτοκινήτων και την αμυντική κατασκευή. Ολόκληρο το χάος θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο πλήγμα για την αμερικανική και παγκόσμια οικονομία, και να οδηγήσει σε ανατροπές παντού, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η μακροχρόνια πολιτική της Ουάσινγκτον, ήταν να παρέχει πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη στην Ταϊβάν, ενώ δεν υπόσχεται ρητά ότι θα την υπερασπιστεί από μια κινεζική επίθεση.

Η πρόσφατη έκθεση του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας προς το Κογκρέσο ανέφερε ότι το 2000, αξιολόγησε τις ένοπλες δυνάμεις της Κίνας ως «έναν μεγάλο αλλά κυρίως αρχαϊκό στρατό», αλλά σήμερα είναι ένας αντίπαλος, αφού έχει ήδη ξεπεράσει τον αμερικανικό στρατό σε ορισμένους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της ναυπηγικής μέχρι σήμερα όπου έχει τώρα το μεγαλύτερο ναυτικό του κόσμου.

Η καταμέτρηση των πλοίων, δεν είναι ο καλύτερος τρόπος σύγκρισης των δυνατοτήτων - το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ διαθέτει 11 αεροπλανοφόρα με τα δύο της Κίνας, για παράδειγμα - αλλά σε περίπτωση σύγκρουσης για την Ταϊβάν, η Κίνα θα είναι σε θέση να αναπτύξει σχεδόν το σύνολο των ναυτικών της δυνάμεων, και έχει επίσης χερσαίους αντιπλοιικούς πυραύλους.

Από την άλλη μεριά, η Ρωσία μπήκε  και αυτή στη μάχη, όσον αφορά την παρέμβαση στη ρητορική της Κίνας και των ΗΠΑ για το θέμα της Ταϊβάν. Ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, κατέστησε σαφή τη στάση της Μόσχας στο θέμα, δηλώνοντας σταθερά ότι η Ρωσία επιβεβαιώνει τη θέση της ότι το νησί ανήκει στην Κίνα. 

Όπως και η συντριπτική πλειοψηφία άλλων χωρών, η Ρωσία θεωρεί την Ταϊβάν ως μέρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Αυτή είναι η προϋπόθεση, από την οποία προερχόμαστε και θα συνεχίσουμε να ακολουθούμε στην πολιτική μας", δήλωσε ο Λαβρόφ στους δημοσιογράφους την Τρίτη, όπως αναφέρθηκε στο interfax .

Η δήλωση ήταν ως απάντηση σε ερώτηση του Τύπου, σχετικά, με το αν οι γεωπολιτικές εντάσεις που αναπτύσσονται γύρω από την Ταϊβάν, αποτελούν απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια που ανησυχεί η Ρωσία. Η δήλωσή του σχετικά με τη «συντριπτική πλειοψηφία» των κρατών που έχουν την ίδια άποψη της Ρωσίας είναι σίγουρα ακριβής, δεδομένου ότι η Ουάσιγκτον, ανήκει τεχνικά στην ίδια κατηγορία, ενώ μόλις 14 χώρες σήμερα έχουν διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊπέι.

Η στρατηγική κατάσταση στην Ασία και στην Ευρώπη, είναι παρόμοια από μια βασική πλευρά. Οι ΗΠΑ έχουν εκφράσει ισχυρή στήριξη τόσο για την Ταϊβάν, όσο και για την Ουκρανία, αλλά καμία χώρα δεν απολαμβάνει ξεκάθαρη αμερικανική εγγύηση ασφάλειας. Οι ΗΠΑ βασίζονται σε μια πολιτική «στρατηγικής αμφισημίας», σε ότι αφορά την Ταϊβάν. Η ιδέα είναι η Κίνα να καταλάβει, πως υπάρχει μια ισχυρή πιθανότητα πως οι ΗΠΑ θα πολεμήσουν για να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, χωρίς να έχει δοθεί κάποια συγκεκριμένη υπόσχεση. Με παρόμοιο τρόπο, οι ΗΠΑ ποτέ δεν είπαν ξεκάθαρα, τι θα κάνουν αν η Ρωσία εξαπολύσει ολοκληρωτική εισβολή στην Ουκρανία.

Αν και η Ταϊβάν, απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα από την Ουκρανία και οι ανταγωνιστές στις δυο χώρες είναι διαφορετικοί, ωστόσο οι δυο αντιπαραθέσεις δίνουν την αίσθηση πως συνδέονται.

Υπάρχουν φωνές στις ΗΠΑ, που ζητούν η Αμερική να δώσει τώρα ρητή εγγύηση ασφάλειας στην Ταϊβάν και το ΝΑΤΟ να επιταχύνει τη διαδικασία, που θα επέτρεπε στην Ουκρανία να ενταχθεί στη συμμαχία. Η ελπίδα είναι πως οι κινήσεις αυτές θα αποτρέψουν τη Μόσχα και το Πεκίνο και θα μειώσουν έτσι τον κίνδυνο, να ξεκινήσει από λάθος υπολογισμό ένας πόλεμος.

Το επιχείρημα ενάντια σε αυτές τις αλλαγές πολιτικής, είναι πως η Κίνα και η Ρωσία, μπορεί να τις ερμηνεύσουν ως απειλητική αλλαγή του status quo και να νοιώσουν πως αναγκάζονται να απαντήσουν. Οι σύμμαχοι των Αμερικάνων στην Ασία και στην Ευρώπη, μπορεί επίσης, να νοιώσουν πως οι ξεκάθαρες εγγυήσεις ασφάλειας για την Ταϊβάν και την Ουκρανία είναι υπερβολικά προκλητικές. Η κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν ο Biden και ο Ιάπωνας πρωθυπουργός Yoshihide Suga, μετά τη συνάντησή τους την περασμένη εβδομάδα, τόνιζε τη σημασία της ειρήνης στα Στενά της Ταϊβάν, αλλά παρέμεινε αόριστη ως προς το πώς μπορεί να αντιδράσουν Ουάσινγκτον και Τόκιο, στην περίπτωση που ξεσπάσει σύγκρουση.

Προφανώς, θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο η κυβέρνηση Biden να απαντήσει σε ταυτόχρονες κρίσεις στην Ταϊβάν και στην Ουκρανία. Ορισμένοι Δυτικοί στρατηγικοί αναλυτές ανησυχούν, πως η Μόσχα και το Πεκίνο ίσως συντονίζουν τις ενέργειες τους για να μεγιστοποιήσουν την πίεση στην κυβέρνηση Biden.

Παραπέμπουν σε μια αύξηση της συχνότητας των υψηλού επιπέδου συναντήσεων, μεταξύ των κυβερνήσεων της Ρωσίας και της Κίνας. Το Πεκίνο και η Μόσχα, έχουν επίσης προβεί σε δηλώσεις, μετά από μια πρόσφατη συνάντηση που είχαν οι υπουργοί εξωτερικών τους, που σηματοδότησαν μια εμβάθυνση της στρατηγικής τους σχέσης και μια πιο ανοικτή απόρριψη της παγκόσμιας τάξης στην οποία ηγείται η Δύση.

Καθώς το Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα ετοιμάζεται για τον εορτασμό των 100 ετών από την ίδρυσή του αργότερα φέτος, ο πρόεδρος Xi Jinping, μπορεί να ψάχνει για κάποιον θρίαμβο στην Ταϊβάν. Αμερικανοί αξιωματούχοι πιστεύουν πως ο Xi και οι σύμβουλοί του, έχουν πείσει τον εαυτόν τους, πως οι ΗΠΑ βρίσκονται σε βαθιά και τελειωτική πτώση. Φοβούνται πως η κινεζική ηγεσία μπορεί να πιστεύει, πως οι ΗΠΑ θα κάνουν τελικά πίσω αντί να δώσει μάχη για την Ταϊβάν.

Όμως ακόμα και οι πιο σίγουροι και εθνικιστές αξιωματούχοι στο Πεκίνο και στη Μόσχα, θα έχουν αντίληψη των κινδύνων μιας μετωπικής σύγκρουσης για την Ταϊβάν και την Ουκρανία. Η πιθανότητα είναι πως η Ρωσία και η Κίνα, θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τακτικές της «γκρίζας ζώνης» που πλησιάζουν αλλά δεν φτάνουν ποτέ, στον ολοκληρωτικό πόλεμο. Όπως ανακάλυψε η Αμερική στο Αφγανιστάν, είναι πολύ ευκολότερο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο παρά να ελέγξεις το αποτέλεσμα του.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ