Η γερμανική οικονομία παραπαίει και ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, έναν χρόνο μετά την εκλογή του, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια άνευ προηγουμένου κρίση εμπιστοσύνης.
Με τα ποσοστά αποδοχής του να έχουν κατακρημνιστεί στο 15%, η κυβέρνησή του φαίνεται να έχει υιοθετήσει τη στρατηγική της «εξαγωγής ευθυνών». Αντί για εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, η ηγεσία του Βερολίνου επιλέγει να στρέψει τα πυρά της κατά του Ντόναλντ Τραμπ και των Βρυξελλών.
Η μετωπική σύγκρουση με τον Λευκό Οίκο
Σε μια κίνηση που αιφνιδίασε, ο Φρίντριχ Μερτς επέλεξε ένα γυμνάσιο στη δυτική Γερμανία για να εξαπολύσει σφοδρή επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Καγκελάριος κατηγόρησε ευθέως τον Ντόναλντ Τραμπ για έλλειψη στρατηγικής στη Μέση Ανατολή και «ταπείνωση» από το Ιράν, υποστηρίζοντας ότι οι χειρισμοί της Ουάσινγκτον εκτοξεύουν το ενεργειακό κόστος και στραγγαλίζουν τη γερμανική οικονομία.
Η απάντηση του Ντόναλντ Τραμπ ήταν άμεση και αιχμηρή. Μέσω της πλατφόρμας Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος αντέτεινε ότι ο Μερτς στερείται ουσιαστικής γνώσης των θεμάτων, αποδίδοντας την κακή πορεία της γερμανικής οικονομίας στην πολιτική ανικανότητα του Καγκελάριου.
Πολιτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η στάση του Μερτς αποτελεί έναν ξεκάθαρο υπολογισμό: ο Τραμπ αποτελεί έναν εύκολο και αντιδημοφιλή στόχο που επιτρέπει στον Καγκελάριο να εκτονώσει μέρος της λαϊκής οργής.
Το «χαρτί» των Βρυξελλών και η οργή των βιομηχάνων
Πέρα από τις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Μερτς έχει ανοίξει μέτωπο με την Ευρωπαϊκή Ένωση, στοχεύοντας στη γραφειοκρατία. Με την ανταγωνιστικότητα της γερμανικής βιομηχανίας να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, ο Καγκελάριος πιέζει για την αποδέσμευση της τεχνητής νοημοσύνης από τον «ρυθμιστικό ζουρλομανδύα» της ΕΕ και απαιτεί γενικές περικοπές στις ευρωπαϊκές δαπάνες.
Η τακτική αυτή εξυπηρετεί τον Μερτς στο να κατευνάσει τους Γερμανούς βιομηχάνους, καθώς 4 στις 5 επιχειρήσεις θεωρούν ότι η γραφειοκρατία έχει καταστεί δυσβάσταχτη. Ωστόσο, η απόπειρα μετατόπισης του προβλήματος προς τα έξω δεν βρίσκει πλήρη απήχηση, καθώς πολλοί φορείς της αγοράς επιρρίπτουν την ευθύνη για την έλλειψη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στο ίδιο το Βερολίνο.
Η άνοδος της AfD και το αποτυχημένο «μπαζούκα»
Το οικονομικό αδιέξοδο επιτείνεται από την κατάρρευση των προβλέψεων για την ανάπτυξη το 2026 και το 2027. Το διαφημισμένο οικονομικό «μπαζούκα» των προηγούμενων μηνών –το σχέδιο δανεισμού για υποδομές– απέτυχε να φέρει την προσδοκώμενη ανάπτυξη, καθώς τα κονδύλια αναλώθηκαν στην κάλυψη δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Καθώς ο κυβερνητικός συνασπισμός προχωρά σε περικοπές 34 δισεκατομμυρίων ευρώ για τον προϋπολογισμό του 2027, οι ιδεολογικές συγκρούσεις μεταξύ των εταίρων (SPD και Συντηρητικών) παραλύουν τη λήψη αποφάσεων για κρίσιμες μεταρρυθμίσεις σε υγεία και συντάξεις.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό αποσύνθεσης, το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) καταγράφει θεαματική άνοδο, εκμεταλλευόμενο τη δυσαρέσκεια για την οικονομία και τις τιμές της ενέργειας.
Εν κατακλείδι, οι ίδιοι οι εκπρόσωποι των γερμανικών βιομηχανιών, όπως ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας Γερμανικών Βιομηχανιών Πέτερ Λάιμπινγκερ, ξεκαθαρίζουν ότι οι γεωπολιτικές κρίσεις είναι απλώς ο καταλύτης: η ρίζα του προβλήματος παραμένει εγχώρια και η ευθύνη της αποτυχίας ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική ηγεσία της χώρας.