Σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας – Αναζητώντας την αλήθεια

Δημοσίευση: 21 Νοεμβρίου 2018, 1:25 μμ | Ανανέωση: Νοέμβριος 21, 2018 στις 1:27 μμ

Ένα κείμενο με όλες εκείνες τις απαραίτητες διευκρινήσεις και εξηγήσεις για το μεγάλο ζήτημα που έχει τεθεί τις τελευταίες μέρες, την σχέση Εκκλησίας – Κράτους


Του Τρύφωνος Τσομπάνη

Επίκ. Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ

Επειδή πολύς ο λόγος τελευταία για τις σχέσεις κράτους –εκκλησίας, θεωρώ ότι η μόνη αντικειμενική και βέβαιη γνώση του θέματος, είναι η ανάγνωση της ιστορίας των ζητημάτων που απασχολούν την πατρίδα μας αυτές τι μέρες. Βεβαίως στην Ελλάδα η ιστορία δεν αποτελεί πάντοτε τον ασφαλή κανόνα ζωής, και γι αυτό πάμε όπου πάμε, θεώρησα καλό να καταγράψω την ιστορική πραγματικότητα εν συντομία για να φωτίσει τα σκότη μας. Να λοιπόν πώς έχει η ιστορία:

-. Το 1829 το ΙΑ΄ ψήφισμα της εθνοσυνέλευσης Άργους αποφασίζει ότι το κράτος αναλαμβάνει την εκκλησιαστική περιουσία και από τα έσοδά της θα συντηρείται η εκκλησία και η εκκλησιαστική εκπαίδευση.


-. Το 1833 ο αντιβασιλέας Μάουρερ εισηγείται την Αυτοκεφαλία της Ελλαδικής εκκλησίας από το πατριαρχείο.Καμιά απόφαση της εκκλησίας δεν θα είναι νόμιμη χωρίς την έγκριση του κράτους.

-. Στις 25-9-1833 ο Μάουρερ αποφασίζει την διάλυση των μοναστηριών και την δήμευση της περιουσίας τους χωρίς αποζημίωση. Από τα 440 μοναστήρια κλείνει τα 426, μένουν σε λειτουργία 14 μόνο μοναστήρια,οι μοναχοί πετάγονται στο δρόμο και επαιτούν η δε περιουσία και των μοναστηριών που μένουν περιέρχεται σε κρατικό φορέα διαχείρισης.

-. Το 1909 το κράτος ιδρύει το ΓΕΝΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΑΣΙΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ και αποφασίζει για τα έσοδα των Μονών που δεν διαλύθηκαν και αποφασίζει να κλείσει τα μοναστήρια με λιγότερους από 6 μοναχούς.

-.1916. ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ και στο κράτος και στην εκκλησία. Οι αντιβενιζελικοί μητροπολίτες εξορίζονται ή κλείνονται στα εναπομείναντα μοναστήρια υπό κράτηση. Ο Βενιζέλος αρνείται να ορκιστεί από φιλοβασιλικό αρχιεπίσκοπο και τροποποιεί τον καταστατικό χάρτη της εκκλησίας, εκλέγοντας αρχιεπίσκοπο τον Χρυσόστομο Παπαδόπουλο. Διώκονται οι φιλοβασιλικοί αρχιερείς.

-.Στις 29/12/1919 το κράτος κηρύσσει απαλλοτριωτέα όλα τα αγροτικά μοναστηριακά ακίνητα με σκοπό την αποκατάσταση των γεωργών και με υπόσχεση αποζημίωσης σε προπολεμικές τιμές που ποτέ δεν έγινε.

-. Στις 28/2/1920 με τον αναγκαστικό νόμο Ν.2050, οι απαλλοτριώσεις εκκλησιαστικής περιουσίας επεκτείνονται σε όλη την Ελλάδα.
-.Στις 16/11/1920 η φιλονομαρχική κυβέρνηση καθαιρεί την φιλοβενιζελική ιεραρχία και ασκούνται διώξεις.

-. στα 1926 η αναστέλλεται το Σύνταγμα και ο δικτάτορας Πάγκαλος προβαίνει και πάλι σε απαλλοτριώσεις εκκλησιαστικών κτημάτων χωρίς αποζημιώσεις.

-. στις 4/9/1930 ο υπουργός παιδείας Γ.Παπανδρέου ιδρύει τον «Οργανισμός διαχείρισης εκκλησιαστικής περιουσίας» (ΟΔΕΠ) και η περιουσία που βρίσκεται στα χέρια των μοναστηριών που απέμειναν ρευστοποιείται και γίνονται μετοχές στην Τράπεζα της Ελλάδος, επίσης ξανασυγχωνεύονται μονές και κλείνουν όσες έχουν λιγότερους από 6 μοναχούς, οπότε η περιουσία τους περνάει και πάλι στο κράτος.

-. 1945. Ο Κλήρος της Ελλάδος βρίσκεται σε άθλια οικονομική κατάσταση και ζει από τις προσφορές των πιστών και μόνο. Με τον αναγκαστικό δε νόμο 536/1945 απαγορεύεται η «πληρωμή» των κληρικών σε είδος ( σιτάρι, καλαμπόκι κλπ.)από τους πιστούς , η εκκλησία εξ ανάγκης δημιουργεί ταμείο «ενοριακής προσφοράς» για ενίσχυση των κληρικών.

-.Στα 1952 στο Σύνταγμα προβλέπεται κατ΄εξαίρεση για τα έτη 1952-1955 η απαλλοτρίωση και πάλι της περιουσίας που απέμεινε, με μειωμένη αποζημίωση στο 1/3 της αξίας για την αποκατάσταση ακτημόνων. Το κράτος δεσμεύτηκε να εκχωρήσει αστικά ακίνητα του Δημοσίου έναντι της αξίας των απαλλοτριώσεων που όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ολόκληρη η συμφωνία καθώς 41 αστικά ακίνητα δεν παραδόθηκαν ποτέ.

-. 1967 Η δικτατορία των συνταγματαρχών συνεχίζει την πολιτική Μάουρερ και λοιπών κυβερνήσεων, εκθρονίζει τον αρχιεπίσκοπο και 12 μητροπολίτες και ελέγχει την εκκλησία δια του Βασιλικού επιτρόπου.

-. το 1968 το κράτος με αρχιεπίσκοπο των Ιερώνυμο τον Α΄, εκλεκτό της δικτατορίας, αναλαμβάνει να πληρώνει τον μισθό του κλήρου που ισούται πλέον με τον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου. (Σήμερα δεν ισχύει κάτι τέτοιο).

-. στα 1987 ο νόμος Τρίτση προβλέπει πως όσα εκκλησιαστικά ακίνητα είναι χωρίς τίτλο περιέρχονται στο κράτος (ΟΔΕΠ) με σύμβαση. 149 μονές αποδέχτηκαν τον διακανονισμό με υποχρέωση του κράτους να καταβάλλει το 1% του προϋπολογισμού του Υπουργείου Παιδείας. Ωστόσο αυτό χρειαζόταν υπογραφή και των δύο μερών. Ο μόνος που τότε δέχτηκε την παραχώρηση ήταν ο τότε Θηβών Ιερώνυμος, νυν αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Οι Μονές που δεν δέχτηκαν τον νόμο προσέφυγαν στο ευρωπαϊκό δικαστήριο και δικαιώθηκαν.

-. 28/1/2004 η κυβέρνηση Σημίτη καταργεί την υποχρεωτική εισφορά της εκκλησίας προς το κράτος για την μισθοδοσία των κληρικών που ήταν το 35% από τα έσοδα των ναών, σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού των σχέσεων.

-. Η κυβέρνηση Σαμαρά προβαίνει σε διοικητικό χωρισμό κράτους και εκκλησίας, η οποία πλέον διοικείται μόνο από τον καταστατικό της χάρτη και εφαρμόζει την κρατική νομοθεσία όταν διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα ή Κοινοτικούς πόρους (ΕΣΠΑ).

-. Στις 7/10/2014 αναγνωρίζεται με νόμο ότι τα διατάγματα του 1930 που υπαγάγει τα μοναστηριακά ακίνητα στον ΟΔΕΠ (οργανισμό διαχείρισης εκκλησιαστικής περιουσίας) και η σύμβαση του 1952 κατοχυρώνουν με τίτλους ιδιοκτησίας τα μοναστηριακά κτήματα. Συντάσσεται δε πρωτόκολλο συνεργασίας κράτους και εκκλησίας για την συνεκμετάλλευση και αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, προς όφελος του λαού.( ΑΠΌ ΤΌΤΕ ΔΕΝ ΈΓΙΝΕ ΤΊΠΟΤΕ)

Το θέμα της μισθοδοσίας επομένως είναι λυμένο με πολλά διατάγματα και νόμους που δεν ίσχυσαν όχι με ευθύνη της εκκλησίας. Όλοι οι δημόσιοι λειτουργοί μισθοδοτούνται από το δημόσιο, όπως και οι μουφτήδες ,αναγνωρίζοντας τον κοινωνικό και ειρηνικό χαρακτήρα της προσφοράς τους.

Αυτό εν ολίγοις είναι το ιστορικό πλαίσιο των σχέσεων εκκλησίας-κράτους και αφορά τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία με κανένα τρόπο δεν φαίνεται ιστορικά ότι διαχειρίζεται μόνη της η εκκλησία εδώ και δύο εκατονταετίες. Η άποψη ότι η εκκλησία είναι «κράτος εν κράτει», γελοιοποιείται από μόνη την ιστορική ανάγνωση και την συμπεριφορά ενός κράτους που εξορίζει επισκόπους και καθαιρεί αρχιεπισκόπους που δεν εξυπηρετούν τα πολιτικά του παιχνίδια.

Η τελευταία σκέψη της κυβέρνησης να απολύσει από το δημόσιο τους κληρικούς πάσχει νομικά και λογικά, γιατί 10.000 άνθρωποι που θεμελιώνουν εδώ και χρόνια εργασιακά , συνταξιοδοτικά και άλλα δικαιώματα δεν απολύονται με «έναν νόμο κι ένα άρθρο»! Είναι επικίνδυνος αυτός που το σκέφτηκε. Τα σύγχρονα κράτη δεν διοικούνται με ιδεολογικά απωθημένα του 1917.

Από κει και πέρα προκύπτουν ένα σορό άλλα ζητήματα που αφορούν στις άλλες σχέσεις κράτους και εκκλησίας ,όταν αυτό επιθυμεί να είναι ουδετερόθρησκο, όπως το προϊμιο του συντάγματος που αναφέρεται στην αγία Τριάδα, αλλά και τα ζητήματα εκκλησιαστικής εκπαίδευσης, η δυνατότητα της εκκλησίας να έχει υπεύθυνο λόγο για την διδασκαλία των θρησκευτικών στους ορθοδόξους μαθητές, όπως συμβαίνει σε όλα τα ευνομούμενα ευρωπαϊκά κράτη, η χρήση των χριστιανικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους, το ζήτημα του όρκου στα δικαστήρια και στη δημόσια διοίκηση, αν και αυτό επαφίεται στην επιλογή των πολιτών πλέον.

Συμπερασματικά λοιπόν θα λέγαμε ότι ο «καυγάς είναι για το πάπλωμα», δηλαδή τον έλεγχο της υπόλοιπης εκκλησιαστικής περιουσίας, και βέβαια αν διαβάσουμε την ιστορία θα βλέπαμε ότι το ίδιο ζήτημα γινόταν πρώτο σε ενδιαφέρον θέμα, όταν το κράτος ήταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, από αδυναμία, όχι της Εκκλησίας, αλλά των κυβερνητών του να ασκήσουν χρηστή διοίκηση και να αξιοποιήσουν όσα απαλλοτρίωσαν εδώ και 200 χρόνια από την εκκλησία, από το 1829 και μετά !!!! Η εκκλησία έχασε «με ένα νόμο και ένα άρθρο»του Μάουρερ 426 μοναστήρια και απέκτησε άλλα 500, έχασε δέκα φορές την περιουσία της και απέκτησε άλλη τόση, το κράτος τι έκανε τόσα χρόνια ελεύθερου βίου με την εκκλησιαστική και κρατική περιουσία; Πώς αξιοποίησε τον εθνικό μας πλούτο; Με ποια λογική μπορεί κανείς να δώσει βάση σε ένα κράτος που ξεπουλάει κοψοχρονιάς ό,τι της απέμεινε για να μη πτωχεύσει;

Δεν είναι λοιπόν ζήτημα κακών σχέσεων και απολυτότητας της εκκλησίας, αλλά κακής πίστης του ελληνικού κράτους.