Ο αείμνηστος καθηγητής Φιλοσοφίας, Δημήτρης Λιαντίνης, υπήρξε ένας από τους πλέον εμβληματικούς στοχαστές της σύγχρονης Ελλάδας, ικανός να αποκωδικοποιεί τα αρχαία κείμενα και να τα συνδέει με βαθύτερες φιλοσοφικές και υπαρξιακές έννοιες.
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές και συναρπαστικές αναλύσεις του αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Όμηρος επέλεξε να παρουσιάσει την Ωραία Ελένη στην Ιλιάδα. Ο Λιαντίνης εστίασε σε ένα μεγαλοφυές λογοτεχνικό τέχνασμα του ποιητή, καθώς και στη φιλοσοφική διάκριση μεταξύ της έννοιας του «ωραίου» και του «υπέροχου», για να εξηγήσει γιατί η ομορφιά της Ελένης παραμένει αξεπέραστη στο συλλογικό ασυνείδητο.
Το Ευφυές «Τρικ» του Ομήρου: Η Απουσία Περιγραφής
Όταν αναλογίζεται κανείς την Ωραία Ελένη, την αφορμή για τον πιο καταστροφικό πόλεμο της αρχαιότητας, το μυαλό πλάθει την εικόνα της απόλυτης γυναικείας ομορφιάς. Ωστόσο, όπως εύστοχα παρατηρεί ο καθηγητής Λιαντίνης, αν κάποιος αναζητήσει μέσα στα χιλιάδες έπη της Ιλιάδας μια περιγραφή των φυσικών χαρακτηριστικών της Ελένης, δεν θα βρει απολύτως τίποτα.
Ο Όμηρος δεν μας λέει ποτέ τι χρώμα είχαν τα μάτια της, αν τα μαλλιά της ήταν ξανθά ή μαύρα, πώς ήταν το σώμα ή το πρόσωπό της. Αντί να την περιγράψει ανατομικά, ο κορυφαίος ποιητής χρησιμοποιεί ένα απαράμιλλο σκηνοθετικό τρικ: δεν περιγράφει το αίτιο (την ίδια την ομορφιά της), αλλά το αποτέλεσμα και την επίδραση που αυτή η ομορφιά ασκεί σε όσους την αντικρίζουν. Αφήνει, δηλαδή, τη φαντασία του κάθε αναγνώστη, σε κάθε εποχή, να πλάσει τη δική του ιδανική εικόνα, καθιστώντας την Ελένη ένα αιώνιο, άφθαρτο πρότυπο.
Η Αντίδραση των Γερόντων και η «Φρικτή» Ομορφιά
Το μεγαλείο αυτού του τρικ αποκαλύπτεται στην περίφημη σκηνή της «Τειχοσκοπίας» (Ραψωδία Γ’ της Ιλιάδας). Η Ελένη ανεβαίνει στα τείχη της Τροίας, συνοδευόμενη από τις θεραπαινίδες της, για να παρακολουθήσει τη μονομαχία του Πάρη με τον Μενέλαο. Εκεί κάθονται οι γέροντες της πόλης, μαζί με τον συνετό βασιλιά Πρίαμο. Οι άνθρωποι αυτοί είναι ηλικιωμένοι, σοφοί, απαλλαγμένοι από τα πάθη της νιότης, και έχουν δει την πατρίδα τους να καταστρέφεται και τα παιδιά τους να πεθαίνουν εξαιτίας αυτής της γυναίκας. Λογικά, θα έπρεπε να την μισούν.
Όμως, όταν η Ελένη πλησιάζει, ο Όμηρος βάζει στο στόμα αυτών των γερόντων την απόλυτη παραδοχή: «οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς / τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν· / αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν».
Όπως το μετέφραζε και το ανέλυε ο Λιαντίνης, οι στίχοι αυτοί σημαίνουν: «Δεν είναι ντροπή (χαλάλι) που οι Τρώες και οι Αχαιοί υποφέρουν τόσα χρόνια για μια τέτοια γυναίκα. Φρικτά μοιάζει στην όψη με τις αθάνατες θεές». Το κλειδί, σύμφωνα με τον καθηγητή, κρύβεται στη λέξη «αἰνῶς», που σημαίνει φοβερά, τρομακτικά, φρικτά.
Το Ωραίο έναντι του Υπέροχου: Μια Φιλοσοφική Διάκριση
Εδώ ακριβώς ο Δημήτρης Λιαντίνης εισάγει μια θεμελιώδη φιλοσοφική και αισθητική διάκριση, την οποία συναντάμε στον πυρήνα της αισθητικής θεωρίας: τη διάκριση μεταξύ του «ωραίου» και του «υπέροχου».
Το «ωραίο» είναι κάτι που προκαλεί ευχαρίστηση, αρμονία και γαλήνη. Ωραίο είναι ένα ανθισμένο λουλούδι, ένα ήρεμο ηλιοβασίλεμα, μια καλοφτιαγμένη μελωδία. Το προσεγγίζεις με οικειότητα και ηρεμία.
Το «υπέροχο», όμως, είναι μια ανώτερη, επιβλητική μορφή του ωραίου, η οποία εμπεριέχει το στοιχείο του δέους, της συντριβής, ακόμη και του τρόμου. Υπέροχος είναι ο έναστρος ουρανός, ο μανιασμένος ωκεανός, η έκρηξη ενός ηφαιστείου ή μια σφοδρή καταιγίδα. Το υπέροχο σε καθηλώνει, σε κάνει να νιώθεις μικρός, προκαλεί φόβο («αἰνῶς»).
Η ομορφιά της Ελένης, εξηγεί ο Λιαντίνης, δεν ήταν απλώς «ωραία». Δεν ήταν μια καθημερινή, ανθρώπινη ομορφιά που απλώς τέρπει το μάτι. Η ομορφιά της ήταν «υπέροχη», με την αυστηρή φιλοσοφική έννοια του όρου. Ήταν μια υπερβατική, τρομακτική δύναμη της φύσης, ικανή να γκρεμίσει αυτοκρατορίες, να κινητοποιήσει χιλιάδες καράβια και να στείλει αμέτρητους ήρωες στον Άδη. Ήταν μια ομορφιά που προκαλούσε τρόμο και δέος, όπως ακριβώς η όψη μιας αθάνατης θεάς.
Η Ελένη ως Νοητική Εποπτεία
Μέσα από αυτή την ανάλυση, ο Λιαντίνης ανέδειξε το βάθος της ομηρικής σκέψης. Ο ποιητής απέφυγε την περιγραφή, γιατί αν έδινε στην Ελένη συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, θα την υποβίβαζε στο επίπεδο μιας κοινής θνητής και θα την περιόριζε στα αισθητικά πρότυπα της εποχής του.
Αντίθετα, αφήνοντάς την απρόσωπη και περιγράφοντας μόνο το δέος που προκαλούσε στους σοφούς γέροντες, τη μετέτρεψε σε μια αιώνια νοητική εποπτεία. Η Ωραία Ελένη έγινε το απόλυτο σύμβολο του «υπέροχου». Είναι η ομορφιά που ξεπερνά το μέτρο, που γίνεται επικίνδυνη και ακαταμάχητη, υπενθυμίζοντας στον άνθρωπο ότι υπάρχουν δυνάμεις στον κόσμο —όπως ο έρωτας και το κάλλος— μπροστά στις οποίες ακόμη και η λογική των γερόντων ή η ισχύς των βασιλιάδων υποκλίνονται με απόλυτη παραίτηση.