Η επίσκεψη του Αντιπροέδρου των ΗΠΑ Βανς στην Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν ανέδειξε δύο περιστάσεις: την αδιαφορία της Ουάσιγκτον για τις σφαίρες επιρροής που έχει δηλώσει η Μόσχα και την αποδυνάμωση της θέσης του Κρεμλίνου στην περιοχή.
Σύμφωνα με το αμερικανικό αναλυτικό κέντρο The Center for European Policy Analysis (CEPA), η επίσκεψη του Βανς καταδεικνύει ότι, παρά την επιθυμία της κυβέρνησης Τραμπ να βελτιώσει τις σχέσεις με τη Ρωσία, οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν την ενεργό παρουσία τους στον Νότιο Καύκασο, μια περιοχή που το Κρεμλίνο παραδοσιακά αποκαλεί «εγγύς εξωτερικό» της. Σημειώνεται ότι η αντίδραση στη Μόσχα σε αυτή την επίσκεψη ήταν ενδεικτική.
Η ρωσική κρατική εφημερίδα «Kommersant» χαρακτήρισε την κατάσταση ως προκαλούσα «απογοήτευση, και αίσθημα αδυναμίας», συνδέοντας άμεσα την αποδυνάμωση της θέσης της Ρωσίας στον Νότιο Καύκασο, με την εμπλοκή της στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας.
Ωστόσο, όπως τονίζει το αμερικανικό (CEPA), “δεν πρέπει να υπερβάλλουμε για τις αμερικανικές φιλοδοξίες. Οι ΗΠΑ δεν σχεδιάζουν στρατιωτική παρουσία στην περιοχή: οι στόχοι τους είναι περισσότερο οικονομικοί παρά γεωπολιτικοί, αν και, όπως είναι καλά κατανοητό στη Ρωσία, το ένα πράγμα μπορεί να οδηγήσει στο άλλο”.
Ταυτόχρονα, οι ΗΠΑ προσπαθούν να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους στις παραδοσιακές ρωσικές ζώνες επιρροής, εισβάλοντας σε τομείς όπως η ειρηνική πυρηνική συνεργασία.
Η Αρμενία και οι ΗΠΑ υπέγραψαν τη λεγόμενη συμφωνία «123» για την συνεργασία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, η οποία προβλέπει είτε την αντικατάσταση του σοβιετικού πυρηνικού σταθμού στο Μετσαμόρ, είτε την κατασκευή αρθρωτών αντιδραστήρων επιπλέον αυτού, μια τεχνολογία στην οποία οι ΗΠΑ είναι τεχνολογικός ηγέτης.
Η απόφαση πάντως της αρμενικής κυβέρνησης για συνεργασία με τις ΗΠΑ, ήταν ένα σοβαρό πλήγμα για τη ρωσική κρατική εταιρεία «Rosatom».
Η πυρηνική βιομηχανία αποτελεί βασικό στοιχείο της προβολής ισχύος της Ρωσίας στον μετασοβιετικό χώρο, τονίζει το άρθρο.
Το CEPA τονίζει ότι η προώθηση της ειρηνευτικής διαδικασίας μεταξύ Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν δεν ήταν λιγότερο σημαντική.
Μετά τη σύνοδο κορυφής του Αυγούστου στην Ουάσιγκτον, οι ΗΠΑ ενίσχυσαν τον ρόλο τους ως μεσολαβητή, εκτοπίζοντας ουσιαστικά τη Ρωσία από την παραδοσιακή μορφή διευθέτησης των πραγμάτων στην περιοχή.
Δεδομένων των συσσωρευμένων παραπόνων του Μπακού και του Ερεβάν κατά της ρωσικής πολιτικής, η Ουάσιγκτον θεωρείται ως ένας πιο ουδέτερος και προβλέψιμος εταίρος.
Αυτό αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη τάση, που αφορά την μείωση της εμπιστοσύνης προς την Ρωσία ως εγγυητή της ασφάλειας στην περιοχή, και αυτό είναι σοβαρό.
Η Μόσχα δεν έχει ακόμη επιδείξει μια αποτελεσματική στρατηγική αντίδρασης σε όλα αυτά και αυτό είναι εις βάρος της.
Τα προηγούμενα χρόνια, η αντίδραση της Ρωσίας στη δυτική δραστηριότητα στον μετασοβιετικό χώρο ήταν συχνά δυναμικής φύσης, όπως συνέβη στη Γεωργία το 2008.
Ωστόσο, η τρέχουσα κατάσταση περιορίζει τέτοια εργαλεία. Η προσέγγιση της κυβέρνησης Τραμπ στη δεύτερη θητεία της διαφέρει από την προηγούμενη έμφαση στην εκδημοκρατικοποίηση και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Η συναλλακτική λογική έρχεται στο προσκήνιο με επενδύσεις, ενέργεια, υποδομές, άμεσος πολιτικός διάλογος.
Το κεντρικό θέμα αυτή τη στιγμή είναι προφανές, και αφορά το ότι οι ΗΠΑ ενισχύουν τη θέση τους στον Νότιο Καύκασο κατά της Ρωσίας.