Μείζον πολιτικό και διπλωματικό ζήτημα έχει ανακύψει στην αμερικανική πρωτεύουσα, με επίκεντρο τον γνωστό επιχειρηματία και άλλοτε στενό συνεργάτη του Ντόναλντ Τραμπ, Τομ Μπαράκ. Το αμερικανικό Κογκρέσο βρίσκεται σε αναβρασμό, καθώς πληθαίνουν οι φωνές γερουσιαστών που εκφράζουν την έντονη δυσαρέσκειά τους, αλλά και σοβαρά ερωτηματικά, σχετικά με τη φύση των σχέσεων του Μπαράκ με την Τουρκία και την ηγεσία της.
Η βασική κατηγορία που διατυπώνεται στους διαδρόμους του Καπιτωλίου είναι βαρύτατη: Ο Τομ Μπαράκ ελέγχεται για το κατά πόσον λειτουργεί ως εκπρόσωπος των αμερικανικών συμφερόντων ή αν, αντιθέτως, δρα ως «ατζέντης» και προαγωγός των τουρκικών θέσεων εντός των κέντρων λήψης αποφάσεων των ΗΠΑ, παρακάμπτοντας τις επίσημες διπλωματικές οδούς.
Το Κογκρέσο «στα Κάγκελα»: Οι Κατηγορίες για Αθέμιτη Επιρροή
Η οργή των Αμερικανών γερουσιαστών πηγάζει από πληροφορίες και κινήσεις που φέρουν τον Τομ Μπαράκ να προωθεί συστηματικά την ατζέντα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ουάσιγκτον. Μέλη του Κογκρέσου, τόσο από το Δημοκρατικό όσο και από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα, κάνουν λόγο για μια προκλητική στάση, η οποία υπονομεύει την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ και παραβιάζει τους κανόνες διαφάνειας που διέπουν την άσκηση πίεσης .
Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι εάν ο Μπαράκ ενεργεί ως ένας ιδιώτης επιχειρηματίας ή αν λειτουργεί ως «σκιώδης διπλωμάτης» της Άγκυρας. Οι επικριτές του τονίζουν ότι οι παρεμβάσεις του υπέρ της Τουρκίας είναι τόσο έντονες και στοχευμένες, που θυμίζουν περισσότερο ενέργειες έμμισθου εκπροσώπου ξένης κυβέρνησης παρά Αμερικανού πολίτη. Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει την ενεργοποίηση αντανακλαστικών στο Κογκρέσο, με πολλούς να ζητούν διερεύνηση για πιθανή παραβίαση του Νόμου περί Εγγραφής Πρακτόρων Ξένων Κυβερνήσεων (FARA).
Ο Ρόλος του «Ατζέντη» και οι Σχέσεις με την Τουρκία
Η υπόθεση του Τομ Μπαράκ δεν είναι καινούργια στα χρονικά της αμερικανικής δικαιοσύνης και πολιτικής, καθώς στο παρελθόν είχε κατηγορηθεί για παράνομο λόμπινγκ υπέρ άλλων χωρών της Μέσης Ανατολής (όπως τα ΗΑΕ), κατηγορίες για τις οποίες τελικά αθωώθηκε. Ωστόσο, η τρέχουσα επικαιρότητα εστιάζει στην «τουρκική στροφή» των δραστηριοτήτων του.
Συγκεκριμένα, φέρεται να έχει αναπτύξει διαύλους επικοινωνίας με ανώτατους Τούρκους αξιωματούχους, επιχειρώντας να επηρεάσει την αμερικανική στάση σε κρίσιμα ζητήματα, όπως:
Η πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού (π.χ. μαχητικά F-16).
Η άμβλυνση των αμερικανικών αντιδράσεων για την τουρκική επιθετικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Συρία.
Η βελτίωση της δημόσιας εικόνας του Ερντογάν στις ΗΠΑ.
Για το Κογκρέσο, το οποίο τηρεί παραδοσιακά μια πιο αυστηρή στάση απέναντι στην Άγκυρα σε σχέση με τον Λευκό Οίκο, η δράση προσώπων που λειτουργούν ως ενδιάμεσοι χωρίς θεσμική ιδιότητα αποτελεί «κόκκινο πανί».
Αντιδράσεις και Αιτήματα για Έρευνα
Η ένταση έχει κλιμακωθεί σε τέτοιο βαθμό, που επιφανείς γερουσιαστές και βουλευτές ζητούν πλέον εξηγήσεις. Χαρακτηρίζουν τη δράση του Μπαράκ ως «υπονομευτική» για τα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ, επισημαίνοντας ότι δεν μπορεί ένας Αμερικανός πολίτης να λειτουργεί ως de facto πρέσβης μιας ξένης δύναμης που συχνά αντιτίθεται στους στρατηγικούς στόχους της Ουάσιγκτον και του ΝΑΤΟ.
Η φράση «Πρέσβης ή Ατζέντης» που κυριαρχεί στα πηγαδάκια της Ουάσιγκτον αποτυπώνει ακριβώς αυτή την ασάφεια. Οι νομοθέτες φοβούνται ότι τέτοιες πρακτικές δημιουργούν ένα παράλληλο σύστημα εξωτερικής πολιτικής, όπου προσωπικές γνωριμίες και επιχειρηματικά συμφέροντα υπερκερνούν τις επίσημες κρατικές διαδικασίες και τις συμμαχικές υποχρεώσεις.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται κρίσιμο, καθώς δεν αποκλείεται να υπάρξουν κλήσεις για καταθέσεις σε επιτροπές του Κογκρέσου, προκειμένου να διαλευκανθεί το εύρος και η φύση των επαφών του επιχειρηματία με την τουρκική κυβέρνηση. Η υπόθεση αυτή προσθέτει έναν ακόμα «πονοκέφαλο» στις ήδη περίπλοκες αμερικανοτουρκικές σχέσεις, επιβεβαιώνοντας ότι το τουρκικό λόμπι αναζητά διαρκώς εναλλακτικές οδούς διείσδυσης στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα.