Απειλές κατά της χώρας μας εκτόξευση ο πρώην Τούρκος Πρέσβης Uluç Özülker, με αφορμή την προκλητική ψήφιση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων.
Ο ίδιος τόνισε: "Αν η Ελλάδα (εναντίον της Τουρκίας) τολμήσει οποιαδήποτε ενέργεια, κι αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά ότι κανείς δεν θα τους βοηθήσει.
Ακόμα και ο Τραμπ αφήνει τη Μέση Ανατολή ως δώρο στην Τουρκία. Δεν μπορεί να πει «Έχασα εδώ», αλλά κρατάει τη θέση ότι «Από εδώ και στο εξής, η Τουρκία είναι υπεύθυνη για τη Μέση Ανατολή».
Μακάρι η Ελλάδα να συνέλθει κάποτε και να μην καταλήξει, σε περίπτωση πολέμου, να χάσει όλα όσα έχει με τον πιο τρομερό τρόπο, μόνο και μόνο για να βρεθεί ξανά εξαρτημένη από την Τουρκία μας σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν τη λυπάται.
Όταν πεινούσαν, εμείς τους παρέχαμε ακόμη και σιτάρι στο παρελθόν(1941)... Τώρα, για την Ελλάδα, έχουμε μια πολύ ωραία παροιμία μας: Πρέπει να νουθετούμε με συμβουλές όσους δεν θέλουν να δαμαστούν με ήπια πειθώ.
Όσοι δεν θέλουν να δαμαστούν με νουθεσία αξίζουν το ραβδί", κατέληξε ο προκλητικότατος Τούρκος Πρέσβης.
Όπως το 1987 η κρίση ξέσπασε με αφορμή τις αυθαίρετες έρευνες για πετρέλαιο στην ελληνική υφαλοκρηπίδα (κοντά στη Θάσο), έτσι και σήμερα η Άγκυρα αμφισβητεί το δικαίωμα της Ελλάδας να ασκεί δικαιοδοσία εντός της δικής της υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.
Στις στις δύο περιπτώσεις, η Τουρκία επιδιώκει να εξαναγκάσει την Αθήνα σε μια διαπραγμάτευση «εφ' όλης της ύλης», θέτοντας στο τραπέζι μονομερείς διεκδικήσεις που παραβιάζουν το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Η ανακήρυξη δύο «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» από την Άγκυρα σε Βόρειο Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο του 2026, σε συνδυασμό με την προαναγγελία νομοθετικής θεσμοθέτησης της «Γαλάζιας Πατρίδας», μεταφέρει τη διπλωματική ένταση στο πεδίο και επαναφέρει μνήμες από την ελληνοτουρκική κρίση του 1987.
Η ελληνική διπλωματία απάντησε άμεσα υπογραμμίζοντας ότι οι τουρκικές ανακηρύξεις είναι παράνομες, παραβιάζουν την ελληνική κυριαρχία και δεν αναγνωρίζονται. Η Αθήνα ξεκαθαρίζει ότι η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως δούρειος ίππος για την καταστρατήγηση του Διεθνούς Δικαίου.
Η Τουρκία όμως ετοιμάζει το έτερο προκλητικό νομοσχέδιο που αφορά την νομοθέτηση της "Γαλάζιας Πατρίδας", με το οποίο είναι σίγουρο ότι τους επόμενους μήνες θα πυροδοτηθεί μια κρίση τύπου "ΣΙΣΜΙΚ το 1987".
Το προωθούμενο τουρκικό νομοσχέδιο για τη θεσμοθέτηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιχειρεί να μετατρέψει μονομερείς γεωπολιτικές διεκδικήσεις σε εσωτερική νομοθεσία. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει διεθνή νομική ισχύ, διεθνείς και Έλληνες αναλυτές επισημαίνουν ότι η κωδικοποίηση αυτού του σχεδίου θυμίζει τρομερά έντονα τις μεθοδεύσεις προηγούμενων εντάσεων στο Αιγαίο όπως η κρίση του 1987.
Η Τουρκία θα επιχειρήσει να δοκιμάσει την νυν ελληνική κυβέρνηση μέχρι εκεί που δεν παίρνει, και αυτό ακριβώς είναι το κύριο σχέδιο της ηγεσίας στην Άγκυρα.
Θέλουν οι γείτονες να δοκιμάσουν τις αντοχές του ελληνικού κράτους που κάνει πρόωρες αποπληρωμές δανείων ναι μεν, αλλά έχει δημογραφικό πρόβλημα, ευρισκόμενο μέσα σε μια έντονη πολιτική αντιπαράθεση, πριν τις επόμενες εκλογές.
Φωτιές, πλημμύρες, ενώ συλλαμβάνονται Τούρκοι πολίτες με όπλα εντός Ελλάδος, συνθέτουν ένα περίεργο σκηνικό στο οποίο σίγουρα υπάρχει και τουρκικός δάκτυλος.
Πως ήταν η κρίση του 1987 και γιατί μας καθορίζει ακόμη και σήμερα
Η ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου του 1987 (γνωστή και ως «Κρίση του Σισμίκ») αποτέλεσε μια από τις πιο επικίνδυνες στιγμές στις σύγχρονες σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, φέρνοντας τις δύο χώρες στα πρόθυρα ένοπλης σύγκρουσης. Η ένταση κορυφώθηκε λόγω της αμφισβήτησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, με αφορμή τις θαλάσσιες έρευνες για πετρέλαιο.
Η κρίση ξεκίνησε όταν μια διεθνής κοινοπραξία (με επικεφαλής την καναδική εταιρεία Denison) ανακοίνωσε την πρόθεση να πραγματοποιήσει γεωτρήσεις για πετρέλαιο στη θέση Μπάμπουρα, ανατολικά της Λήμνου, εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων (6 μίλια) αλλά εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η Τουρκία θεώρησε την κίνηση αυτή ως παραβίαση του Πρωτοκόλλου της Βέρνης (1976), το οποίο προέβλεπε αποχή από μονομερείς ενέργειες στο Αιγαίο.
Ως αντίποινα, η τουρκική κυβέρνηση έδωσε άδεια στην κρατική εταιρεία πετρελαίου (TPAO) να διεξάγει έρευνες. Στις 25 Μαρτίου 1987 ανακοινώθηκε ότι το τουρκικό σεισμογραφικό σκάφος «Σισμίκ-1» (το πρώην «Χόρα») θα έπλεε συνοδευόμενο από πολεμικά πλοία στο βόρειο Αιγαίο για έρευνες.
Ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, αντέδρασε με άμεση, δυναμική και αποτρεπτική στρατηγική.
Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις τέθηκαν σε κατάσταση ανώτατου συναγερμού (διάταξη μάχης) και ο ελληνικός στόλος αναπτύχθηκε πλήρως στο Αιγαίο, ενώ ο στρατός κινήθηκε στις θέσεις διασποράς του.
Η τότε ελληνική πολιτική ηγεσία έδωσε εντολή στον Στόλο να βυθίσει το «Σισμίκ» εάν εκείνο επιχειρούσε να πραγματοποιήσει έρευνες εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η Αθήνα έκλεισε προσωρινά την αμερικανική βάση της Νέας Μάκρης, στέλνοντας μήνυμα στις ΗΠΑ ότι η Ελλάδα ήταν έτοιμη για πόλεμο αν δεν συγκρατούσαν την Τουρκία. Παράλληλα, ο Υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας μετέβη στη Σόφια για να ενημερώσει τη Βουλγαρία, ασκώντας ψυχολογική πίεση στην Άγκυρα από τα βόρεια σύνορά της.
Η αποφασιστική στάση της Ελλάδας ανάγκασε τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ να παρέμβουν άμεσα για να αποτρέψουν μια ενδοσυμμαχική σύγκρουση.Στις 27 Μαρτίου 1987, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ (ο οποίος βρισκόταν στο Λονδίνο για λόγους υγείας) δήλωσε ότι το «Σισμίκ» δεν θα έβγαινε από τα τουρκικά χωρικά ύδατα, αν δεν έκανε το ίδιο και η Ελλάδα.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αποδέχθηκε αυτή τη δήλωση και η κρίση εκτονώθηκε, καθώς αποτράπηκε η παραβίαση της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.
Η Ελλάδα δεν επιδιώκει άμεση πολεμική αναμέτρηση στο Αιγαίο, αλλά σε κάθε πρόκληση του τουρκικού Στόλου και της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας το επόμενο διάστημα, οφείλουμε να είμαστε ψυχροί και κυρίως "σαφείς" προς τους Τουρκομογγόλους, που κατανοούν μόνο την γλώσσα της πολεμικής ισχύς.