Ελληνοτουρκικά

Οι Τούρκοι μετατρέπουν τον Αγιο Ευστάθιο των Καραμανλήδων της Καισάρειας σε μουσείο πόλης με οθωμανικά κεραμικά

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Ένας ναός που χτίστηκε από Ελληνορθοδόξους της Καππαδοκίας πριν από σχεδόν δύο αιώνες επιστρέφει στη δημόσια ζωή της Τουρκίας, αυτή τη φορά όχι ως χώρος λατρείας αλλά ως μουσείο.

Ο Άγιος Ευστάθιος στην Ιντζεσού της ιστορικής Καισάρειας ετοιμάζεται να υποδεχθεί επισκέπτες μετά την ολοκλήρωση των εργασιών αποκατάστασης, με τις τουρκικές αρχές να σχεδιάζουν τη λειτουργία του ως Μουσείο Πόλης Ιντζεσού.

Πίσω όμως από την αποκατάσταση ενός σημαντικού μνημείου κρύβεται ένα μεγαλύτερο ζήτημα: ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η ιστορία των ανθρώπων που το δημιούργησαν.

Γιατί ο Άγιος Ευστάθιος δεν είναι απλώς ένα παλιό κτίριο στην Καππαδοκία.

Είναι ένα από τα ελάχιστα απομεινάρια της παρουσίας των Ελληνορθοδόξων της περιοχής, μιας κοινότητας που έζησε εκεί για αιώνες, άφησε πίσω της εκκλησίες, σχολεία, επιγραφές και πολιτιστικά ίχνη, πριν οδηγηθεί στην προσφυγιά μετά την ανταλλαγή πληθυσμών του 1923.

Και το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν το νέο μουσείο θα λειτουργήσει ως χώρος ιστορικής μνήμης ή αν η ταυτότητα του μνημείου θα ενταχθεί σε μια διαφορετική εθνικό αφήγημα.

Ο ναός του Αγίου Ευσταθίου κατασκευάστηκε το 1836 και αποτέλεσε έναν από τους ορθόδοξους ναούς της περιοχής.

Η Καισάρεια και η ευρύτερη Καππαδοκία υπήρξαν για αιώνες σημαντικά κέντρα του ελληνικού ορθόδοξου στοιχείου στη Μικρά Ασία. Στις κοινότητες αυτές αναπτύχθηκε ένας ιδιαίτερος πολιτισμός, όπου η ελληνική εκκλησιαστική παράδοση συνυπήρχε με τις τοπικές γλωσσικές και κοινωνικές επιρροές.

Μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης και την ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας, οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες.

Ο ναός έχασε τη λειτουργία του ως εκκλησία και, όπως αναφέρουν οι τοπικές αρχές, χρησιμοποιήθηκε τις επόμενες δεκαετίες για διαφορετικούς σκοπούς, μεταξύ άλλων ως στρατιωτική αποθήκη, αρχείο, αίθουσα εκδηλώσεων και εκπαιδευτικός χώρος.

Η αποκατάστασή του ξεκίνησε το 2021 και ολοκληρώθηκε με στόχο να διατηρηθούν τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του κτιρίου, οι τοιχογραφίες, οι επιγραφές και τα στοιχεία που μαρτυρούν την αρχική του χρήση.

Η μετατροπή μιας ιστορικής ορθόδοξης εκκλησίας σε μουσείο έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διαχείριση της χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς στην Τουρκία παρακολουθείται στενά από την Ελλάδα και διεθνείς οργανισμούς.

Το 2020 η Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, η οποία λειτουργούσε ως μουσείο από το 1935, μετατράπηκε ξανά σε τέμενος με απόφαση των τουρκικών αρχών. Αντίστοιχη αλλαγή χρήσης σημειώθηκε και στη Μονή της Χώρας, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της Κωνσταντινούπολης, γνωστό για τα μοναδικά ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες του.

Οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν έντονο προβληματισμό για τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία διαχειρίζεται μνημεία που συνδέονται με διαφορετικές ιστορικές περιόδους και θρησκευτικές κοινότητες.

Στην περίπτωση του Αγίου Ευσταθίου, μπορει να αποφεύγεται η μετατροπή σε τέμενος, ωστόσο το ζήτημα μεταφέρεται στο περιεχόμενο του αφηγήματος: ποιοι ήταν οι άνθρωποι που δημιούργησαν τον ναό και πώς παρουσιάζεται η ιστορία τους.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι Καραμανλήδικες επιγραφές που σώζονται στο εσωτερικό του ναού. Οι επιγραφές αυτές αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιδιαίτερης πολιτιστικής πραγματικότητας της Καππαδοκίας: κείμενα στην τουρκική γλώσσα γραμμένα με ελληνικό αλφάβητο.

Στη σύγχρονη τουρκική αφήγηση συχνά περιγράφονται ως «τουρκικά κείμενα».

Ωστόσο, η ιστορική πραγματικότητα των Καραμανλήδων είναι πολύ πιο σύνθετη.

Οι Καραμανλήδες ήταν Έλληνες Ορθόδοξοι της Μικράς Ασίας. Η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην καθημερινότητά τους ήταν σε μεγάλο βαθμό η τουρκική, όμως η θρησκευτική και κοινοτική τους ταυτότητα ήταν ορθόδοξη. Είχαν εκκλησίες, ιερείς, σχολεία και οργανική σχέση με το ελληνορθόδοξο στοιχείο της περιοχής.

Η Καραμανλήδικη γραφή αποτελεί ακριβώς το αποτύπωμα αυτής της ιδιαιτερότητας: μιας κοινότητας που συνδύαζε διαφορετικά πολιτισμικά στοιχεία χωρίς να χάνει την ελληνορθόδοξη ταυτότητά της.

Για την ελληνική ιστορική μνήμη, οι Καραμανλήδες αποτελούν τμήμα του ευρύτερου κόσμου των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και όχι απλώς μια γλωσσική ομάδα.

Μία τελευταία απόδειξη της ελληνικότητας των Καραμανλήδων ήταν το γεγονός ότι το τουρκικό κράτος τους έστειλε στην Ελλάδα κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923.

Στο νέο Μουσείο Πόλης Ιντζεσού οι τουρκικές αρχές σχεδιάζουν να παρουσιάσουν την ιστορία της περιοχής μέσα από εκθέματα που αφορούν την αρχαιολογία, την κοινωνική ζωή, τη γαστρονομία, την οικονομία και την οθωμανική περίοδο. Στο πλαίσιο αυτό αναμένεται να παρουσιαστούν και αντικείμενα όπως κεραμικά και άλλα στοιχεία που συνδέονται με την οθωμανική κληρονομιά. Η ανάδειξη διαφορετικών ιστορικών περιόδων ενός τόπου αποτελεί συνήθη πρακτική στα μουσεία.

Ωστόσο, στην περίπτωση του Αγίου Ευσταθίου υπάρχει μια βασική ιδιαιτερότητα: το ίδιο το κτίριο αποτελεί ιστορική μαρτυρία μιας συγκεκριμένης κοινότητας. Οι τοιχογραφίες, οι επιγραφές και η αρχιτεκτονική του δεν δημιουργήθηκαν ως γενικά στοιχεία μιας περιοχής, αλλά ως έκφραση της πίστης και της ζωής των Ρωμιών Ορθοδόξων της Καππαδοκίας.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η διάσταση θα παραμείνει κεντρική στην παρουσίαση του μουσείου ή αν θα χαθεί μέσα σε μια ευρύτερη αφήγηση περί κοινής τοπικής κληρονομιάς, μία πρακτική που πλέον υιοθετεί το τουρκικό κράτος για χαμηλώσει τη φωνή της ελληνικότητας τόπων και κειμηλίων της Μικράς Ασίας, και να υψώσει τη συμμετοχή Σελτζούκων και Οθωμανών σε μία παρουσίαση που για κάθε τι μοιάζει με στρωματώσεις εδάφους: κάτω αρχαίο, πάνω βυζαντινό, πιο πάνω οθωμανικό και στην κορυφή της εποχής της τουρκικής δημοκρατίας, άρα είμαστε ιδιοκτήτες αυτής της κληρονομιάς.

Η αποκατάσταση του Αγίου Ευσταθίου ασφαλώς διασώζει ένα σημαντικό ιστορικό κτίριο. Χωρίς τις εργασίες συντήρησης, οι τοιχογραφίες, οι επιγραφές και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναού θα κινδύνευαν να χαθούν. Όμως τα μνημεία δεν είναι μόνο πέτρα και χρώμα. Είναι οι άνθρωποι που τα δημιούργησαν.

Είναι οι κοινότητες που προσευχήθηκαν μέσα σε αυτά. Είναι οι γλώσσες που ακούστηκαν στους χώρους τους και οι ιστορίες που μεταφέρθηκαν από γενιά σε γενιά. Η περίπτωση του Αγίου Ευσταθίου στην Καισάρεια δείχνει ότι η μάχη για την πολιτιστική κληρονομιά δεν αφορά μόνο το αν ένα κτίριο θα σωθεί. Αφορά και το ποια ιστορία θα ειπωθεί μέσα από αυτό.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ