Αναβρασμός επικρατεί στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του κυβερνώντος κόμματος, καθώς η ομαλή ολοκλήρωση της ψηφοφορίας για την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών δεν στάθηκε ικανή να κατευνάσει τις εσωτερικές αντιδράσεις.
Η διαχείριση των δικογραφιών που έφτασαν στη Βουλή για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχει δημιουργήσει ένα σαφές ρήγμα, το οποίο πλέον εκφράζεται ανοιχτά.
Η βασική ένσταση σημαντικής μερίδας βουλευτών εστιάζεται στην οριζόντια αντιμετώπιση όλων των υποθέσεων, χωρίς να προηγηθεί ξεχωριστή αξιολόγηση της βαρύτητας για την κάθε περίπτωση.
Οι κοινοβουλευτικοί εκφράζουν την ανησυχία τους ότι η συγκεκριμένη τακτική δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο, το οποίο θα δεσμεύσει το σώμα σε μελλοντικές δικογραφίες.
Το μήνυμα κατευνασμού και τα ψηφοδέλτια
Σε μια προσπάθεια να απορροφήσει τους κραδασμούς, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να εκπέμψει μήνυμα στήριξης προς τους βουλευτές του. Η κυβερνητική ηγεσία διαμηνύει ότι κατανοεί τις αγωνίες τους και δεν προτίθεται να τους αφήσει πολιτικά εκτεθειμένους, εφόσον κρίνεται ότι τα αιτήματα άρσης ασυλίας δεν αφορούν πραγματικά επιλήψιμες πράξεις.
Τη γραμμή αυτή εξέφρασε επίσημα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης. Απαντώντας στις ανησυχίες που έχουν καταγραφεί, ξεκαθάρισε ότι για τους βουλευτές των οποίων η ασυλία ήρθη, δεν υφίσταται κανένα απολύτως ζήτημα σχετικά με τη συμμετοχή τους στα ψηφοδέλτια του κόμματος, διαβεβαιώνοντας ότι θα συμπεριληφθούν κανονικά στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.
Το μέτωπο κατά του υπουργού Επικρατείας
Παρά τις προσπάθειες πυρόσβεσης, το εσωκομματικό κλίμα παραμένει βαρύ, με επίκεντρο πλέον τον υπουργό Επικρατείας, Άκη Σκέρτσο. Αφορμή στάθηκε η πρόσφατη αναφορά του σε «συναλλακτικές πελατειακές σχέσεις μεταξύ ψηφοφόρων και πολιτικού προσωπικού». Η δήλωση αυτή ερμηνεύτηκε από πολλούς βουλευτές ως ευθεία βολή για τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται, προκαλώντας έντονη δυσφορία.
Στο παρασκήνιο, η κριτική εστιάζεται στο γεγονός ότι ένα εξωκοινοβουλευτικό στέλεχος, το οποίο δεν έχει εκτεθεί ποτέ στη λαϊκή ψήφο, επικρίνει τους εκλεγμένους εκπροσώπους. Η ενόχληση αυτή πέρασε γρήγορα από τους διαδρόμους της Βουλής στη δημόσια σφαίρα.
Ο Μάκης Βορίδης παρενέβη δεικτικά, τονίζοντας ότι στελέχη που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τον πρωθυπουργό δεν μπορούν να ασκούν κριτική «αφ’ υψηλού» σε βουλευτές από τους οποίους αντλεί νομιμοποίηση η ίδια η κυβέρνηση.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Γιάννης Οικονόμου, ο οποίος στηλίτευσε την ευκολία με την οποία επιχειρείται να φορτωθεί στους βουλευτές η φαυλότητα του πολιτικού συστήματος. Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο Ανδρέας Κατσανιώτης.
Χαρακτηρίζοντας τον κ. Σκέρτσο ως «εκπρόσωπο του επιτελικού κράτους», υπογράμμισε ότι, έχοντας βρεθεί επτά χρόνια στον πυρήνα της διακυβέρνησης, θα έπρεπε να έχει επιλύσει τις παθογένειες του βαθέος κράτους, ώστε οι πολίτες να μην αναγκάζονται να καταφεύγουν στους βουλευτές για τα προβλήματά τους.
Ο Παύλος Μαρινάκης έσπευσε εκ νέου να υπερασπιστεί τον υπουργό Επικρατείας, υποστηρίζοντας ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση στοχοποίησης των κοινοβουλευτικών.
Ωστόσο, η διάρκεια της εσωκομματικής συζήτησης αποδεικνύει ότι ο αναβρασμός καλά κρατεί. Καθοριστικό ρόλο για την εκτόνωση ή την κλιμάκωση της κατάστασης αναμένεται να παίξουν οι επόμενες δημοσκοπήσεις, οι οποίες θα αποτυπώσουν το πολιτικό κόστος από τις πρόσφατες δικαστικές και εσωκομματικές αναταράξεις.