Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται για ακόμη μία φορά εγκλωβισμένη στη δίνη ενός αδυσώπητου εμπορικού πολέμου, με τις αντοχές των αγορών να δοκιμάζονται στα άκρα. Η αμετακίνητη απόφαση του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, να προχωρήσει στην αιφνιδιαστική επιβολή νέων, οριζόντιων δασμών ύψους 15% σε όλα ανεξαιρέτως τα εισαγόμενα προϊόντα, έχει προκαλέσει ένα άνευ προηγουμένου κύμα αβεβαιότητας, ανησυχίας και βαθιάς οργής στα ευρωπαϊκά κέντρα αποφάσεων. Αυτή η επιθετική κίνηση, η οποία ήρθε ως άμεση και αντανακλαστική απάντηση μετά το ηχηρό νομικό μπλόκο του αμερικανικού Ανώτατου Δικαστηρίου –το οποίο είχε κρίνει παράνομους τους προηγούμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς– ρίχνει βαριά τη σκιά της στο μέλλον των διατλαντικών εμπορικών σχέσεων.
Στο επίκεντρο αυτής της σφοδρής σύγκρουσης βρίσκεται, αναμενόμενα, η Γερμανία. Η ισχυρότερη οικονομία της Γηραιάς Ηπείρου και η ατμομηχανή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας βλέπει τις εξαγωγές της να βάλλονται ευθέως από τα νέα αμερικανικά μέτρα. Πολιτικοί ηγέτες και κορυφαίοι επιχειρηματικοί παράγοντες στο Βερολίνο κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, διαμηνύοντας με τον πλέον κατηγορηματικό και επίσημο τρόπο ότι η παράταση αυτής της εμπορικής αβεβαιότητας συνιστά άμεση απειλή. Και το μήνυμά τους είναι σαφές: η απειλή αυτή δεν στρέφεται αποκλειστικά κατά των ευρωπαϊκών εξαγωγών, αλλά γυρίζει σαν μπούμερανγκ, χτυπώντας πρωτίστως την ίδια την αμερικανική αγορά και την τσέπη των πολιτών της.
Η Οργή του Βερολίνου και η Απειλή για την Αυτοκινητοβιομηχανία
Τα πυρά από τη γερμανική πλευρά είναι συνεχή, απολύτως στοχευμένα και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για διπλωματικές παρερμηνείες. Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Λαρς Κλινγκμπάιλ, παρεμβαίνοντας ανοιχτά για τη νέα, εκρηκτική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί μετά τις ανακοινώσεις του Λευκού Οίκου, ξεκαθάρισε το τοπίο με σκληρή γλώσσα. Όπως υπογράμμισε, παρά τη φαινομενική ανακούφιση που προσέφερε αρχικά στους επενδυτές η δικαστική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, η πραγματικότητα στο εμπορικό πεδίο παραμένει κυριολεκτικά εφιαλτική για τις μεγάλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
«Παρά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, παραμένουν σε πλήρη και αδιαπραγμάτευτη ισχύ οι δασμοί που αφορούν συγκεκριμένους, απολύτως ζωτικούς κλάδους, όπως είναι η βαριά αυτοκινητοβιομηχανία και ο χάλυβας», δήλωσε χαρακτηριστικά μιλώντας στη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung. Με το βλέμμα του στραμμένο ξεκάθαρα στους νέους, οριζόντιους δασμούς του 15% που μόλις ανακοίνωσε ο Αμερικανός Πρόεδρος, το συμπέρασμά του είναι αμείλικτο: «παραμένει μεγάλη αβεβαιότητα». Η κατάσταση αυτή απειλεί ευθέως να τινάξει στον αέρα τον μακροπρόθεσμο οικονομικό και στρατηγικό σχεδιασμό των ευρωπαϊκών κολοσσών που στηρίζονται στις εξαγωγές.
Ωστόσο, το μήνυμα που στέλνει το Βερολίνο προς την Ουάσιγκτον κρύβει μια ακόμα πιο σκληρή, οικονομική αλήθεια. Οι Γερμανοί αξιωματούχοι τονίζουν με κάθε ευκαιρία ότι αυτές οι μονομερείς, επιθετικές προστατευτικές πολιτικές λειτουργούν τελικά εις βάρος εκείνων που τις επιβάλλουν. Όπως σημείωσε με νόημα ο κ. Κλινγκμπάιλ, οι δασμοί βλάπτουν αναμφισβήτητα την οικονομική ανάπτυξη και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, όμως αυτοί που υφίστανται το κύριο και βαρύτερο τίμημα των καταστροφικών συνεπειών είναι οι ίδιοι οι Αμερικανοί καταναλωτές. Η Ευρώπη, ωστόσο, δεν προτίθεται σε καμία περίπτωση να μείνει με σταυρωμένα τα χέρια παρακολουθώντας απαθώς τον εμπορικό εκβιασμό.
Η στρατηγική, ευρωπαϊκή απάντηση απέναντι στις εμπορικές κινήσεις Τραμπ είναι σαφής, συντονισμένη και απόλυτα ανυποχώρητη. «Η απάντησή μας παραμένει η ίδια: Χτίζουμε νέες εμπορικές σχέσεις παγκοσμίως, συνάπτουμε συστηματικά συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών, προστατεύουμε με κάθε διαθέσιμο μέσο τη βιομηχανία μας και ενισχύουμε την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της Ευρώπης», ήταν η κατηγορηματική δήλωση του Γερμανού υπουργού. Τα λόγια αυτά προδιαγράφουν ξεκάθαρα μια επιταχυνόμενη, ιστορική στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς νέες, εναλλακτικές αγορές μακριά από τον ασφυκτικό αμερικανικό προστατευτισμό.
Ο Ιλιγγιώδης Λογαριασμός των 100 Δισ. και η Κατάρρευση των Συμφωνιών
Το πραγματικό, αριθμητικό μέγεθος της τεράστιας οικονομικής ζημιάς που έχει ήδη προκληθεί από αυτόν τον παρατεταμένο δασμολογικό πόλεμο προκαλεί ίλιγγο στις διεθνείς αγορές, μετατρέποντας τη διαμάχη σε ανοιχτή νομική και οικονομική ρήξη μεγατόνων. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Μπερντ Λάνγκε, προχώρησε σε μια σειρά από εκρηκτικές, θεσμικές παρεμβάσεις, απαιτώντας πλέον ευθέως και επίσημα την άμεση επιστροφή όλων των παρανόμως καταβληθέντων δασμών.
Τα επίσημα νούμερα που επικαλέστηκε ο κορυφαίος Ευρωπαίος αξιωματούχος αποκαλύπτουν μια τεράστια, άδικη αφαίμαξη ρευστότητας. Μιλώντας στη Γερμανική Ραδιοφωνία, ο κ. Λάνγκε εκτίμησε ότι ο οικονομικός απολογισμός αυτής της τακτικής είναι απλώς συντριπτικός: οι γερμανικές εταιρείες παραγωγής ή οι Αμερικανοί εισαγωγείς που διακινούν τα προϊόντα τους στην αμερικανική αγορά, έχουν εξαναγκαστεί μέχρι σήμερα να καταβάλουν το αδιανόητο ποσό των τουλάχιστον 100 δισεκατομμυρίων περισσότερων δολαρίων από ό,τι θα έπρεπε υπό φυσιολογικές νομικές συνθήκες. Μιλάμε για ένα κολοσσιαίο, αστρονομικό ποσό που κυριολεκτικά αφαιρέθηκε βίαια από την πραγματική οικονομία για να στηρίξει τεχνητά και αναίτια την αμερικανική εμπορική ατζέντα.
Το πλέον ανησυχητικό και κρίσιμο, όμως, είναι το μέλλον των διμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων, το οποίο μοιάζει πλέον απόλυτα δυσοίωνο. Ο κ. Λάνγκε διεμήνυσε με απόλυτη αυστηρότητα ότι, υπό το βάρος των νέων, δραματικών δεδομένων και ειδικά μετά την καθοριστική, τελεσίδικη απόφαση της αμερικανικής δικαιοσύνης, η όποια εμπορική συμφωνία είχε ήδη διαπραγματευτεί η Ευρωπαϊκή Ένωση με τις Ηνωμένες Πολιτείες στερείται πλέον εντελώς νομικής, τεχνικής και πολιτικής βάσης. Το τραπέζι των διαπραγματεύσεων ουσιαστικά ανατρέπεται πλήρως, αφήνοντας τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον σε μια πρωτοφανή κατάσταση ψυχροπολεμικής εμπορικής σύγκρουσης χωρίς εμφανή διέξοδο.
Η εμμονική επιβολή του νέου, παγκόσμιου φόρου του 15% αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Λευκός Οίκος επιλέγει συνειδητά τον επικίνδυνο δρόμο της απόλυτης μετωπικής σύγκρουσης, αγνοώντας πλήρως τις δραματικές προειδοποιήσεις των διεθνών αγορών και των ιστορικών του συμμάχων. Μέσα σε αυτό το καθεστώς της παρατεταμένης, ασφυκτικής και τοξικής αβεβαιότητας, η ευρωπαϊκή βιομηχανία καλείται να επαναπροσδιορίσει άμεσα και επιτακτικά τον παγκόσμιο ρόλο της, προκειμένου να επιβιώσει και να μην καταστεί το μόνιμο θύμα μιας νέας, αμείλικτης και άδικης παγκόσμιας εμπορικής τάξης. Το μόνο απολύτως σίγουρο είναι ότι αυτός ο ακήρυχτος οικονομικός πόλεμος θα έχει τεράστιο, δυσβάσταχτο κόστος και ανυπολόγιστες μακροχρόνιες συνέπειες.