putin-rosia-nato
Ρωσία

Όταν η Ρωσία αιτήθηκε ένταξη στο ΝΑΤΟ αλλά οι ΗΠΑ αρνήθηκαν

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Υπάρχει ένα ερώτημα που σήμερα μοιάζει σχεδόν αδιανόητο. Θα μπορούσε η Ρωσία να είχε γίνει μέλος του ΝΑΤΟ; Και ακόμα πιο σημαντικό: υπήρξε πραγματικά μια στιγμή στις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν η Μόσχα χτύπησε την πόρτα της Συμμαχίας και η Ουάσιγκτον της είπε «όχι»;

Σήμερα, το ΝΑΤΟ θεωρεί τη Ρωσία τη σημαντικότερη και πιο άμεση απειλή για την ασφάλεια των κρατών-μελών του. Το 2022, μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία, η Συμμαχία άλλαξε δραστικά τη στρατηγική της και επανέφερε στο επίκεντρο τη συλλογική άμυνα απέναντι σε μια μεγάλη κρατική στρατιωτική δύναμη.

Όμως μόλις δύο δεκαετίες νωρίτερα, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Ρώσοι στρατιώτες συνεργάζονταν με δυνάμεις του ΝΑΤΟ, η Μόσχα συμμετείχε σε κοινές δομές ασφαλείας και ο ίδιος ο Βλαντίμιρ Πούτιν δήλωνε δημόσια ότι δεν μπορούσε να φανταστεί το ΝΑΤΟ ως εχθρό.

Πώς λοιπόν περάσαμε από το «γιατί όχι;» στο σημερινό «η Ρωσία αποτελεί την κύρια στρατιωτική απειλή»;

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Η Ρωσία Και Το ΝΑΤΟ Μετά Τον Ψυχρό Πόλεμο

Για να καταλάβουμε την ιστορία, πρέπει να γυρίσουμε στο 1991, όταν διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση. Η Ρωσική Ομοσπονδία που δημιουργήθηκε δεν ήταν πλέον η υπερδύναμη του Ψυχρού Πολέμου και η Δύση προσπάθησε να δημιουργήσει μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990 υπήρχαν ρωσικές αναφορές στην πιθανότητα ένταξης στο ΝΑΤΟ. Ο Μπόρις Γέλτσιν είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο, ενώ το 1997 υπογράφηκε η NATO-Russia Founding Act. Το ίδιο το ΝΑΤΟ χαρακτήρισε τότε τη συμφωνία ως ένα νέο πλαίσιο συνεργασίας, με στόχο μια «διαρκή και χωρίς αποκλεισμούς ειρήνη» στην Ευρώπη.

Η συνεργασία δεν ήταν μόνο διπλωματική. Ρωσικές δυνάμεις συμμετείχαν μαζί με στρατεύματα του ΝΑΤΟ σε επιχειρήσεις στα Βαλκάνια, ενώ δημιουργήθηκε και το NATO-Russia Permanent Joint Council για διαβουλεύσεις και συνεργασία σε ζητήματα ασφαλείας.

Και μετά ήρθε ο Πούτιν.

Τον Μάρτιο του 2000, σε συνέντευξή του στο BBC στον David Frost, ο τότε υπηρεσιακός πρόεδρος της Ρωσίας ρωτήθηκε εάν θα μπορούσε η χώρα του να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ. Η απάντησή του ήταν ουσιαστικά «γιατί όχι;», υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα αντιμετωπιζόταν ως ισότιμος εταίρος. Μάλιστα, δήλωσε ότι δυσκολευόταν να θεωρήσει το ΝΑΤΟ εχθρό.

Τι Έγινε Πραγματικά Με Τον Κλίντον

Τον Ιούνιο του 2000, ο Μπιλ Κλίντον επισκέφθηκε τη Μόσχα και συναντήθηκε με τον Πούτιν. Χρόνια αργότερα, ο Πούτιν περιέγραψε σε συνεντεύξεις του ότι στη συνάντηση ρώτησε τον Αμερικανό πρόεδρο εάν η Ρωσία θα μπορούσε να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.

Σύμφωνα με την εκδοχή του Πούτιν, ο Κλίντον αρχικά απάντησε θετικά, λέγοντας ουσιαστικά ότι η ιδέα ήταν ενδιαφέρουσα. Αργότερα όμως, αφού συζήτησε το ζήτημα με την αμερικανική αντιπροσωπεία, φέρεται να του είπε ότι δεν ήταν εφικτό εκείνη τη στιγμή. Η συγκεκριμένη αφήγηση προέρχεται από τον ίδιο τον Πούτιν και δεν αποτελεί καταγεγραμμένη επίσημη διαδικασία ένταξης.

Και εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη λεπτομέρεια.

Η Ρωσία δεν υπέβαλε ποτέ κανονική αίτηση ένταξης, όπως έκαναν αργότερα χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ο τότε Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, George Robertson, δήλωσε τον Μάρτιο του 2000 ότι η ρωσική ένταξη «δεν ήταν στην ατζέντα». Λίγους μήνες αργότερα, όμως, αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ άφηναν ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι κάποια στιγμή η ένταξη θα μπορούσε να εξεταστεί, εφόσον εξυπηρετούσε την ασφάλεια της Συμμαχίας και της Ευρώπης.

Άρα, το «οι ΗΠΑ είπαν όχι» είναι μια απλοποίηση. Δεν υπήρξε επίσημη αμερικανική απόφαση που να απορρίπτει μια πλήρη ρωσική αίτηση. Υπήρξε όμως ξεκάθαρα μια διαφορά αντίληψης: η Μόσχα ήθελε να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή μεγάλη δύναμη και ισότιμος παίκτης, ενώ το ΝΑΤΟ λειτουργούσε ως συμμαχία συγκεκριμένων κρατών με συγκεκριμένες διαδικασίες ένταξης.

Και αυτό ήταν το πρώτο μεγάλο πρόβλημα.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Από Την Συνεργασία Στην Αντιπαράθεση

Παρά τις διαφωνίες, στις αρχές του 21ου αιώνα οι σχέσεις συνέχισαν να βελτιώνονται. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, Ρωσία και ΝΑΤΟ συνεργάστηκαν σε θέματα τρομοκρατίας, μη διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής, έρευνας και διάσωσης, αντιπυραυλικής άμυνας και στρατιωτικής συνεργασίας.

Το 2002 δημιουργήθηκε το NATO-Russia Council. Για πρώτη φορά, η Ρωσία και τα κράτη του ΝΑΤΟ συμμετείχαν σε ένα πλαίσιο όπου συζητούσαν ως «20», με μηχανισμούς διαβούλευσης, συναίνεσης, κοινών αποφάσεων και κοινής δράσης σε συγκεκριμένους τομείς.

Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι η Ρωσία είχε θέση μέσα στη Συμμαχία. Ούτε είχε δικαίωμα βέτο στις αποφάσεις του ΝΑΤΟ. Και αυτό ακριβώς ήταν ένα από τα θεμελιώδη ζητήματα.

Παράλληλα, η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολική Ευρώπη συνεχιζόταν. Για τη Βαρσοβία, την Πράγα, τη Βουδαπέστη και αργότερα τις χώρες της Βαλτικής, η ένταξη στο ΝΑΤΟ αποτελούσε μηχανισμό ασφάλειας μετά από δεκαετίες σοβιετικής κυριαρχίας. Για τη Μόσχα, όμως, η μετακίνηση της στρατιωτικής συμμαχίας προς τα ρωσικά σύνορα αποτελούσε ολοένα μεγαλύτερο στρατηγικό πρόβλημα.

Η ρήξη δεν έγινε σε μία ημέρα. Το 2008 ήρθε ο πόλεμος στη Γεωργία. Το 2014 η Ρωσία προσάρτησε παράνομα την Κριμαία και ξεκίνησε η ένοπλη σύγκρουση στο Ντονμπάς. Το 2022 ήρθε η πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία.

Και κάπου εκεί, η παλιά συζήτηση για μια πιθανή ρωσική ένταξη στο ΝΑΤΟ έγινε σχεδόν ιστορική ειρωνεία.

Το 2022 το ΝΑΤΟ χαρακτήρισε πλέον επίσημα τη Ρωσία ως τη «σημαντικότερη και άμεση απειλή» για την ασφάλεια των Συμμάχων. Η Συμμαχία ενίσχυσε τις ανατολικές της δυνάμεις, αύξησε την ετοιμότητα και επαναπροσδιόρισε τη στρατηγική της γύρω από τη συλλογική άμυνα.

Και η αλλαγή συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Στη Σύνοδο της Χάγης το 2025, οι χώρες του ΝΑΤΟ δεσμεύτηκαν να αυξήσουν σταδιακά τις αμυντικές και συναφείς επενδύσεις στο 5% του ΑΕΠ ετησίως έως το 2035, με τουλάχιστον 3,5% να κατευθύνεται στις βασικές αμυντικές ανάγκες. Το ΝΑΤΟ συνδέει ευθέως αυτή τη νέα προσπάθεια με τη μακροπρόθεσμη απειλή που θεωρεί ότι προέρχεται από τη Ρωσία.

Και έτσι φτάνουμε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν ο Πούτιν μπορούσε να μιλά δημόσια για μια πιθανή ρωσική ένταξη και το ΝΑΤΟ να συζητά τη συνεργασία με τη Μόσχα, στο 2026, όπου η Ευρώπη αυξάνει μαζικά τις αμυντικές της δαπάνες και προετοιμάζει τις ένοπλες δυνάμεις της για το ενδεχόμενο μιας μεγάλης σύγκρουσης με τη Ρωσία· και το ερώτημα που μένει είναι πώς ακριβώς φτάσαμε από εκεί στο σήμερα και αν, τελικά, η Ρωσία είναι ο εχθρός του ΝΑΤΟ μόνο στα χαρτιά ή αν η ίδια η ιστορία των τελευταίων τριάντα ετών έχει μετατρέψει αυτή την αντιπαλότητα σε πραγματική στρατηγική σύγκρουση.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ