Σε μια κίνηση που προκαλεί, έντονους προβληματισμούς και κύμα αντιδράσεων, το υπουργικό συμβούλιο έδωσε το «πράσινο φως» στο νομοσχέδιο του Υπουργού Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, για τη λεγόμενη «δευτερογενή χρήση ηλεκτρονικών δεδομένων υγείας». Πίσω από τις ωραίες λέξεις περί «καινοτομίας», «έρευνας» και «ευρωπαϊκού πλαισίου», κρύβεται μια απαράδεκτη πραγματικότητα: τα πιο ευαίσθητα, προσωπικά ιατρικά δεδομένα κάθε πολίτη ετοιμάζονται να βγουν... στη φόρα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΕΕ, μέχρι τον Μάρτιο του 2027 τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν ενσωματώσει το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, ενώ έως το 2029 θα πρέπει να λειτουργεί πλήρως η ασφαλής ανταλλαγή και αξιοποίηση δεδομένων υγείας σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πρόσβαση στα δεδομένα υγείας αποτελούσε επί χρόνια αντικείμενο αντιπαράθεσης μεταξύ κράτους, ΕΟΠΥΥ και φαρμακευτικών επιχειρήσεων.
Ο κλάδος ζητούσε εδώ και χρόνια πρόσβαση στα στοιχεία της συνταγογράφησης, ενώ οι δημόσιοι φορείς διατηρούσαν αυστηρούς περιορισμούς.
Πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίον θα είναι διαθέσιμα τα δεδομένα από φάρμακα, συνταγές, νοσηλείες, εξετάσεις κ.α. ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν από τους πολίτες, τις εταιρείες, από ερευνητές και κάθε ενδιαφερόμενο.
Με τον τρόπο αυτό οι πολίτες θα μπορούν να ελέγχουν και να αξιοποιούν τα ιατρικά δεδομένα, ενώ ταυτόχρονα θα διευκολυνθεί η έρευνα, η φαρμακευτική καινοτομία και οι συνθήκες περίθαλψης αφού θα μπορούν να γίνουν παρεμβάσεις στα συστήματα υγείας.
Με ποιο δικαίωμα τα ιατρικά μας μυστικά στα χέρια τρίτων;
Το βασικό ερώτημα που καίει κάθε σκεπτόμενο πολίτη είναι ένα και αμείλικτο: Με ποιο δικαίωμα θα μπορεί ο οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στον ιατρικό μου φάκελο χωρίς τη δική μου ρητή άδεια και συγκατάθεση;
Το νομοσχέδιο περιγράφει αναλυτικά πώς τα πάντα —από τις συνταγογραφήσεις φαρμάκων, τις διαγνώσεις και τις νοσηλείες, μέχρι τις ειδικές εξετάσεις και το ιστορικό μας— θα γίνουν διαθέσιμα σε ιδιωτικές εταιρείες, ερευνητικά κέντρα και «κάθε ενδιαφερόμενο».
ΓΙΑΤΙ οι φαρμακευτικές εταιρείες να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα υγείας των ασθενών;
Εδώ και χρόνια, ο φαρμακευτικός κλάδος πίεζε ασφυκτικά για να βάλει χέρι στα στατιστικά και τα στοιχεία συνταγογράφησης του ΕΟΠΥΥ, με τον Οργανισμό να αρνείται σθεναρά. Τώρα, με το πρόσχημα της ευρωπαϊκής οδηγίας (που επιβάλλει πλήρη εφαρμογή έως το 2029 και νομοθετική ενσωμάτωση έως το 2027), το αδιανόητο γίνεται νόμος του κράτους: οι πολυεθνικές αποκτούν πρόσβαση σε μια χρυσοφόρα δεξαμενή πληροφοριών, μετατρέποντας την υγεία των πολιτών σε πεδίο εμπορικής εκμετάλλευσης.
Η εξέλιξη αυτή παίρνει ακόμα πιο επικίνδυνες διαστάσεις αν συνδεθεί με το νέο τοπίο που διαμορφώνεται στη χώρα.
Πόσο τυχαία είναι η χρονική στιγμή που επιβάλλεται η καινούργια ταυτότητα και ο Προσωπικός Αριθμός;
Πόσο «προσωπικός» είναι τελικά ένας αριθμός όταν μέσω αυτού θα μπορούν να διασταυρωθούν και να προσπελαστούν τα πάντα —από τα φορολογικά μέχρι τα πιο ευαίσθητα ιατρικά σου δεδομένα;
Πού πηγαίνει η ιδιωτικότητα όταν το κράτος και οι ιδιώτες ψηφιοποιούν, συγκεντρώνουν και «μοιράζουν» τις πληροφορίες της ζωής σου με ένα πάτημα κουμπιού;
Η υπόσχεση για «ανώνυμα στατιστικά» και «ασφαλή ανταλλαγή» ελάχιστα καθησυχάζει. Σε μια εποχή που οι κυβερνοεπιθέσεις και οι διαρροές βάσεων δεδομένων είναι καθημερινό φαινόμενο, το να μετατρέπονται τα ιατρικά δεδομένα εκατομμυρίων πολιτών σε προσβάσιμη «πραμάτεια» συνιστά κατάφορη παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μας.
Η προσπάθεια να παρουσιαστεί το νομοσχέδιο ως «πρόοδος» που θα βελτιώσει τους δείκτες υγείας ανά περιοχή δεν μπορεί να χρυσώσει το χάπι. Η ιατρική απόρρητη σχέση γιατρού και ασθενούς καταπατάται. Ο πολίτης παύει να είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του σώματος και της υγείας του και μετατρέπεται σε «data» για τις φαρμακευτικές.
Το ερώτημα παραμένει και ζητά απαντήσεις: Ποιος μας προστατεύει όταν τα πιο προσωπικά μας δεδομένα γίνονται βορά στα επιχειρηματικά συμφέροντα;