Το Μέγαρο Μαξίμου ξεδιπλώνει μια στρατηγική διπλής ανάσχεσης, ρίχνοντας το βάρος τόσο στην αποτροπή του τουρκικού αναθεωρητισμού, όσο και στην απόκρουση της εσωτερικής πολιτικής κριτικής.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να εδραιώσει ένα συμπαγές αφήγημα σταθερότητας και διεθνούς αξιοπιστίας, μετατρέποντας τις γεωπολιτικές προκλήσεις στο απόλυτο διακύβευμα των επόμενων εθνικών εκλογών.
Το «έτσι θέλω» της Άγκυρας και το νομικό τείχος της Αθήνας
Στο διπλωματικό πεδίο, η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να παρακολουθήσει παθητικά την προσπάθεια της Τουρκίας να νομοθετήσει την αυθαιρεσία μέσω της αποκαλούμενης «Γαλάζιας Πατρίδας». Αν και προσώρας δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση από την τουρκική ηγεσία, το μήνυμα της Αθήνας είναι ξεκάθαρο: οποιαδήποτε μονομερής ενέργεια για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών συνιστά παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Κυβερνητικά στελέχη διαμηνύουν πως η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει τετελεσμένα. Όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζουν, η τακτική του «έτσι θέλω» δεν αντανακλά εθνική ισχύ, αλλά θεσμική αδυναμία.
Το δόγμα των «ήρεμων νερών», σύμφωνα με το Μαξίμου, δεν συνιστά εγκατάλειψη των εθνικών θέσεων. Αντίθετα, λειτουργεί ως διπλωματικό προκάλυμμα πίσω από το οποίο η χώρα ενισχύει το αμυντικό της οπλοστάσιο και εδραιώνει τις στρατηγικές της συμμαχίες, διατηρώντας το πλεονέκτημα της ψυχραιμίας.
Το «τηλέφωνο στις 3 το πρωί» και η μετωπική με τον Βενιζέλο
Η ένταση, ωστόσο, επεκτάθηκε και στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, με αφορμή τη ρητορική του Κυριάκου Μητσοτάκη για τη διαχείριση κρίσεων. Η αναφορά του Πρωθυπουργού στο ποιος διαθέτει το διεθνές εκτόπισμα να επικοινωνήσει με ξένους ηγέτες «στις 3 το πρωί» προκάλεσε την ειρωνική αντίδραση του Ευάγγελου Βενιζέλου, ο οποίος χαρακτήρισε τη δήλωση «αλαζονική και ανιστόρητη».
Η απάντηση της κυβέρνησης υπήρξε άμεση και αιχμηρή. Το Μαξίμου υπεραμύνθηκε του πρωθυπουργικού προφίλ, τονίζοντας πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κατακτήσει τη δυνατότητα να συνομιλεί απευθείας και επί ίσοις όροις με τα παγκόσμια κέντρα αποφάσεων.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι απλώς ρητορική, αλλά αποκαλύπτει τη βασική προεκλογική στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας ενόψει του 2027.
Το κυβερνητικό επιτελείο θέτει ήδη το πολιτικό δίλημμα, συγκρίνοντας τη διεθνή αξιοπιστία του Πρωθυπουργού (η οποία σφυρηλατήθηκε μέσα από τις κρίσεις του Έβρου, της πανδημίας και της Ουκρανίας) με τα πρόσωπα της αντιπολίτευσης, από τον Νίκο Ανδρουλάκη έως τον Αλέξη Τσίπρα και τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, τα οποία χαρακτηρίζει ως εγκλωβισμένα σε λαϊκιστικές προσεγγίσεις, χωρίς ρεαλιστική αντιπρόταση διακυβέρνησης.