Η υπερψήφιση του νέου Κληρονομικού Δικαίου κλείνει έναν νομικό κύκλο οκτώ δεκαετιών, με στόχο την εναρμόνιση της νομοθεσίας με τη σύγχρονη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Ωστόσο, η ιστορικότητα της μεταρρύθμισης επισκιάστηκε από την ένταξη μιας εμβόλιμης ρύθμισης που αφορά αποκλειστικά την ποινική μεταχείριση πολιτικών προσώπων, πυροδοτώντας μια πρωτοφανή θεσμική κρίση με τον ευρωπαϊκό μηχανισμό απονομής δικαιοσύνης.
Οι τομές στη διαδοχή και ο εκσυγχρονισμός της περιουσίας
Το νομοσχέδιο, η εφαρμογή του οποίου τοποθετείται στην έναρξη του νέου δικαστικού έτους τον προσεχή Σεπτέμβριο, εισάγει ρυθμίσεις που επιλύουν χρόνιες νομικές παθογένειες. Ο νομοθέτης επιχειρεί να απλοποιήσει τις διαδικασίες μεταβίβασης, προστατεύοντας παράλληλα τα συμβαλλόμενα μέρη από τον εγκλωβισμό των συνιδιοκτησιών και τα κληρονομικά χρέη.
Οι βασικοί άξονες της μεταρρύθμισης επικεντρώνονται στα εξής σημεία:
Το καθεστώς των διαθηκών: Μειώνεται το ηλικιακό όριο σύνταξης διαθήκης στο 16ο έτος. Οι ιδιόγραφες διαθήκες τίθενται υπό αυστηρό καθεστώς, με ισχύ μόλις ενός έτους από τη σύνταξή τους, μειώνοντας τον κίνδυνο πλαστότητας. Επιπλέον, απαγορεύεται αυστηρά η κληροδότηση περιουσίας σε προσωπικό ή διοικήσεις ιδρυμάτων περίθαλψης από τους φιλοξενούμενους ασθενείς.
Η νομιμοποίηση των συντρόφων: Για πρώτη φορά, αναγνωρίζεται πλήρες κληρονομικό δικαίωμα σε συντρόφους εκτός γάμου, εφόσον η σχέση υπερβαίνει την τριετία και απουσιάζουν στενότεροι συγγενείς. Ο δικαιούχος οφείλει να διεκδικήσει την περιουσία εντός τεσσάρων μηνών, ειδάλλως αυτή μεταβιβάζεται στο Δημόσιο.
Νόμιμη μοίρα σε ρευστό: Καταργείται η υποχρεωτική, εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα στα κληρονομούμενα ακίνητα. Οι κληρονόμοι (π.χ. τέκνα, σύζυγος) αποκτούν το δικαίωμα να λάβουν την αξία του μεριδίου τους σε χρήμα.
Προστασία ατομικής περιουσίας: Ο κληρονόμος παύει να βαρύνεται με την προσωπική του περιουσία για τα χρέη του θανόντος, προστατεύοντας τον πυρήνα της οικονομικής του αυτοτέλειας.
Εκκαθάριση: Ορίζεται πως ο εκκαθαριστής της κληρονομιάς θα επιλέγεται υποχρεωτικά από ειδικό κατάλογο δικηγόρων του δικαστηρίου, αποκλείοντας τους ίδιους τους κληρονόμους.
Το άρθρο 32Α και ο ασφυκτικός χρόνος της δικαιοσύνης
Παρά τη θετική κοινωνική αποτίμηση των παραπάνω διατάξεων, το βάρος της πολιτικής αντιπαράθεσης έπεσε στη ρύθμιση για την ποινική δίωξη των βουλευτών.
Το άρθρο 32Α εγκαθιδρύει ένα πλαίσιο υπερταχείας εκδίκασης αποκλειστικά για τον στενό πυρήνα του πολιτικού συστήματος. Συγκεκριμένα, προβλέπει ότι τα πλημμελήματα εν ενεργεία βουλευτών θα εισάγονται στο ακροατήριο σε ανώτατο όριο τριών μηνών. Για τις βαρύτερες κατηγορίες (κακουργήματα), ορίζεται ότι η ανάκριση θα περατώνεται μέσα σε τέσσερις μήνες, με την εκδίκαση να προσδιορίζεται υποχρεωτικά εντός τριμήνου από την έκδοση του παραπεμπτικού βουλεύματος.
Η μετωπική σύγκρουση με το ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου
Η συγκεκριμένη νομοθετική επιλογή δεν έμεινε αναπάντητη. Η Λάουρα Κοβέσι, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, παρενέβη με επιστολή της προς το υπουργείο Δικαιοσύνης, καταγράφοντας την έντονη ανησυχία της.
Η ευρωπαϊκή αρχή θεωρεί τη διάταξη ευθέως ασυμβίβαστη με τον κανονισμό λειτουργίας της, υπογραμμίζοντας πως η ταχύτητα της διαδικασίας στερεί τον απαραίτητο χρόνο διερεύνησης και, ουσιαστικά, ακυρώνει την αρμοδιότητα των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων στον έλεγχο των πολιτικών προσώπων.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης επιχείρησε να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από το βήμα της Βουλής. Ο υφυπουργός, Γιάννης Μπούγας, υποστήριξε πως η διάταξη αποτελεί μια απλή «νομοτεχνική βελτίωση» που δεν ακυρώνει καμία ανακριτική πράξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η εφαρμογή, ωστόσο, του νέου πλαισίου ενδέχεται να κρίνει στην πράξη εάν ο σκοπός της τροπολογίας ήταν η πάταξη της καθυστέρησης των δικαστηρίων ή η δημιουργία ενός προστατευτικού δικονομικού κελύφους.