Ο προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2026, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανέρχεται σε 192,8 δισεκατομμύρια ευρώ σε αναλήψεις υποχρεώσεων και 190,1 δισεκατομμύρια ευρώ σε πληρωμές, και καθίσταται ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά έγγραφα των τελευταίων ετών για την ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Ενόψει των αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων, του παρατεταμένου πολέμου στην Ουκρανία και των απειλών για κρίσιμες υποδομές, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν δώσει στον προϋπολογισμό του επόμενου έτους έναν σημαντικά πιο στρατηγικό χαρακτήρα.
Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των ευρωβουλευτών οδήγησαν σε αύξηση άνω των 370 εκατομμυρίων ευρώ στην αρχική πρόταση, μια κίνηση που τονίστηκε επίσης σε επίσημες ανακοινώσεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.
Αυξημένη χρηματοδότηση για την ασφάλεια και την άμυνα
Ενώ η οικονομική ανταγωνιστικότητα και η επιστημονική έρευνα παραμένουν οι κύριες προτεραιότητες του προϋπολογισμού, η συνιστώσα για την ασφάλεια και τη στρατηγική ανθεκτικότητα έχει αυξηθεί σημαντικά.
Η εστίαση έχει μετατοπιστεί σε δραστηριότητες που αποσκοπούν στην ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών και αμυντικών ικανοτήτων, στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας όπλων και στη μείωση της εξάρτησης από προμηθευτές εκτός ΕΕ.
Η πρόσθετη χρηματοδότηση καλύπτει επίσης τις υποδομές μεταφορών και ενέργειας, οι οποίες είναι κρίσιμες για τη στρατιωτική κινητικότητα, ιδίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Ταυτόχρονα, η χρηματοδότηση για την πολιτική ετοιμότητα, τη διαχείριση κρίσεων και την προστασία των συνόρων έχει αυξηθεί.
Ενόψει των αυξανόμενων υβριδικών απειλών, αυτοί οι τομείς αποκτούν επίσης σημασία για την υπεράσπιση και προστασία των συμφερόντων της ΕΕ. Όπως τονίζουν οι ευρωβουλευτές, ο προϋπολογισμός του 2026 έχει ως στόχο να ανταποκριθεί σε περιόδους αβεβαιότητας και να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα σε γενικές γραμμές.
Το γεωπολιτικό πλαίσιο και η στρατηγική σημασία του προϋπολογισμού
Ο νέος προϋπολογισμός καταρτίστηκε εν μέσω μιας αυξανόμενης πεποίθησης ότι η ευρωπαϊκή ασφάλεια απαιτεί πιο αποφασιστική και συνεπή δράση από τις προηγούμενες πολιτικές διακηρύξεις.
Ο πόλεμος που μαίνεται ακριβώς πέρα από τα ανατολικά σύνορα της ΕΕ, η αστάθεια στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και οι μεταναστευτικές πιέσεις στο νότο γίνονται ολοένα και περισσότερο αντιληπτές ως πραγματικότητες στις οποίες πρέπει να προσαρμοστεί ο οικονομικός σχεδιασμός της ΕΕ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η αύξηση των δαπανών για αμυντικά έργα και τεχνολογίες διπλής χρήσης δεν αποτελεί πλέον προαιρετική πρωτοβουλία, αλλά μάλλον στοιχείο της οικοδόμησης της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.
Ταυτόχρονα, ο προϋπολογισμός παρέχει ένα σημαντικό απόθεμα ευελιξίας που μπορεί να ενεργοποιηθεί σε περίπτωση νέων κρίσεων.
Αυτή η πτυχή, την οποία τόνισε επίσης το Συμβούλιο της ΕΕ, καταδεικνύει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ προετοιμάζονται να ανταποκριθούν σε απρόβλεπτες προκλήσεις, τόσο στρατιωτικές όσο και υβριδικές.
Οι περιπολίες της ΕΕ ως εργαλείο διασυνοριακής συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση
Για χώρες όπως η Πολωνία, ο προϋπολογισμός του 2026 προσφέρει εκτεταμένες ευκαιρίες στον εκσυγχρονισμό της άμυνας, την επέκταση των κρίσιμων για τον στρατό υποδομών και την υποστήριξη των τεχνολογιών ασφαλείας.
Η αυξημένη χρηματοδότηση για την έρευνα και την καινοτομία δημιουργεί πραγματικό χώρο για ανάπτυξη στον ευρωπαϊκό τομέα της αμυντικής τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας, ειδικά επειδή τα προγράμματα της ΕΕ συχνά προωθούν τη βιομηχανική συνεργασία και τα διασυνοριακά έργα.
Από την πολωνική οπτική γωνία, οι επενδύσεις σε υποδομές μεταφορών και ενέργειας μπορεί να αποδειχθούν ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα ταχείας ανάπτυξης στρατευμάτων και πόρων στην ανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ.
Τα κεφάλαια για την προστασία των εξωτερικών συνόρων και την ενίσχυση των συστημάτων διαχείρισης κρίσεων είναι εξίσου σημαντικά, αντιμετωπίζοντας τις πραγματικές προκλήσεις ασφαλείας της περιοχής.
Συμπεράσματα και μελλοντικές προοπτικές
Ενώ ο προϋπολογισμός της ΕΕ για το 2026 αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση της ασφάλειας και της στρατηγικής αυτονομίας, η έκτασή του παραμένει περιορισμένη δεδομένων των πραγματικών αμυντικών αναγκών της Ευρώπης.
Ακόμη και με αυξημένες δαπάνες, η ΕΕ δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις εθνικές επενδύσεις στον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεων ή στην αγορά σύγχρονων όπλων.
Παρ' όλα αυτά, ο νέος προϋπολογισμός στέλνει ένα σαφές πολιτικό μήνυμα.
Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ κατανοούν την ανάγκη επιτάχυνσης των δράσεων στον τομέα της ασφάλειας και της ετοιμότητας για κρίσεις.
Για την Πολωνία, αυτό σημαίνει ότι τα επόμενα χρόνια μπορούμε να αναμένουμε περαιτέρω ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας, του ευρωπαϊκού πυλώνα των ενόπλων δυνάμεων και τον εκσυγχρονισμό των κρίσιμων υποδομών.