Επί δεκαετίες, η συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ αποτελούσε τον απόλυτο πυλώνα σταθερότητας και κοινής στρατηγικής στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, οι πρόσφατες αεροπορικές επιθέσεις του Ισραήλ, παρά τις ρητές εκκλήσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για αυτοσυγκράτηση, φέρνουν στο φως βαθιές «ρωγμές» που δεν μπορούν πλέον να κρυφτούν κάτω από το χαλί της διπλωματίας.
Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ έχουν στηρίξει το Ισραήλ από το 1946 με οικονομική και στρατιωτική βοήθεια που ξεπερνά τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια, και παρά την ισχυρή διακομματική υποστήριξη που διασφαλίζει το ποιοτικό στρατιωτικό πλεονέκτημα του Τελ Αβίβ, η πολιτική ταύτιση φαίνεται να αποτελεί παρελθόν. Η συμμαχία δεν βασίζεται πλέον σε έναν αυτόματο συντονισμό, αλλά εξελίσσεται σε μια ανοιχτή μάχη επιρροής.
Το επικίνδυνο «μπρα ντε φερ» Τραμπ και Νετανιάχου
Στο επίκεντρο αυτής της κρίσης βρίσκεται η προσωπική και πολιτική σχέση μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Οι δύο ηγέτες ανταγωνίζονται ανοιχτά για το «ποιος ελέγχει ποιον». Ο Αμερικανός πρόεδρος διεμήνυσε πρόσφατα με τον πιο απόλυτο τρόπο: «Εγώ παίρνω όλες τις αποφάσεις. Δεν αποφασίζει αυτός», αναφερόμενος στον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Μάλιστα, δεν δίστασε να αποκαλέσει δημόσια τον Νετανιάχου «τρελό», σε μια από τις πιο τεταμένες στιγμές της σχέσης τους.
Από την πλευρά του, το Τελ Αβίβ αντιστέκεται σθεναρά στην αμερικανική πίεση. Η απόφαση του Νετανιάχου να διατάξει πλήγματα στη Βηρυτό, λίγες μέρες αφότου ο Τραμπ θεωρούσε ότι είχε ματαιώσει την επιχείρηση, έστειλε το σαφές μήνυμα ότι το Ισραήλ δεν ελέγχεται πλήρως από την Ουάσινγκτον.
Στρατηγικές αποκλίσεις και η «σκιά» της κατασκοπείας
Το βασικότερο σημείο τριβής αφορά τον τρόπο τερματισμού της σύγκρουσης με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ.
Οι ΗΠΑ επιδιώκουν τη διατήρηση της εκεχειρίας και τον τερματισμό των εχθροπραξιών, φοβούμενες μια ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη.
Το Ισραήλ, αντίθετα, θεωρεί ότι η σύγκρουση τώρα ξεκινά. Το Τελ Αβίβ αποκλείστηκε από τις αμερικανο-ιρανικές συνομιλίες μεσολαβητικού χαρακτήρα και διαφωνεί κάθετα με την αμερικανική προσέγγιση σε Συρία και Υεμένη.
Αυτό το ρήγμα αντικατοπτρίζεται και στην κοινή γνώμη. Σύμφωνα με έρευνες, το 60% των Αμερικανών πολιτών τρέφει αρνητική εικόνα για το Ισραήλ, θεωρώντας ότι ασκεί υπερβολική επιρροή στη χάραξη της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, για τους κόλπους της Ουάσινγκτον είναι οι πρόσφατες αποκαλύψεις περί κατασκοπείας. Το Πεντάγωνο έχει αναβαθμίσει την απειλή του Ισραήλ στον τομέα της αντικατασκοπείας σε «κρίσιμη». Υπάρχουν σοβαρές κατηγορίες ότι οι ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες υποκλέπτουν συνομιλίες Αμερικανών αξιωματούχων του Υπουργείου Άμυνας και παρακολουθούν κορυφαίους διαπραγματευτές των ΗΠΑ.
Η συμμαχία ΗΠΑ-Ισραήλ παραμένει θεσμικά και στρατιωτικά πανίσχυρη. Ωστόσο, η απόκλιση των στρατηγικών τους προτεραιοτήτων και το τεράστιο έλλειμμα εμπιστοσύνης δείχνουν πως οι σχέσεις τους έχουν εισέλθει σε μια νέα, εξαιρετικά αβέβαιη και ψυχρή φάση.