Η γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Γηραιάς Ηπείρου τρίζει συθέμελα, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το πιο κρίσιμο υπαρξιακό ερώτημα από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Η συζήτηση για την «Στρατηγική Αυτονομία» της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει πάψει να αποτελεί θεωρητική άσκηση επί χάρτου και μετατρέπεται σε επιτακτική ανάγκη, με το ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο. Η αμφισβήτηση της αμερικανικής «ομπρέλας ασφαλείας», υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, αναγκάζει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να εξετάσουν σενάρια που μέχρι πρότινος θεωρούνταν αδιανόητα.
Η Ευρώπη, η οποία για δεκαετίες στήριξε την ασφάλειά της στην αμερικανική εγγύηση μέσω του ΝΑΤΟ, καλείται να αποφασίσει αν μπορεί και αν πρέπει να αναπτύξει τη δική της πυρηνική ισχύ, προκειμένου να θωρακιστεί απέναντι στην αναθεωρητική πολιτική της Ρωσίας και τις ραγδαίες μεταβολές στο παγκόσμιο σκηνικό.

Το Τέλος της Αμερικανικής Βεβαιότητας
Ο καταλύτης για την αναζωπύρωση αυτής της συζήτησης είναι η αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον. Η πολιτική του «Πρώτα η Αμερική» (America First) και οι κατά καιρούς δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, που θέτουν υπό αίρεση την αυτόματη ενεργοποίηση του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, έχουν δημιουργήσει ένα βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης.
Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιλαμβάνονται ότι η αμερικανική πυρηνική ομπρέλα –η δέσμευση δηλαδή των ΗΠΑ να απαντήσουν με πυρηνικά σε περίπτωση επίθεσης κατά συμμάχου τους– ενδέχεται να μην είναι πλέον δεδομένη. Το ερώτημα που πλανάται πάνω από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο είναι αμείλικτο: Θα ρίσκαρε ένας Αμερικανός Πρόεδρος τη Νέα Υόρκη ή την Ουάσιγκτον για να σώσει το Ταλίν ή τη Βαρσοβία; Η απάντηση, που κάποτε φάνταζε αυτονόητη, σήμερα προκαλεί ανατριχίλα στα ευρωπαϊκά επιτελεία.

Ο Γαλλικός Ρόλος και η «Force de Frappe»
Στο πλαίσιο μιας πιθανής ευρωπαϊκής πυρηνικής αυτονομίας, όλα τα βλέμματα στρέφονται στο Παρίσι. Μετά το Brexit, η Γαλλία παραμένει η μοναδική πυρηνική δύναμη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το γαλλικό πυρηνικό οπλοστάσιο, αν και μικρότερο από το αμερικανικό ή το ρωσικό, είναι στρατηγικά επαρκές για να προκαλέσει ανυπολόγιστη καταστροφή.
Ορισμένοι αναλυτές και πολιτικοί προτείνουν την «ευρωπαϊκοποίηση» της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής. Η ιδέα αυτή προβλέπει ότι το γαλλικό οπλοστάσιο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ασπίδα για όλη την Ένωση. Ωστόσο, το εμπόδιο είναι η έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Η απόφαση για τη χρήση πυρηνικών όπλων είναι η ύψιστη πράξη ενός αρχηγού κράτους. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν ένας Γάλλος Πρόεδρος θα δεχόταν να μοιραστεί το «κουμπί» με άλλους Ευρωπαίους ηγέτες ή αν θα διακινδύνευε την επιβίωση της Γαλλίας για να προστατεύσει ένα άλλο κράτος-μέλος, χωρίς να απειλείται άμεσα το γαλλικό έδαφος.

Το Γερμανικό Ταμπού και η Χρηματοδότηση
Η συζήτηση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη όταν φτάνει στη Γερμανία. Το Βερολίνο, λόγω του ιστορικού του παρελθόντος, διατηρεί μια παραδοσιακά αρνητική στάση απέναντι στα πυρηνικά όπλα. Ωστόσο, οι καιροί έχουν αλλάξει. Ακόμα και στη Γερμανία, ακούγονται πλέον φωνές από πολιτικούς κύκλους που θέτουν το ζήτημα της χρηματοδότησης μιας ευρωπαϊκής πυρηνικής δύναμης.
Το σενάριο που εξετάζεται από ειδικούς είναι η δημιουργία ενός μηχανισμού όπου χώρες όπως η Γερμανία και η Πολωνία θα μπορούσαν να συνεισφέρουν οικονομικά στην ανάπτυξη και συντήρηση του γαλλικού ή ενός νέου ευρωπαϊκού οπλοστασίου, με αντάλλαγμα λόγο στον στρατηγικό σχεδιασμό. Μια τέτοια εξέλιξη, όμως, θα απαιτούσε τεράστιες αλλαγές στις συνθήκες της ΕΕ και θα προσέκρουε στη Συνθήκη για τη Μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων (NPT), δημιουργώντας νομικό και διπλωματικό χάος.
Η Επικίνδυνη Πραγματικότητα
Πέρα από τα νομικά και οικονομικά κωλύματα, υπάρχει το ζήτημα της αποτελεσματικότητας. Η πυρηνική αποτροπή βασίζεται στην αξιοπιστία. Μια «ευρωπαϊκή βόμβα» που θα διοικείται από επιτροπές και συμβούλια στις Βρυξέλλες δεν θα ήταν ποτέ αξιόπιστη απειλή για έναν αντίπαλο όπως η Ρωσία. Σε περίπτωση κρίσης, η ταχύτητα λήψης αποφάσεων είναι ζήτημα λεπτών.
Επιπλέον, η στροφή της Ευρώπης προς τα πυρηνικά θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών, όχι μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με άλλες περιφερειακές δυνάμεις. Το κόστος ανάπτυξης ενός τέτοιου προγράμματος θα ήταν δυσθεώρητο, στερώντας πόρους από την κοινωνική πολιτική και τη συμβατική άμυνα, η οποία ήδη παρουσιάζει σημαντικά κενά.
Συμπερασματικά, η μετάβαση από την αμερικανική προστασία στην ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία είναι ένας δρόμος γεμάτος αγκάθια. Αν και η συζήτηση για τα πυρηνικά έχει ανοίξει, η λύση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε άμεση. Η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: είτε θα βρει τον τρόπο να εγγυηθεί μόνη της την ασφάλειά της, αναλαμβάνοντας το τεράστιο κόστος και την ευθύνη, είτε θα παραμείνει εξαρτημένη από τις διαθέσεις της Ουάσιγκτον, ελπίζοντας ότι η «ομπρέλα» δεν θα κλείσει την ώρα της καταιγίδας.