Την δυσφορία της εκφράζει η Συντονιστική Επιτροπή των προέδρων της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος καθώς κατά την ψήφιση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, αφενός δεν ελήφθησαν υπόψη οι παρατηρήσεις που είχε αποστείλει στην Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής και αφετέρου γιατί κατά την διαδικασία πριν την ψήφιση του νομοσχεδίου δεν κλήθηκε στην Βουλή να παρέχει διευκρινίσεις.
Ειδικότερα, κατά πλειοψηφία ενέκρινε η Ολομέλεια της Βουλής το νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης που επιφέρει σαρωτικές αλλαγές στο εκλογικό σύστημα για την ανάδειξη Δημάρχων και Περιφερειαρχών. Το νομοσχέδιο του υπουργείου Εσωτερικών ψηφίστηκε επί της αρχής από τη ΝΔ, ενώ σύσσωμη η αντιπολίτευση το καταψήφισε.
Όμως, από 17.6.2026 η συντονιστική επιτροπή της Ολομέλειας των προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος είχε αποστείλει στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής, επιστολή-υπόμνημα, με το οποίο εξέφραζε την αντίθεσή της σε διατάξεις του νομοσχεδίου.
Ωστόσο, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε από την Βουλή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υποδείξεις της συντονιστικής επιτροπής και χωρίς να κληθούν εκπρόσωποι της να παρέχουν διευκρινίσεις και να αναπτύξουν τις θέσεις τους.
Ο δικηγορικός κόσμος με την επιστολή-υπόμνημά του που υπογράφεται από τον πρόεδρο της συντονιστικής επιτροπής και πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Ανδρέα Κουτσόλαμπρο, διαφωνούσε, μεταξύ των άλλων, στα εξής σημεία του τότε νομοσχεδίου:
Πρώτον, πως οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, οι οποίοι εκλέγονται σε θέσεις δημάρχων, περιφερειαρχών, αναπληρωτών περιφερειαρχών, αντιδημάρχων, αντιπεριφερειαρχών, παύονται αυτοδίκαια από την άσκηση των καθηκόντων τους. «Η διάταξη αυτή θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο στην περίπτωση που οι δικηγόροι ασχολούνται με έμμισθη εντολή στο Νομικό Πρόσωπο του Δήμου ή της Περιφέρειας όπου έχουν εκλεγεί» ανέφερε η συντονιστική της Ολομέλειας.
Δεύτερον, οι δικηγόροι αντιτίθενται στη δυνατότητα πλήρωσης θέσης νομικού συμβούλου στο γραφείο νομικής υποστήριξης των ΟΤΑ από κάποιον που δεν είναι δικηγόρος, με μόνη προϋπόθεση κατοχή πτυχίου νομικής και 10ετής προϋπηρεσία στον δημόσιο τομέα σε αντικείμενα σχετικά με θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης. «Η φύση της θέσης του νομικού συμβούλου προϋποθέτει δικηγορική ιδιότητα και κάθε αντίθετη ρύθμιση έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 1 παρ. 2 ν. 4194/2013 (Κώδικας Δικηγόρων) σύμφωνα με το οποίο η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων αποτελεί αποκλειστικά περιεχόμενο του δικηγορικού λειτουργήματος» ανέφερε η συντονιστική.
Τρίτον, υπάρχει διαφωνία στην πρόβλεψη περί αναστολής του δικηγορικού επαγγέλματος για δικηγόρο που διορίζεται σε θέση νομικού συμβούλου στο γραφείο νομικής υποστήριξης των ΟΤΑ. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας «οι περιπτώσεις αναστολής του δικηγορικού λειτουργήματος προβλέπονται περιοριστικά στον Νόμο (άρθρα 31 και 32 ν. 4194/2013) λόγω της ιδιότητας που αποκτούν ή /και του αξιώματος που αναλαμβάνουν και η προβλεπόμενη στην ανωτέρω διάταξη αναστολή δεν δικαιολογείται καθώς το περιεχόμενο της δραστηριότητας του νομικού συμβούλου συνδέεται άμεσα με το δικηγορικό λειτούργημα».
Τέταρτον, υπάρχει ένσταση σχετικά με την υποχρεωτική κλήση και παράσταση των Υπουργείων Εσωτερικών και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στις περιπτώσεις δικών που αφορούν στον προσδιορισμό ή τη μετατροπή της εργασιακής σχέσης των εργαζομένων του δήμου ή της περιφέρειας, καθώς και των νομικών τους προσώπων. Ειδικότερα, τονίζεται πως «η ως άνω εκ του νόμου υποχρεωτική ομοδικία καταστρατηγεί τη διοικητική αυτοτέλεια των ΟΤΑ α΄ και β΄ βαθμού, εμπλέκει δικονομικά νομικά πρόσωπα που δεν είναι συμβαλλόμενοι στην εργασιακή σχέση, συγχέει τις αρμοδιότητες των νομικών υπηρεσιών των ΟΤΑ με αυτές του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και αμφισβητεί κατά τρόπο αδικαιολόγητο και αυθαίρετο τις νομικές υπηρεσίες των ΟΤΑ και το έργο των δικηγόρων που απασχολούνται σε αυτές».
Εναλλακτική ψήφος
Ειδική αναφορά γινόταν από την συντονιστική επιτροπή στο θέμα της προτιμησιακής ή εναλλακτικής ψήφου, καθώς εγείρονται έντονοι προβληματισμοί, όπως ανέφερε.
Αναλυτικότερα, η Ολομέλεια έθεσε έντονα στο θέμα της προτιμησιακής ή εναλλακτικής ψήφου, το ζητήματα συνταγματικότητας σε σχέση με την εκπορευόμενη αρχή της ασφάλειας και της σταθερότητας του εκλογικού δικαίου και της αναγκαίας εμπιστοσύνης των εκλογέων σε αυτό.
Συγκεκριμένα, ανέφερε η συντονιστική:
«Η εισαγωγή για πρώτη φορά στην ελληνική εκλογική διαδικασία (δημοτική, περιφερειακή) της προτιμησιακής ή εναλλακτικής ψήφου, εγείρει έντονο προβληματισμό (α) σε σχέση με την αρχή της άμεσης ψηφοφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 51 παρ.3 του Συντάγματος και ως οργανικό στοιχείο του δημοκρατικού πολιτεύματος επεκτείνεται κατ’ αναλογία και στις εκλογές ΟΤΑ, (β) με την αρχή της ελεύθερης και ανόθευτης εκδήλωσης της λαϊκής θέλησης κατ’ άρθρο 52 και 102 παρ.2 του Συντάγματος, τόσο στον βαθμό που οδηγεί τον εκλογέα σε έμμεσο εξαναγκασμό να εκφράσει δεύτερη προτίμηση που ουσιαστικά δεν επιθυμεί όσο και εξαιτίας της αδυναμίας κατανόησης του πολύπλοκου και καινοφανούς για τα ελληνικά δεδομένα αυτού συστήματος από το σύνολο του εκλογικού σώματος, (γ) σε σχέση με την αρχή της ισότητας και της ισοδυναμίας της ψήφου που ισχύει όχι μόνο στο επίπεδο της συμμετοχής αλλά και στο επίπεδο της αντιπροσωπευτικότητας, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο τεχνητής διαμόρφωσης του εκλογικού αποτελέσματος και ανάδειξης επιτυχόντος συνδυασμού με αισθητά χαμηλότερη πρωτογενή υποστήριξη, σε αντιδιαστολή με τη νομολογία που, κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 25 παρ.1 και 4 παρ.1 του Συντάγματος, έχει θέσει όρια στην ανεκτή απόκλιση από την αναλογική εκπροσώπηση (ΣτΕ 118/2008)».