Κοινωνία

Πέπλο μυστηρίου στον Σαρωνικό: Η ανεξήγητη οσμή αερίου που «έπνιξε» το παραλιακό μέτωπο και τα αναπάντητα ερωτήματα

Ένα πρωτοφανές και άλυτο, μέχρι στιγμής, μυστήριο εξακολουθεί να απασχολεί τις αρχές και τους κατοίκους της Αττικής, μετά την έντονη και ανυπόφορη οσμή αερίου που προκάλεσε εκτεταμένη αναστάτωση την Τρίτη στο παραλιακό μέτωπο. Το φαινόμενο δεν ήταν τοπικού χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως επηρέασε μια τεράστια γεωγραφική ζώνη της περιφέρειας. Η αρχή έγινε από τον Πειραιά και το Παλαιό Φάληρο, με τη δύσοσμη μάζα αέρα να εξαπλώνεται γρήγορα προς τον Άλιμο, τη Γλυφάδα και να φτάνει μέχρι τη Σαρωνίδα. Παράλληλα, η χαρακτηριστική αυτή μυρωδιά έγινε αισθητή σε αρκετές περιοχές ακόμη και γύρω από το αστικό κέντρο της Αθήνας.

Η κινητοποίηση του κρατικού μηχανισμού υπήρξε άμεση, καθώς η Πυροσβεστική Υπηρεσία και οι κατά τόπους δήμοι έγιναν αποδέκτες εκατοντάδων κλήσεων από έντρομους πολίτες. Οι κάτοικοι εξέφραζαν την έντονη ανησυχία τους για πιθανή μεγάλη διαρροή, θέτοντας τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης σε κατάσταση πλήρους επιφυλακής. Ωστόσο, παρά τις σαρώσεις και τις έρευνες, η εστία της έκλυσης του αερίου παρέμεινε αδύνατον να εντοπιστεί, αφήνοντας ένα μεγάλο ερωτηματικό για το τι ακριβώς συνέβη.

Τα «Λευκά» Πορίσματα των Επίσημων Φορέων

Η επίσημη καταγραφή των γεγονότων ξεκινά από το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του, το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων (ΕΣΚΕΔΙΚ) άρχισε να δέχεται σωρεία αναφορών για οσμή υγραερίου από τις 11:40 το πρωί της Τρίτης. Αντιδρώντας άμεσα, το Πυροσβεστικό Σώμα διέθεσε οχήματα και εξειδικευμένα συνεργεία για τη διεξαγωγή ελέγχων στα σημεία όπου εντοπίζονταν οι περισσότερες καταγγελίες πολιτών.

Παρά τις προσπάθειες, όλες οι έρευνες κατέληξαν σε «λευκά» πορίσματα, καθώς δεν βρέθηκε καμία απολύτως βλάβη:

  • ΔΕΣΦΑ: Σε επικοινωνία με τον Διαχειριστή, επιβεβαιώθηκε ότι δεν υπήρξε καμία διαρροή ή τεχνικό πρόβλημα στις στρατηγικές εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας ούτε σε άλλο τμήμα του εθνικού δικτύου.

  • ΕΝΑΟΝ ΕΔΑ Αττικής: Ο αρμόδιος φορέας διανομής για την Αττική ξεκαθάρισε με τη σειρά του πως το αστικό δίκτυο λειτουργούσε απολύτως ομαλά, χωρίς να καταγραφεί καμία απολειτουργία.

  • Λιμενικό Σώμα: Το Κέντρο Επιχειρήσεων του Λιμενικού πραγματοποίησε εκτενείς ελέγχους σε παραπλέοντα πλοία μεταφοράς αερίου (LNG/LPG) που κινούνταν στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή, χωρίς όμως να αναφερθεί το παραμικρό ύποπτο περιστατικό ή απώλεια φορτίου.

Για το συμβάν κινητοποιήθηκαν επίσης η Γενική Γραμματεία Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ, το Τμήμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος, καθώς και η αρμόδια Διεύθυνση της Περιφέρειας Αττικής. Το συμπέρασμα των αρχών ήταν κοινό: με βάση τα υφιστάμενα δεδομένα, οι σταθεροί μετρητές της ατμόσφαιρας δεν κατέγραψαν καμία αύξηση ρύπων, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα περιοριζόταν αποκλειστικά στην έντονη και ενοχλητική οσμή, χωρίς ανιχνεύσιμη χημική επιβάρυνση από τα συνήθη συστήματα.

Τα Τεχνικά Όρια του Δικτύου: Γιατί οι Μετρητές Έμειναν «Τυφλοί»

Η παντελής αδυναμία των κρατικών υποδομών να εντοπίσουν το ρυπαντικό φορτίο έφερε στην επιφάνεια τα τεχνικά όρια και τις ελλείψεις του υφιστάμενου δικτύου μέτρησης ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η Διεύθυνση Κλιματικής Αλλαγής και Ποιότητας της Ατμόσφαιρας του ΥΠΕΝ διαθέτει σταθερούς σταθμούς στο παραλιακό μέτωπο και στα νότια προάστια μόνο στις περιοχές της Νέας Σμύρνης και του Πειραιά, αφήνοντας μεγάλες οικιστικές ζώνες χωρίς τοπική κάλυψη.

Το σημαντικότερο πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο χωρικό αλλά και λειτουργικό. Οι συγκεκριμένοι σταθεροί σταθμοί είναι σχεδιασμένοι να παρακολουθούν αποκλειστικά «κλασικούς» ατμοσφαιρικούς ρύπους, όπως:

  1. Τα αιωρούμενα σωματίδια ($PM_{2.5}$)

  2. Το διοξείδιο του αζώτου ($NO_2$)

  3. Το όζον ($O_3$)

Καθώς οι ρύποι αυτοί δεν σχετίζονται με χημικές ενώσεις που παράγουν τέτοιου είδους οσμές, οι δείκτες παρέμειναν σε φυσιολογικά επίπεδα. Όπως εξηγούν οι ειδικοί επιστήμονες, για την ανίχνευση αερίων που προκαλούν έντονη δυσοσμία ή συνδέονται με διαρροές καυσίμων, απαιτείται η χρήση εντελώς διαφορετικών, εξειδικευμένων επιστημονικών οργάνων. Τέτοια συστήματα είναι οι ανιχνευτές φωτοϊονισμού, τα συστήματα μέτρησης εκρηκτικών αερίων LEL, καθώς και τα φορητά συστήματα Αέριας Χρωματογραφίας - Φασματομετρίας Μάζας (GC-MS), τα οποία όμως δεν είναι εγκατεστημένα στους μόνιμους σταθμούς του υπουργείου.

Η Επιστημονική Ανάλυση του Ευάγγελου Γερασόπουλου

Θέση για το ζήτημα κατέθεσε ο Ευάγγελος Γερασόπουλος, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, μιλώντας στο Orange Press Agency. Ο κ. Γερασόπουλος αποσαφήνισε τους λόγους για τους οποίους τα συμβατικά συστήματα απέτυχαν να καταγράψουν το φαινόμενο, τονίζοντας ότι οι οσμές δεν καλύπτονται από τα υφιστάμενα δίκτυα μέτρησης ρύπων.

«Απαιτούνται σαφώς πιο εξειδικευμένες μετρήσεις, στοχευμένες δειγματοληψίες και αναλυτικές χημικές εξετάσεις προκειμένου να κατανοήσουμε με ακρίβεια την ταυτότητα και την προέλευση της πηγής», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Παράλληλα, ο διευθυντής του Ινστιτούτου διευκρίνισε ότι το τρέχον δίκτυο είναι χωρικά επαρκές με βάση τα πληθυσμιακά κριτήρια της κάθε πόλης, καθώς μετρά σωματιδιακούς και αέριους ρύπους για τους οποίους υπάρχουν θεσμοθετημένα θεσμικά όρια. Ωστόσο, η Φυσική του Ατμοσφαιρικού Περιβάλλοντος επιτάσσει μια σαφή διαφοροποίηση στη συγκεκριμένη περίπτωση: οι ρύποι που ελέγχονται καθημερινά δεν περιλαμβάνουν τις πτητικές ενώσεις από τις οποίες πηγάζουν οι οσμές. Για να ριχθεί φως σε μια τέτοια έκλυση, είναι απαραίτητος εξοπλισμός που μπορεί να κάνει μετρήσεις επί τόπου (in situ) ή λήψη δειγμάτων αέρα που θα μεταφερθούν και θα αναλυθούν στη συνέχεια στο εργαστήριο.

Το Γεωγραφικό Κενό στις Μετρήσεις του Θησείου

Στο τραπέζι των επιστημονικών συζητήσεων τέθηκαν όλα τα πιθανά σενάρια που εξέτασαν οι αρχές και η πολιτεία σχετικά με μια ενδεχόμενη βιομηχανική ή ναυτική διαρροή. Οι επιστήμονες στράφηκαν για απαντήσεις στους σταθμούς που διαθέτουν πιο εξελιγμένα ερευνητικά εργαλεία. Ένας από αυτούς είναι ο σταθμός του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών στο Θησείο, ο οποίος πραγματοποιεί εξειδικευμένες μετρήσεις.

Στον συγκεκριμένο σταθμό, στο πλαίσιο ερευνητικών προγραμμάτων κινητικής, μετράται σε συνεχή βάση το μεθάνιο ($CH_4$), το οποίο αποτελεί το βασικό συστατικό του φυσικού αερίου, ενώ συνδέεται έμμεσα και με τα κύρια συστατικά του υγραερίου, δηλαδή το προπάνιο και το βουτάνιο. Όπως αποκάλυψε ο κ. Γερασόπουλος, οι μετρήσεις στο κέντρο της Αθήνας δεν έδειξαν καμία απολύτως αυξητική τάση κατά τη διάρκεια της Τρίτης. Ωστόσο, ο ίδιος έσπευσε να υπογραμμίσει τη γεωγραφική αδυναμία αυτής της καταγραφής, σημειώνοντας πως το Θησείο βρίσκεται γεωγραφικά αρκετά μακριά από τις νότιες περιοχές της Αττικής που βίωσαν το πρόβλημα, γεγονός που καθιστά τα δεδομένα μη αντιπροσωπευτικά για το παραλιακό μέτωπο.

Η Μετεωρολογική Ανάλυση: Η Πηγή Κρύβεται στη Θάλασσα

Σημαντικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της γεωγραφικής αφετηρίας του φαινομένου προσέφερε η επιστήμη της μετεωρολογίας. Ο Κώστας Λαγουβάρδος, Μετεωρολόγος και Διευθυντής Ερευνών στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, εξέφρασε την εκτίμηση ότι, αν βασιστούμε στο δεδομένο μιας πραγματικής έκλυσης αερίου, η πηγή της ρύπανσης θα πρέπει να αναζητηθεί στη θαλάσσια περιοχή του Σαρωνικού.

Η εκτίμηση αυτή στηρίζεται στην ανάλυση της δυναμικής της ατμόσφαιρας κατά την επίμαχη ημέρα:

  • Διεύθυνση Ανέμων: Από το μεσημέρι της Τρίτης έως και αργά το βράδυ, στα νότια προάστια της Αττικής έπνεαν σταθερά νότιοι άνεμοι.

  • Ένταση Ανέμων: Η ένταση της εναέριας κυκλοφορίας κυμάνθηκε στα 3 με 4 μποφόρ.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, ο κ. Λαγουβάρδος εξήγησε ότι οι νότιοι άνεμοι λειτούργησαν ως μεταφορέας της δύσοσμης αέριας μάζας από τη θάλασσα προς την ξηρά, εγκλωβίζοντάς την στα νότια προάστια όπου και εντοπίστηκε η μέγιστη ένταση του προβλήματος.

Αναφορικά με τη μετέπειτα εξέλιξη της κατάστασης και τον καθαρισμό της ατμόσφαιρας, ο διευθυντής ερευνών επεσήμανε ότι καταλύτης υπήρξε η μεταβολή του καιρού. Η βροχόπτωση που σημειώθηκε αργά το βράδυ της Τρίτης, σε συνδυασμό με τη στροφή των ανέμων σε ενισχυμένους βοριάδες την επόμενη ημέρα, καθάρισαν το Λεκανοπέδιο. Ακόμη και αν η άγνωστη πηγή συνεχίζει να εκπέμπει το αέριο, η τρέχουσα μετεωρολογική κυκλοφορία εμποδίζει τη μεταφορά του προς τις κατοικημένες περιοχές της Αττικής. Το τι ακριβώς συνέβη παραμένει άγνωστο, όμως η επιστημονική κοινότητα συγκλίνει στο ότι η μεταφορά έγινε από κάποιο κοντινό σημείο μέσα στη θάλασσα του Σαρωνικού.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ