ellhnika-f35
Πολεμική αεροπορία

Θα μπορεί η Ελλάδα να ελέγχει το λογισμικό των F-35;

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα γύρω από την ελληνική απόκτηση των F-35 δεν αφορά ούτε το stealth, ούτε το ραντάρ, ούτε τους πυραύλους που θα μπορούν να μεταφέρουν. Αφορά κάτι πολύ πιο δύσκολο να φανεί με γυμνό μάτι: το ποιος πραγματικά ελέγχει το λογισμικό που κάνει το αεροσκάφος αυτό που είναι.

Γιατί το F-35 δεν είναι απλώς ένα μαχητικό αεροσκάφος με έναν ισχυρό κινητήρα και ένα προηγμένο ραντάρ. Είναι ουσιαστικά ένας ιπτάμενος υπολογιστής, στον οποίο το λογισμικό καθορίζει ένα τεράστιο μέρος των δυνατοτήτων του. Η επεξεργασία των αισθητήρων, η σύντηξη δεδομένων, ο ηλεκτρονικός πόλεμος, η αναγνώριση απειλών, η διαχείριση όπλων και ένα μεγάλο κομμάτι της επιχειρησιακής εικόνας του πιλότου εξαρτώνται από αυτό.

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα για την Ελλάδα: όταν παραλάβουμε τα δικά μας F-35A, θα μπορούμε πραγματικά να αποφασίζουμε μόνοι μας τι θα κάνουν, να τροποποιούμε το λογισμικό τους και να εγκαθιστούμε ό,τι θέλουμε; Ή θα εξακολουθούμε να εξαρτόμαστε από τις Ηνωμένες Πολιτείες για κρίσιμες αναβαθμίσεις και δεδομένα;

Η απάντηση είναι πολύ πιο σύνθετη από ένα απλό «ναι» ή «όχι».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Δεν Είναι Ένα Απλό Αεροσκάφος

Για να καταλάβουμε πρώτα το πρόβλημα, πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα που συχνά μπερδεύονται: το λογισμικό του ίδιου του αεροσκάφους και τα δεδομένα αποστολής που χρησιμοποιεί.

Το F-35 διαθέτει ένα εξαιρετικά σύνθετο σύστημα αισθητήρων. Το ραντάρ AESA, το Distributed Aperture System, το ηλεκτροοπτικό σύστημα και τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου συλλέγουν τεράστιες ποσότητες πληροφοριών. Το αεροσκάφος πρέπει στη συνέχεια να τις επεξεργαστεί, να τις συσχετίσει και να τις παρουσιάσει στον πιλότο ως μία όσο το δυνατόν πιο καθαρή εικόνα του πεδίου μάχης.

Αυτό είναι το περίφημο sensor fusion.

Όμως για να αναγνωρίσει το F-35 ότι ένα συγκεκριμένο σήμα μπορεί να προέρχεται από ένα εχθρικό ραντάρ ή ένα σύστημα αεράμυνας, χρειάζεται δεδομένα. Και εδώ μπαίνουν τα Mission Data Files.

Τα Mission Data Files, ή MDF, περιέχουν πληροφορίες για το ηλεκτρομαγνητικό περιβάλλον, τις απειλές και άλλα στοιχεία που βοηθούν το αεροσκάφος να καταλαβαίνει τι βλέπει και τι ακούει. Η ίδια η αμερικανική πλευρά έχει εξηγήσει ότι αυτά τα δεδομένα επιτρέπουν στο F-35 να εντοπίζει, να αναγνωρίζει, να συσχετίζει και να αντιμετωπίζει απειλές σε ολόκληρο το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα.

Άρα, το να έχεις το αεροπλάνο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχεις και απόλυτο έλεγχο πάνω σε όλα όσα γνωρίζει και μπορεί να κάνει.

Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Ελλάδα.

Μυστικό το Συμβόλαιο Αγοράς

Η Ελλάδα υπέγραψε το 2024 τη Letter of Offer and Acceptance για την προμήθεια 20 F-35A, με δικαίωμα για ακόμη 20 αεροσκάφη, ενώ η πρώτη παραλαβή υπολογίζεται από το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας από το 2028.

Στην αμερικανική έγκριση της πιθανής πώλησης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, λογισμικό, τεχνικά δεδομένα, εκπαίδευση, συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, υποστήριξη και άλλες υπηρεσίες που απαιτούνται για τη λειτουργία του συστήματος. Ωστόσο, το ίδιο έγγραφο χαρακτηρίζει μέρος των στοιχείων ως διαβαθμισμένο και εξηγεί ότι συγκεκριμένες τεχνολογικές πληροφορίες δεν μπορούν να δημοσιοποιηθούν επειδή θα μπορούσαν να επιτρέψουν σε έναν αντίπαλο να αναπτύξει αντίμετρα.

Και εδώ πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί.

Δεν υπάρχει δημόσια τεκμηριωμένη δήλωση των Ηνωμένων Πολιτειών που να λέει με τόσο απλό τρόπο ότι «οι σύμμαχοι δεν γνωρίζουν όλες τις δυνατότητες του F-35». Αυτό που υπάρχει, όμως, είναι κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: το πρόγραμμα περιλαμβάνει διαβαθμισμένες δυνατότητες και διαφορετικά επίπεδα πρόσβασης σε λογισμικό, δεδομένα και τεχνικές πληροφορίες.

Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι μια χώρα είναι χειριστής F-35 δεν σημαίνει ότι αποκτά αυτόματα πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα ή σε κάθε τεχνική λεπτομέρεια του συστήματος.

Αυτό έχει φανεί εδώ και χρόνια. Το αμερικανικό πρόγραμμα έχει διατηρήσει τον έλεγχο του βασικού λογισμικού του F-35, ενώ οι χώρες που επιχειρούν το αεροσκάφος έχουν αναπτύξει διαφορετικού τύπου δυνατότητες γύρω από το σύστημα.

Το χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο ως βασικός εταίρος του προγράμματος έχει εξασφαλίσει ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο συμμετοχής και επιχειρησιακής κυριαρχίας. Αλλά ακόμη και οι πιο στενοί εταίροι δεν λειτουργούν σαν να έχουν αγοράσει τον πηγαίο κώδικα ενός εμπορικού υπολογιστή και μπορούν να τον αλλάξουν ελεύθερα.

Αυτό είναι και το σημαντικότερο σημείο για την Ελλάδα.

Η Ελλάδα θα μπορεί να επιχειρεί τα F-35 της, να τα εντάσσει στη δική της αλυσίδα διοίκησης, να σχεδιάζει αποστολές και να χρησιμοποιεί τις διαθέσιμες δυνατότητές τους. Δεν σημαίνει όμως ότι θα μπορεί μονομερώς να ανοίξει τον κώδικα και να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τα βασικά συστήματα του αεροσκάφους.

Το Πιο Σημαντικό

Το F-35 μπορεί να έχει εξαιρετικά προηγμένους αισθητήρες, αλλά η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται και από το πόσο καλά γνωρίζει το περιβάλλον στο οποίο πρόκειται να επιχειρήσει.

Για αυτόν τον λόγο δημιουργούνται τα Mission Data Files (Αρχεία Δεδομένων Αποστολής).

Η Αυστραλία και το Ηνωμένο Βασίλειο δημιούργησαν από κοινού Reprogramming Laboratory στην αεροπορική βάση Eglin στη Φλόριντα. Το εργαστήριο αυτό αναπτύσσει, ελέγχει και επικυρώνει Mission Data Files για τα F-35 των συγκεκριμένων χωρών. Το 2024 μάλιστα η Αυστραλία, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο ενίσχυσαν τη συνεργασία τους σε αυτόν τον τομέα, δημιουργώντας την 80 Squadron για τη συγκεκριμένη αποστολή.

Αυτό μας δείχνει κάτι πολύ σημαντικό.

Οι χώρες F-35 μπορούν να αποκτήσουν πραγματική και ουσιαστική δυνατότητα να προσαρμόζουν τα δεδομένα αποστολής τους στις δικές τους επιχειρησιακές ανάγκες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γράφουν από την αρχή το βασικό λογισμικό του αεροσκάφους.

Η Αυστραλία, για παράδειγμα, έχει επενδύσει σε προηγμένες δυνατότητες sovereign mission data reprogramming και σε δικά της συστήματα υποστήριξης, ακριβώς για να αυξήσει την εθνική της αυτονομία.

Και αυτό είναι το μοντέλο που έχει πραγματικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα.

Το ιδανικό σενάριο δεν είναι απαραίτητα να έχει η Αθήνα τον πλήρη πηγαίο κώδικα του F-35. Αυτό θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο και δεν αποτελεί το μοντέλο λειτουργίας του προγράμματος.

Το πραγματικό ζητούμενο είναι να μπορεί η Ελλάδα να δημιουργεί, να ελέγχει και να διαχειρίζεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος των εθνικών δεδομένων αποστολής, να έχει εκπαιδευμένο προσωπικό, υποδομές και ασφαλή διαδικασία ώστε τα ελληνικά F-35 να μπορούν να προσαρμόζονται στις ελληνικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αυτό μπορεί να είναι σχεδόν τόσο σημαντικό όσο και η ίδια η αγορά των αεροσκαφών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Τι Σημαίνει Τελικά «Ελληνικό F-35»;

Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο επίπεδο εξάρτησης: οι μεγάλες αναβαθμίσεις.

Το F-35 συνεχίζει να εξελίσσεται. Το Block 4 αποτελεί μία τεράστια προσπάθεια εκσυγχρονισμού με νέες δυνατότητες σε όπλα, ηλεκτρονικό πόλεμο, αναγνώριση στόχων και άλλα συστήματα. Το Technology Refresh 3, ή TR-3, αποτελεί βασική τεχνολογική βάση για πολλές από αυτές τις μελλοντικές δυνατότητες.

Και εδώ βλέπουμε στην πράξη ότι το λογισμικό είναι πλέον εξίσου κρίσιμο με το μέταλλο.

Η αμερικανική Government Accountability Office έχει καταγράψει σημαντικές καθυστερήσεις στο TR-3 και στο Block 4. Σύμφωνα με την έκθεση του 2025, το μειωμένο Block 4 πρόγραμμα αναμένεται να ολοκληρωθεί το νωρίτερο το 2031, περίπου πέντε χρόνια αργότερα από τον αρχικό σχεδιασμό, ενώ αρκετές δυνατότητες μεταφέρονται ακόμη πιο μακριά στο μέλλον.

Άρα, όταν η Ελλάδα παραλάβει τα πρώτα F-35, δεν θα αγοράσει ένα «τελικό» αεροσκάφος που θα παραμείνει ίδιο για 30 χρόνια.

Θα αγοράσει μια πλατφόρμα η οποία θα συνεχίσει να εξελίσσεται μέσω λογισμικού, hardware και νέων δυνατοτήτων.

Και αυτό σημαίνει ότι η επιχειρησιακή αυτονομία της Ελλάδας δεν θα εξαρτάται μόνο από το τι θα γράφει η σύμβαση για τα 20 ή τα 40 αεροσκάφη. Θα εξαρτάται από το πόσο μεγάλη πρόσβαση θα έχει η ελληνική πλευρά στα δεδομένα, στις υποδομές, στην τεχνική υποστήριξη, στην εκπαίδευση και κυρίως στη δυνατότητα να προσαρμόζει το σύστημα στις δικές της ανάγκες.

Υπάρχει επίσης ένας σημαντικός μύθος που πρέπει να ξεκαθαρίσουμε.

Δεν υπάρχει κάποιος δημόσια τεκμηριωμένος «διακόπτης» που να μπορεί απλώς να πατήσει η Ουάσιγκτον και να σταματήσει τα ελληνικά F-35 να πετούν. Η πραγματική εξάρτηση είναι πιο σύνθετη και πολύ πιο σοβαρή: ανταλλακτικά, συντήρηση, τεχνική υποστήριξη, πιστοποιημένες αναβαθμίσεις, λογισμικό, Mission Data Files και ολόκληρη η παγκόσμια υποδομή υποστήριξης.

Αυτό ακριβώς έχει αναγνωριστεί εδώ και χρόνια και από άλλες χώρες. Αυστραλιανές κοινοβουλευτικές επιτροπές είχαν εκφράσει ανησυχίες ότι η εξάρτηση από το παγκόσμιο σύστημα υποστήριξης, το ALIS και τα mission data θα μπορούσε να επηρεάσει την κυριαρχική ικανότητα της Αυστραλίας να αποφασίζει πότε, πού και πώς θα χρησιμοποιεί την ικανότητα των F-35 της.

Άρα, ποια είναι τελικά η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου;

Η Ελλάδα δεν πρόκειται να έχει πλήρη, απόλυτη κυριότητα πάνω σε κάθε γραμμή κώδικα του F-35. Δεν θα μπορεί να ανοίγει το βασικό λογισμικό και να τροποποιεί ελεύθερα τον τρόπο λειτουργίας του ραντάρ, των συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου ή της σύντηξης αισθητήρων.

Μπορεί όμως να αποκτήσει σημαντικό βαθμό επιχειρησιακής αυτονομίας, εφόσον επενδύσει στις σωστές υποδομές και αποκτήσει μεγαλύτερες δυνατότητες διαχείρισης των δικών της Mission Data Files, της αποστολής, της εκπαίδευσης και της υποστήριξης.

Και αυτή είναι ίσως η πιο σωστή εικόνα για τα ελληνικά F-35.

Δεν θα είναι ούτε «αμερικανικά αεροσκάφη που η Ελλάδα απλώς δανείζεται», ούτε όμως πλήρως ανεξάρτητα ελληνικά συστήματα.

Θα είναι ελληνικά F-35 μέσα σε ένα αμερικανικά ελεγχόμενο παγκόσμιο οικοσύστημα.

Και η πραγματική στρατηγική αξία για την Ελλάδα θα κριθεί από το πόσο μεγάλο κομμάτι αυτού του οικοσυστήματος θα μπορέσει να ελέγχει μόνη της.

Γιατί τελικά, στο F-35, το πιο σημαντικό πράγμα που αγοράζεις δεν είναι μόνο το αεροσκάφος.

Αγοράζεις πρόσβαση σε ένα τεράστιο δίκτυο αισθητήρων, λογισμικού, δεδομένων, όπλων, υποστήριξης και πληροφοριών.

Και σε έναν μελλοντικό πόλεμο, αυτός που ελέγχει τα δεδομένα και μπορεί να τα ανανεώνει γρηγορότερα από τον αντίπαλο, μπορεί να έχει πλεονέκτημα που δεν φαίνεται ούτε στην εξωτερική εμφάνιση του μαχητικού ούτε στην τιμή του.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ