Ελληνοτουρκικά
Ενημερώθηκε στις:

Ο Ερντογάν επαναφέρει την αποστρατιωτικοποίηση

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Δύο διαφορετικά μηνύματα εκπέμπει η Άγκυρα προς την Αθήνα σε μια από τις πιο ευαίσθητες στιγμές των τελευταίων μηνών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Από τη μία πλευρά, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση την τουρκική απαίτηση περί αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών, συνδέοντας ουσιαστικά τη νέα πίεση με την ενίσχυση της ελληνικής άμυνας και τη στρατηγική συνεργασία Αθήνας–Ιερουσαλήμ.

Από την άλλη, ο επικεφαλής της ΜΙΤ και στενός συνεργάτης του Τούρκου προέδρου, Ιμπραήμ Καλίν, βρέθηκε λίγες ημέρες νωρίτερα στην Αθήνα και πέρασε, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, ακόμη και το κατώφλι του Μεγάρου Μαξίμου.

Εκεί η εικόνα ήταν διαφορετική.

Δεν υπήρξε τελεσίγραφο. Δεν μεταφέρθηκε συγκεκριμένη απειλή. Αντιθέτως, η τουρκική πλευρά εμφανίστηκε να επιδιώκει τη διατήρηση των λεγόμενων «ήρεμων νερών».

Αυτή η αντίφαση ίσως αποκαλύπτει περισσότερα για την τακτική της Άγκυρας από οποιαδήποτε μεμονωμένη δήλωση.

Ο Ερντογάν επαναφέρει την αποστρατιωτικοποίηση

Ο Τούρκος πρόεδρος επέλεξε να επαναφέρει ένα από τα πλέον ευαίσθητα ζητήματα της τουρκικής ατζέντας στο Αιγαίο.

Κάλεσε την Ελλάδα να εγκαταλείψει, όπως είπε, τον «λανθασμένο δρόμο» και να σταματήσει τον εξοπλισμό νησιών τα οποία η Άγκυρα χαρακτηρίζει ως τελούντα υπό καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης.

Η τοποθέτηση συνοδεύτηκε από μια σαφή προειδοποιητική αναφορά στην Ιστορία, με τον Ερντογάν να δηλώνει ότι αποτελεί «πολύ καλό οδηγό» για όσους επιθυμούν να αντλήσουν διδάγματα.

Η διατύπωση είναι βαριά.

Δεν συνιστά, ωστόσο, νέο επίσημο casus belli αντίστοιχο με εκείνο που έχει υιοθετήσει η τουρκική Εθνοσυνέλευση από το 1995 για ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια.

Συνιστά όμως σαφή κλιμάκωση της πολιτικής πίεσης γύρω από την αμυντική διάταξη των νησιών.

Η συμφωνία με το Ισραήλ αλλάζει τον τόνο

Η χρονική στιγμή των δηλώσεων δεν περνά απαρατήρητη.

Η Ελλάδα προχωρά σε σημαντική ενίσχυση των αντιαεροπορικών και αντιπυραυλικών δυνατοτήτων της σε συνεργασία με το Ισραήλ, στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού της «Ασπίδας του Αχιλλέα».

Η προοπτική ανάπτυξης σύγχρονων συστημάτων σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια προκαλεί εμφανή πολιτική αντίδραση στην Τουρκία, όπου η αμυντική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ αντιμετωπίζεται πλέον μέσα από το ευρύτερο πρίσμα της επιδείνωσης των σχέσεων Άγκυρας–Ιερουσαλήμ.

Για την Αθήνα, πάντως, η λογική είναι διαφορετική.

Η αμυντική θωράκιση της χώρας δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τρίτο κράτος.

Η ελληνική πλευρά θεωρεί ότι η τουρκική στρατιωτική παρουσία απέναντι από τα νησιά, οι επανειλημμένες απειλές και η συνολικότερη αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων ενισχύουν την ανάγκη για ισχυρή αποτροπή.

Οι «γκρίζες ζώνες» επιστρέφουν στην πρώτη γραμμή

Το θέμα της αποστρατιωτικοποίησης δεν εμφανίζεται μόνο του.

Η Άγκυρα έχει επαναφέρει το τελευταίο διάστημα και τη γνωστή θέση της περί νησιών και γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων η κυριαρχία, κατά την τουρκική ερμηνεία, δεν έχει παραχωρηθεί ρητά στην Ελλάδα με διεθνείς συνθήκες.

Πρόκειται για τη θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών», την οποία η Αθήνα απορρίπτει πλήρως.

Έτσι, η νέα τουρκική πίεση σχηματίζει ένα ευρύτερο πακέτο:

θαλάσσια πάρκα, Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, κυριαρχία νησίδων, αποστρατιωτικοποίηση και πλέον η ανάπτυξη νέων ελληνικών αμυντικών συστημάτων.

Δεν πρόκειται επομένως για μια μεμονωμένη διαφωνία γύρω από συγκεκριμένα οπλικά συστήματα.

Πρόκειται για διαφορετική αντίληψη των δύο χωρών γύρω από το ποια δικαιώματα μπορεί να ασκεί η Ελλάδα στο Αιγαίο χωρίς τουρκική συναίνεση.

Και την ίδια ώρα ο Καλίν στο Μαξίμου

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η επίσκεψη του Ιμπραήμ Καλίν αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος.

Ο επικεφαλής της ΜΙΤ βρέθηκε στην Αθήνα την περασμένη Παρασκευή και αρχικά συναντήθηκε με τον διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη.

Η επίσκεψη είχε ανταποδοτικό χαρακτήρα, καθώς είχε προηγηθεί αντίστοιχη παρουσία του Έλληνα διοικητή στην Άγκυρα.

Ωστόσο, ο Καλίν δεν περιορίστηκε στην υπηρεσιακή συνάντηση.

Σύμφωνα με πληροφορίες, μαζί με τον Θεμιστοκλή Δεμίρη μετέβη στο Μέγαρο Μαξίμου, όπου συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Εκεί συζητήθηκαν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και οι εξελίξεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, στη Συρία, στη Λιβύη και στις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ.

Χωρίς τελεσίγραφο – με μήνυμα αποκλιμάκωσης

Το ενδιαφέρον βρίσκεται σε όσα δεν συνέβησαν στη συνάντηση.

Οι πληροφορίες συγκλίνουν ότι ο Καλίν δεν μετέφερε κάποιο τελεσίγραφο ή συγκεκριμένη απειλή εκ μέρους του Ερντογάν.

Αντιθέτως, εμφανίστηκε καθησυχαστικός και φέρεται να επιδίωξε να διατηρηθούν ανοικτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας.

Η εικόνα αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη δημόσια ρητορική που ακολούθησε.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον.

Η Άγκυρα φαίνεται να διαχωρίζει το δημόσιο μήνυμα πίεσης από τον παρασκηνιακό μηχανισμό διαχείρισης της έντασης.

Ο ρόλος του «κόκκινου τηλεφώνου» του Ερντογάν

Ο Καλίν δεν είναι ένας συνηθισμένος επικεφαλής υπηρεσίας πληροφοριών.

Για χρόνια υπήρξε ένας από τους στενότερους ανθρώπους του Ερντογάν σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και είχε κεντρικό ρόλο στη διαχείριση δύσκολων υποθέσεων με την Ελλάδα.

Έχει χειριστεί επανειλημμένα τους άτυπους διαύλους επικοινωνίας Αθήνας–Άγκυρας και γνωρίζει σε βάθος τόσο τις τουρκικές διεκδικήσεις όσο και τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές».

Γι' αυτό και η παρουσία του στο Μαξίμου αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Αν η Άγκυρα ήθελε αποκλειστικά να κλιμακώσει, δεν θα είχε ιδιαίτερο λόγο να διατηρεί αυτό το κανάλι ενεργό.

Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη διαύλου επικοινωνίας δεν σημαίνει ότι η Τουρκία εγκαταλείπει τις διεκδικήσεις της.

Η Αθήνα απαντά με αποτροπή, όχι με διαπραγμάτευση για την άμυνά της

Η ελληνική πλευρά δείχνει ότι επιλέγει δύο παράλληλες κινήσεις.

Η πρώτη είναι η διατήρηση της επικοινωνίας ώστε μια πολιτική ή επιχειρησιακή ένταση να μην εξελιχθεί ανεξέλεγκτα.

Η δεύτερη είναι η συνέχιση του αμυντικού σχεδιασμού.

Η συμφωνία με το Ισραήλ, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και η συνολική ανανέωση των ελληνικών δυνατοτήτων αεράμυνας εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη στρατηγική.

Η Αθήνα δεν δείχνει διάθεση να αποδεχθεί ότι η Τουρκία μπορεί να έχει λόγο για το πού και με ποιον τρόπο η Ελλάδα οργανώνει την άμυνά της.

Παράλληλα επιχειρεί να καταστήσει σαφές προς τους Ευρωπαίους εταίρους ότι οι τουρκικές αμφισβητήσεις δεν αφορούν απλώς μια τεχνική διαφορά για θαλάσσιες ζώνες, αλλά αγγίζουν ζητήματα κυριαρχίας.

Το επόμενο τεστ θα γίνει στο πεδίο

Οι δηλώσεις έχουν τη σημασία τους.

Η πραγματική δοκιμασία, όμως, θα έρθει στις επόμενες κινήσεις.

Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο παραμένουν ανοικτές υποθέσεις που μπορούν να δημιουργήσουν νέες εστίες έντασης: υδρογραφικές έρευνες, ενεργειακές και ηλεκτρικές διασυνδέσεις, NAVTEX και δραστηριότητες σε περιοχές όπου οι δύο χώρες διατυπώνουν διαφορετικές θέσεις.

Το ερώτημα είναι εάν η Τουρκία θα περιοριστεί στην πολιτική και διπλωματική πίεση ή εάν θα επιχειρήσει να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο πεδίο.

Η απάντηση δεν έχει ακόμη δοθεί.

Και αυτή ακριβώς είναι η αξία του διαύλου Καλίν–Αθήνας: όχι για να εξαφανίσει τις διαφορές, αλλά για να αποτρέψει μια κρίση από το να ξεφύγει.

Δύο πρόσωπα της ίδιας στρατηγικής

Η εικόνα των τελευταίων ημερών είναι ενδεικτική.

Ο Ερντογάν απευθύνεται δημόσια στην Ελλάδα με τη γλώσσα της πίεσης. Ο Καλίν περνά πίσω από κλειστές πόρτες με τη γλώσσα της αποκλιμάκωσης.

Δεν είναι απαραίτητα δύο αντιφατικές πολιτικές.

Μπορεί να αποτελούν δύο όψεις της ίδιας τουρκικής στρατηγικής: πίεση ώστε η Αθήνα να γνωρίζει το κόστος που θέλει να της επιβάλει η Άγκυρα και ταυτόχρονα διατήρηση ενός καναλιού ώστε η πίεση να μη μετατραπεί σε ανεξέλεγκτη κρίση.

Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι διαφορετικό.

Να κρατήσει ανοικτό το τηλέφωνο χωρίς να μετατρέψει την επικοινωνία σε παραχώρηση.

Και κυρίως, να συνεχίσει να ενισχύει την άμυνά της χωρίς να επιτρέψει σε κανέναν να αποκτήσει δικαίωμα βέτο πάνω στην ελληνική κυριαρχία.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ