Από τη Θεσσαλονίκη και τη μάχη της εσωτερικής οικονομικής ατζέντας, το ενδιαφέρον του Κυριάκου Μητσοτάκη μεταφέρεται, σύμφωνα με πληροφορίες, στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Κάιρο, όπου αναμένεται νέα επαφή με τον πρόεδρο της Αιγύπτου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι.
Η χρονική συγκυρία προσδίδει στη συνάντηση πολύ μεγαλύτερο βάρος από εκείνο μιας τυπικής διμερούς επαφής.
Η Ελλάδα και η Αίγυπτος έχουν οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια μια από τις στενότερες στρατηγικές σχέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ταυτόχρονα, όμως, το Κάιρο ακολουθεί πλέον μια περισσότερο πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική.
Εμβαθύνει τις σχέσεις του με την Τουρκία, ανοίγει νέα πεδία στρατιωτικής συνεργασίας με την Άγκυρα, ενισχύει τους δεσμούς του με την Κίνα και παραμένει καθοριστικός παράγοντας στη λιβυκή εξίσωση.
Για την Αθήνα, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να εμποδίσει την Αίγυπτο να συνομιλεί με άλλους περιφερειακούς παίκτες.
Το κρίσιμο είναι να επιβεβαιώσει ότι οι βασικές κοινές παραδοχές Αθήνας και Καΐρου για την Ανατολική Μεσόγειο, τις θαλάσσιες ζώνες και τη σταθερότητα της περιοχής παραμένουν ακλόνητες.
Η στρατηγική σχέση που οικοδομήθηκε πάνω στις θαλάσσιες ζώνες
Η βάση της σημερινής σχέσης Ελλάδας και Αιγύπτου δημιουργήθηκε μέσα από μια σειρά πολιτικών και διπλωματικών κινήσεων τα τελευταία χρόνια.
Κομβικό σημείο αποτέλεσε η συμφωνία μερικής οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών που υπέγραψαν οι δύο χώρες το 2020.
Η Αθήνα θεωρεί τη συμφωνία ιδιαίτερα σημαντική, καθώς στηρίζεται στη διαπραγμάτευση μεταξύ δύο κρατών και στις αρχές του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Τον Μάιο του 2025 η σχέση πέρασε σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο, όταν Ελλάδα και Αίγυπτος υπέγραψαν Κοινή Διακήρυξη για Στρατηγική Εταιρική Σχέση.
Η συνεργασία πλέον καλύπτει ενέργεια, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, εμπόριο, επενδύσεις, μετανάστευση, ασφάλεια και περιφερειακή διπλωματία.
Το ερώτημα σήμερα είναι πώς αυτή η σχέση προσαρμόζεται σε μια Ανατολική Μεσόγειο που αλλάζει ταχύτατα.

Το Κάιρο αποκαθιστά πλήρως τις σχέσεις του με την Άγκυρα
Η σημαντικότερη αλλαγή των τελευταίων ετών είναι η εντυπωσιακή βελτίωση των σχέσεων μεταξύ Αιγύπτου και Τουρκίας.
Η περίοδος έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών έχει δώσει τη θέση της σε συστηματική πολιτική προσέγγιση.
Η διαδικασία δεν περιορίζεται πλέον στο εμπόριο ή στις διπλωματικές επαφές.
Το Κάιρο και η Άγκυρα έχουν προχωρήσει και στον στρατιωτικό τομέα, με τις Ένοπλες Δυνάμεις των δύο χωρών να συμφωνούν σε νέο πλαίσιο συνεργασίας και ανταλλαγής εμπειρίας.
Για την Αθήνα, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η Αίγυπτος εγκαταλείπει τις συμφωνίες ή τις σχέσεις της με την Ελλάδα.
Σημαίνει όμως ότι το Κάιρο δεν λειτουργεί πλέον μέσα σε ένα σχήμα περιφερειακών αντιπαραθέσεων όπου η Τουρκία βρίσκεται εκτός της εξίσωσης.
Η Αίγυπτος επιχειρεί να συνομιλεί με όλους.
Και αυτό δημιουργεί μια νέα διπλωματική πραγματικότητα.
Η Αθήνα δεν ζητά αποκλειστικότητα – Ζητά συνέπεια
Η ελληνική πλευρά έχει κάθε λόγο να αποφεύγει μια λογική σύμφωνα με την οποία η καλή σχέση Αιγύπτου–Τουρκίας αποτελεί αυτομάτως απειλή για τις ελληνοαιγυπτιακές σχέσεις.
Τα κράτη δεν λειτουργούν με όρους αποκλειστικών φιλιών.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η βελτίωση των σχέσεων Καΐρου–Άγκυρας επηρεάζει συγκεκριμένες θέσεις της Αιγύπτου σε ζητήματα άμεσου ελληνικού ενδιαφέροντος.
Πρώτο από αυτά είναι το πλαίσιο των θαλασσίων ζωνών.
Δεύτερο η Λιβύη.
Τρίτο η ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Αθήνα ενδιαφέρεται για συνέχεια στις συμφωνίες και στις κοινές νομικές παραδοχές, όχι για διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας από το Κάιρο.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει στη μέση
Η Λιβύη αναμένεται να βρίσκεται ψηλά στην ελληνική ατζέντα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η επίσημη ελληνική θέση είναι ότι το μνημόνιο είναι νομικά ανυπόστατο και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, μεταξύ άλλων επειδή αγνοεί την ύπαρξη και τα δικαιώματα ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες.
Παράλληλα, Αθήνα και Τρίπολη έχουν επανεκκινήσει τις τεχνικές συνομιλίες για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών.
Ο τρίτος γύρος πραγματοποιήθηκε στα τέλη Ιουλίου στην Αθήνα.
Η επανέναρξη του διαλόγου δεν σημαίνει ότι υπάρχει συμφωνία.
Σημαίνει όμως ότι η ελληνική πλευρά επιχειρεί να επαναφέρει το ζήτημα της οριοθέτησης σε διμερή διαπραγμάτευση στη βάση του Δικαίου της Θάλασσας.
Γιατί η Αίγυπτος είναι κρίσιμος παίκτης στη Λιβύη
Η σημασία του Σίσι στην ελληνική στρατηγική δεν περιορίζεται στην ίδια την Αίγυπτο.
Το Κάιρο διαθέτει ισχυρή επιρροή στις εξελίξεις της Λιβύης, ιδιαίτερα στην ανατολική πλευρά της χώρας.
Η Αθήνα έχει επίσης ενισχύσει τις επαφές της τόσο με την Τρίπολη όσο και με την ανατολική Λιβύη.
Σε αυτή την εξίσωση, η Αίγυπτος μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικός συνομιλητής για μια χώρα που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις διαφορετικές λιβυκές πλευρές.
Για την Ελλάδα, οποιαδήποτε μελλοντική διαδικασία οριοθέτησης με τη Λιβύη έχει στρατηγική σημασία, καθώς συνδέεται άμεσα με τις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο Σίσι ανοίγει ταυτόχρονα προς το Πεκίνο
Η επίσκεψη Μητσοτάκη, εφόσον πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τον προγραμματισμό που μεταδίδεται, θα έρθει επίσης λίγες ημέρες μετά την υποδοχή του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ από τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι.
Η κίνηση αυτή αποτυπώνει ευρύτερα τη στρατηγική του Καΐρου.
Η Αίγυπτος επιχειρεί να διατηρεί στενούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, ενώ παράλληλα εμβαθύνει τις σχέσεις της με την Κίνα, τη Ρωσία και μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις.
Αυτό δεν συνιστά κατ' ανάγκη αλλαγή στρατοπέδου.
Αποτελεί στρατηγική διαφοροποίησης.
Το Κάιρο επιδιώκει να πολλαπλασιάσει τις επιλογές του σε μια εποχή κατά την οποία οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή μεταβάλλονται.
Το Σινά παραμένει ανοιχτή εκκρεμότητα για την Αθήνα
Στη διμερή ατζέντα παραμένει και η Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά.
Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονο ελληνικό ενδιαφέρον μετά τις δικαστικές και διοικητικές εξελίξεις σχετικά με το καθεστώς της Μονής και τις ιδιοκτησίες της.
Αθήνα και Κάιρο έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες διαβουλεύσεις.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι υπάρχει προκαταρκτική κοινή κατανόηση, με βασικές αρχές τη διατήρηση του αναλλοίωτου χαρακτήρα της Μονής, την προστασία των χώρων λατρείας και τη συνέχιση της παρουσίας της μοναστικής αδελφότητας.
Ωστόσο, η οριστική διευθέτηση παραμένει σημαντική εκκρεμότητα.
Για την ελληνική πλευρά, το θέμα έχει ξεχωριστό ιστορικό, θρησκευτικό και διπλωματικό βάρος.
Από το casus belli στο Κάιρο
Η χρονική στιγμή της επίσκεψης έχει και μια ακόμη διάσταση.
Μόλις λίγες ημέρες νωρίτερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε νέο μήνυμα προς την Τουρκία, ξεκαθαρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να δεχθεί υποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο ενισχύει την άμυνά της.
Παράλληλα, συνέδεσε την πρόοδο των ευρωτουρκικών σχέσεων με τη συμπεριφορά της Άγκυρας απέναντι σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επανέφερε το ζήτημα του casus belli.
Το θέμα του ευρωπαϊκού αμυντικού προγράμματος SAFE βρίσκεται επίσης στο φόντο.
Η θέση της Αθήνας είναι ότι οποιαδήποτε συμμετοχή τρίτων χωρών στην ευρωπαϊκή αμυντική αρχιτεκτονική δεν μπορεί να θίγει τα συμφέροντα ασφαλείας κρατών-μελών.
Η Αίγυπτος δεν είναι «αντιτουρκικό ανάχωμα»
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται και μια σημαντική διάκριση.
Η αξία της σχέσης Ελλάδας–Αιγύπτου δεν εξαρτάται από το αν το Κάιρο βρίσκεται σε αντιπαράθεση με την Τουρκία.
Μια τέτοια ανάγνωση θα υποτιμούσε τη διμερή σχέση και θα αγνοούσε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα η αιγυπτιακή εξωτερική πολιτική.
Η Αίγυπτος επιδιώκει να είναι αυτόνομος περιφερειακός παίκτης.
Συνομιλεί με την Αθήνα, την Άγκυρα, το Πεκίνο, την Ουάσινγκτον, το Ριάντ και άλλες πρωτεύουσες με βάση τα δικά της συμφέροντα.
Η ελληνική πρόκληση είναι διαφορετική:
να διατηρήσει τόσο ισχυρή τη σχέση με το Κάιρο ώστε η προσέγγιση Αιγύπτου–Τουρκίας να μην μεταβάλει τις βασικές ισορροπίες στα ζητήματα που αφορούν άμεσα την Ελλάδα.
Το πραγματικό τεστ της συνάντησης
Η συνάντηση Μητσοτάκη–Σίσι, λοιπόν, δεν χρειάζεται μεγάλες ανακοινώσεις για να έχει σημασία.
Θα έχει αξία εάν επιβεβαιώσει τρία βασικά δεδομένα:
τη συνέχεια της ελληνοαιγυπτιακής στρατηγικής συνεργασίας,
τη σταθερότητα των κοινών θέσεων γύρω από το Διεθνές Δίκαιο και τις θαλάσσιες ζώνες,
και τον στενό συντονισμό σε μια Λιβύη όπου οι ισορροπίες εξακολουθούν να μεταβάλλονται.
Παράλληλα, η Αθήνα θα επιδιώξει πρόοδο στο Σινά και διατήρηση ανοικτού διαύλου σε όλα τα περιφερειακά ζητήματα.
Το Κάιρο δεν είναι πλέον σημαντικό για την Ελλάδα επειδή βρίσκεται απέναντι στην Άγκυρα. Είναι σημαντικό επειδή, ακριβώς ενώ συνομιλεί με την Άγκυρα και με όλες τις μεγάλες δυνάμεις, εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς εταίρους της Αθήνας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό είναι και το πραγματικό μέτρο της στρατηγικής σχέσης.