Μετράει μέρες ο Ερντογάν: Οικονομία & εκλογές «ρίχνουν» το καθεστώς της Άγκυρας – Έτοιμη να «εκραγεί» η τουρκική κοινωνία

Δημοσίευση: 13 Μαρτίου 2019, 7:37 πμ | Ανανέωση: Μάρτιος 13, 2019 στις 7:47 πμ

Με την τουρκική οικονομία να βρίσκεται επίσημα σε ύφεση, την οριστική ρήξη στις σχέσεις Ουάσινγκτον-Άγκυρας να πλησιάζει και την αποτυχία του καθεστώτος Ερντογάν να γίνεται όλο και πιο σίγουρη στις επερχόμενες δημοτικές εκλογές, η Τουρκία μπαίνει σε μια νέα φάση αποσταθεροποίησης και αβεβαιότητας.


Η τουρκική κοινωνία «βράζει», ενώ το κλίμα σε πολλές περιπτώσεις είναι συγκρουσιακό. Ερντογανικοί και Κεμαλικοί είναι συνεχώς με το χέρι στη σκανδάλη και διεθνείς αναλυτές και φορείς προμηνύουν την κατάρρευση της αυταρχικής κυβέρνησης, με απρόβλεπτες συνέπειες στην κοινωνία.

«Τσαλακωμένη» η εικόνα του Ερντογάν

Ο Ταγίπ Ερντογάν προσπαθεί να δώσει την εικόνα ότι είναι ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού στην Τουρκία, ιδίως μετά την έγκριση του νέου συντάγματος και την επανεκλογή του στην προεδρία, με τις νέες ενισχυμένες αρμοδιότητες του προέδρου.

Όμως, έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα, όχι μόνο στην ούτως ή άλλως δύσκολη μετάβαση της Συρίας στην «επόμενη μέρα», μετά την κατίσχυση των κυβερνητικών δυνάμεων στον εμφύλιο πόλεμο, αλλά και σε αυτό το πεδίο που μέχρι τώρα ήταν το ισχυρό χαρτί του.

Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ένα μεγάλο μέρος της δημοφιλίας του Ερντογάν και του της κυρίαρχης θέσης που κατέχει στην τουρκική πολιτική σκηνή έχει να κάνει με το ότι το AKP ταυτίστηκε με περίοδο έντονης οικονομικής ανάπτυξη, που χαρακτηρίστηκε από την αποδέσμευση από τον βραχνά των προγραμμάτων του ΔΝΤ, την αύξηση της καταναλωτικής δύναμης των Τούρκων πολιτών, και μία πραγματική έκρηξη στην οικοδομική δραστηριότητα.


Σήμερα, όμως, τα πράγματα είναι όλο και πιο δύσκολα στην οικονομία και μάλιστα λίγο καιρό πριν τις δημοτικές εκλογές της 31 Μαρτίου, που θεωρούνται ένα κρίσιμο βαρόμετρο για τη συνολική απήχηση της τουρκικής κυβέρνησης.

Η Τουρκία επισήμως σε ύφεση

Ο διεθνώς αποδεκτός ορισμός του πότε η οικονομία μιας χώρας μπαίνει σε ύφεση είναι όταν αυτή για δύο συνεχόμενα τρίμηνα συρρικνωθεί. Αυτό ακριβώς συνέβη και με την Τουρκική οικονομία. Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η οικονομία συρρικνώθηκε και το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 2018.

Η ίδια η τουρκική κυβέρνηση προτιμά να δει τα αποτελέσματα για το πρώτο τρίμηνο του 2019 για να πάρει θέση, ελπίζοντας ότι θα μπορεί να μιλάει για ανάπτυξη σε ετήσια βάση.

Ο υπουργός Οικονομικών Μπεράτ Αλμπαϊράκ προσπάθησε να φανεί «αισιόδοξος» δηλώνοντας ότι τα «χειρότερα είναι πίσω μας», ενώ υποστήριξε ότι η Τουρκία δέχτηκε μια τεράστια κερδοσκοπική επίθεση πέρσι και επέζησε, αναφερόμενος στην σημαντική υποχώρηση της αξίας της τουρκικής λίρας πέρσι, ως αποτέλεσμα τόσο των αμερικανικών κυρώσεων όσο όμως και μιας γενικότερης απόσυρσης κεφαλαίων από περιφερειακές αγορές.

Πάντως, προς το παρόν όλα δείχνουν ότι Τουρκία οδεύει προς ύφεση και στο πρώτο τρίμηνο της χρονιάς. Σύμφωνα με τη Markit, o δείκτης PMI, που είναι ένας δείκτης της εμπιστοσύνης των στελεχών της μεταποίησης ήταν 44,2 τον Ιανουάριο και 46,4 τον Φεβρουάριο και στις δύο περιπτώσεις κάτω από το 50 που είναι το όριο που συνήθως ορίζει μια ύφεση. Αντίστοιχα, ανάμεσα στον Αύγουστο και τον Μάρτιο, ο συνολικός όγκος δανείων υποχώρησε κατά 8,6%, μετρημένος σε δολάρια, ένδειξη ότι οι επιχειρήσεις είτε δεν επιλέγουν να δανειστούν, γιατί εκτιμούν ότι θα έχουν πρόβλημα να αποπληρώσουν, είτε δεν επιλέγουν σε αυτή τη βάση να επενδύσουν.

Αντίστοιχα και ο ΟΟΣΑ προβλέπει ύφεση 1,8% για τη χρονιά που διανύουμε, σε πείσμα των κυβερνητικών σχεδίων που υποστηρίζουν ότι η Τουρκία θα πετύχει ρυθμούς ανάπτυξης 2,3% για φέτος, 3,5% το 2020 και 5% το 2021. Δεν είναι τυχαίο ότι με την υποχώρηση της τουρκικής οικονομίας αρχίζει να διαφαίνεται και ο κίνδυνος να βρεθεί ως προς τα οικονομικά μεγέθη πιο κάτω από το όριο που της επιτρέπει να είναι μέλος του G20.

Η κρίση της εποχής Ερντογάν

Όμως, άλλοι υποστηρίζουν ότι τα πράγματα δεν είναι ούτε τόσο απλά, ούτε τόσο συγκυριακά, καθώς αυτό που αποτυπώνεται στις τρέχουσες υφεσιακές τάσεις είναι η κρίση ενός ολόκληρου αναπτυξιακού μοντέλου, που κατεξοχήν συνδέθηκε με την εποχή Ερντογάν.

Το μοντέλο αυτό στηρίχτηκε στην παροχή φτηνού δανεισμού (που έφερε και ένα σημαντικό πρόβλημα ιδιωτικού χρέους στην Τουρκία) στην τόνωση της κατανάλωσης, στην τόνωση της οικοδομικής δραστηριότητας, συχνά και με χαρακτηριστικά «φούσκας» και στην προσπάθεια προσέλκυσης κεφαλαίων.

Επιπλέον, ο Ερντογάν αντιμέτωπος και τις επερχόμενες δημοτικές εκλογές δεν ήθελε να απαντήσει στην περσινή υποχώρηση με μέτρα λιτότητας που θα έκαναν το AKP ακόμη πιο αντιδημοφιλές.

Γι’ αυτό το λόγο και η τουρκική κυβέρνηση επιμένει να ακολουθήσει τις συμβουλές των διεθνών οργανισμών για επιβολή περιοριστικών μέτρων λιτότητας και αντίθετα προκρίνει μια επεκτατική οικονομική πολιτική. Οι φόροι στις πωλήσεις μεγάλων συσκευών και αυτοκινήτων μειώθηκαν, το τουρκικό δημόσιο παρήγγειλε άλλες 50.000 διαμερίσματα στο πλαίσιο των κρατικών στεγαστικών προγραμμάτων και η κυβέρνηση προσφέρει κίνητρα στους εργοδότες να προσλάβουν προσωπικό. Μάλιστα τα στοιχεία δείχνουν αύξηση της κρατικής δαπάνης κατά 62% τον Ιανουάριο.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι σε αυτή τη φάση θα ήταν αυτοκτονικό να εισακούσει η τουρκική κυβέρνηση τις οδηγίες των διεθνών οργανισμών. Ήδη έχουν αυξηθεί χρεοκοπίες και οι ιδιωτικές στάσεις πληρωμών και οποιαδήποτε επιβολή μέτρων λιτότητας θα επέτεινε την αυτή την τάση.

«Βράζει» η τουρκική κοινωνία

Ωστόσο η τουρκική κοινωνία δεν συμμερίζεται την κυβερνητική αισιοδοξία. Με τον πληθωρισμό να έχει σημαντική αύξηση και το κόστος ζωής να αυξάνεται με πραγματικούς όρους.

Το σωματείο της αυτοκινητοβιομηχανίας Birlesik Metal Is Sendikasi, δημοσίευσε μια έκθεση που υποστηρίζει ότι ενώ ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 413 τουρκικές λίρες (76 δολάρια) από τον Ιανουάριο του 2018 στον Ιανουάριο του 2019, το όριο φτώχιας – οριζόμενο ως το ελάχιστο αναγκαίο εισόδημα για να μην είναι σε συνθήκη φτώχιας μια τετραμελής οικογένεια – στην ίδια περίοδο αυξήθηκε κατά 1060 λίρες (196 δολάρια), φτάνοντας τις 6798 λίρες (1257 δολάρια). Την ίδια ώρα το ποσό που πρέπει να καταναλώνει μια οικογένεια σε φρούτα και λαχανικά ημερησίως αυξήθηκε σε 13,98 λίρες (2.59 δολάρια).

Δεν είναι τυχαίο, επομένως, ότι ένα από το ζήτημα της τιμής των τροφίμων έγινε αρκετά κεντρικό στην προεκλογική εκστρατεία και ο Ερντογάν ανακοίνωσε το Φεβρουάριο ότι οι δήμοι θα στήσουν πάγκους για να πωλούν λαχανικά σε χαμηλές τιμές.

Η ανησυχία για τις δημοτικές εκλογές

Όμως, δεν είναι μόνο η τουρκική οικονομία που φέρνει πονοκεφάλους στον Ερντογάν. Η Συριακή κρίση να συνεχίζεται και να μην είναι καθόλου δεδομένο ότι μπορεί ο βασικός στόχος του Ερντογάν, που είναι να μπορέσει να περιορίσει τη δράση των κουρδικών πολιτοφυλακών που μέχρι τώρα αποτελούν την αιχμή του δόρατος των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στην περιοχή. Οι σχέσεις ΗΠΑ και Τουρκίας περνούν από διάφορα σκαπανεβάσματα, με πιο πρόσφατο σημείο όξυνσης το ζήτημα της προμήθειας των ρωσικών συστοιχιών S-400.

Η Τουρκία εξακολουθεί να μη βλέπει προοπτική να αποκτήσει άμεσα μερίδιο στα μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο και κινδυνεύει να μείνει έξω από μια σημαντική εξέλιξη στις ενεργειακές αγορές.

Όλα αυτά επιτείνουν τις δυσκολίες για την τουρκική κυβέρνηση σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, αφήνοντας περιθώρια για σημαντικές ανατροπές στις δημοτικές εκλογές. Δεν είναι τυχαίο ότι από το φθινόπωρο ο Ερντογάν (που και αυτός ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα από τις δημοτικές εκλογές) έριξε μεγάλο βάρος στις τοπικές εκλογές, θέλοντας να αποφύγει να έχει μεγάλα κέρδη η αντιπολίτευση.

Πάντως μέχρι στιγμής, η προσπάθειά του δεν έχει αποδώσει. Αν και οι δημοσκοπήσεις – τις οποίες ο Ερντογάν καταγγέλλει συστηματικά παρότι σε όλη του την καριέρα στηρίχτηκε σε αυτές ως πολιτικό εργαλείο – δεν βγάζουν ακόμη οριστικές τάσεις, πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η αντιπολίτευση δεν θα πάρει μόνο το παραδοσιακό προπύργιο της Σμύρνης αλλά και την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα.

“The economy, stupid», είχε πει το 1992 ο Τζέιμς Κάρβιλ, υπεύθυνος για το στρατηγικός σχεδιασμό της εκστρατείας του Μπιλ Κλίντον, για να υπογραμμίσει ότι εκεί θα παίζονταν οι εκλογές και όχι στις επιτυχίες του Τζορτζ Μπους στο εξωτερικό, που διεκδικούσε επανεκλογή έχοντας στη θητεία του δει την Πτώση του τείχους, την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και τη θριαμβευτική νίκη στον Πόλεμο του Κόλπου.

Κατ’ ανάλογο τρόπο και ο Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εκλογική μάχη όπου η οικονομία μπορεί να αποβεί η αχίλλειος πτέρνα του.