Υγεία

Νέα μεγάλη μελέτη: Αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνος στον υποκλινικό υπερθυρεοειδισμό

Νέα δεδομένα από μεγάλη πληθυσμιακή μελέτη ενισχύουν τις ενδείξεις ότι ο υποκλινικός υπερθυρεοειδισμός, μια κατάσταση που μέχρι σήμερα θεωρείται γενικά ήπια διαταραχή της θυρεοειδικής λειτουργίας, ενδέχεται να μην είναι τόσο «αθώος» όσο πιστεύαμε. Τα ευρήματα δείχνουν ότι σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο σοβαρών καρδιαγγειακών συμβαμάτων και αυξημένη συνολική θνητότητα, ιδιαίτερα σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών.

Ο υποκλινικός υπερθυρεοειδισμός χαρακτηρίζεται από χαμηλή ή μη ανιχνεύσιμη θυρεοτρόπο ορμόνη (TSH), ενώ οι θυρεοειδικές ορμόνες (Τ4 και Τ3) παραμένουν εντός φυσιολογικών ορίων. Οι περισσότεροι ασθενείς δεν εμφανίζουν εμφανή συμπτώματα και γι’ αυτό, μέχρι σήμερα, η αντιμετώπισή του είναι συνήθως συντηρητική, ιδιαίτερα σε νεότερα άτομα, όπου ο ενδοκρινολόγος δεν προχωρά πάντοτε σε άμεση θεραπευτική παρέμβαση αλλά επιλέγει την τακτική παρακολούθηση. Η νέα μελέτη, ωστόσο, υποδεικνύει ότι σε ορισμένους ασθενείς η κατάσταση αυτή μπορεί να συνοδεύεται από σημαντικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει τον τρόπο παρακολούθησης και θεραπείας.

Μελέτη σε 11.163 ασθενείς

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Thyroid, αξιοποίησε δεδομένα του δικτύου PHARMO Data Network στην Ολλανδία για την περίοδο 2012-2021. Συμπεριλήφθηκαν 11.163 ασθενείς με βιοχημικά επιβεβαιωμένο υποκλινικό υπερθυρεοειδισμό, δηλαδή κατασταλμένη TSH με φυσιολογικές τιμές ελεύθερης θυροξίνης (fT4), οι οποίοι συγκρίθηκαν με 46.058 άτομα φυσιολογικής θυρεοειδικής λειτουργίας, αντιστοιχισμένα ως προς την ηλικία, το φύλο και τον γενικό ιατρό παρακολούθησης.

 

Οι ερευνητές αξιολόγησαν την εμφάνιση αθηροσκληρωτικών επιπλοκών, κολπικής μαρμαρυγής, καρδιακής ανεπάρκειας και τη συνολική θνητότητα, χρησιμοποιώντας πολυπαραγοντικά μοντέλα Cox για την εκτίμηση του σχετικού κινδύνου (Hazard Ratio, HR).

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα άτομα με υποκλινικό υπερθυρεοειδισμό είχαν 37% υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης κολπικής μαρμαρυγής σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου (HR 1,37, 95% CI 1,22-1,55). Ο κίνδυνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος στους ασθενείς με TSH <0,1 mU/L, όπου αυξανόταν κατά 60% (HR 1,60, 95% CI 1,32-1,94), καθώς και στην ηλικιακή ομάδα 30-49 ετών, όπου ο σχετικός κίνδυνος ήταν σχεδόν διπλάσιος (HR 1,88, 95% CI 1,05-3,36).

Παράλληλα, διαπιστώθηκε αυξημένος κίνδυνος καρδιακής ανεπάρκειας κατά 21% συνολικά (HR 1,21, 95% CI 1,04-1,40).

Οι επίφοβες ηλικίες

Το εύρημα ήταν ιδιαίτερα έντονο στους ασθενείς ηλικίας 30-49 ετών, όπου ο κίνδυνος ήταν σχεδόν τετραπλάσιος (HR 3,74, 95% CI 1,52-9,24), ενώ στις γυναίκες καταγράφηκε αύξηση του κινδύνου κατά 31% (HR 1,31, 95% CI 1,10-1,56).

Η συνολική θνητότητα ήταν επίσης σημαντικά αυξημένη στους ασθενείς με υποκλινικό υπερθυρεοειδισμό, με 51% μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από κάθε αιτία (HR 1,51, 95% CI 1,38-1,64). Η επίδραση αυτή ήταν εντονότερη στους άνδρες (HR 1,75, 95% CI 1,50-2,05) και ιδιαίτερα στα άτομα ηλικίας 30-49 ετών, όπου ο σχετικός κίνδυνος έφτασε το HR 2,95 (95% CI 1,73-5,04).

Αντίθετα, η συσχέτιση του υποκλινικού υπερθυρεοειδισμού με τις αθηροσκληρωτικές επιπλοκές ήταν ασθενέστερη και οριακής στατιστικής σημασίας (HR 1,12, 95% CI 1,00-1,24).

Ανάγκη για προσεκτική και εξατομικευμένη ενδοκρινολογική εκτίμηση

Τα ευρήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την καθημερινή κλινική πράξη του ενδοκρινολόγου. Μέχρι σήμερα, η απόφαση για θεραπεία στον υποκλινικό υπερθυρεοειδισμό βασίζεται κυρίως στην ηλικία του ασθενούς, στον βαθμό καταστολής της TSH, στην παρουσία συμπτωμάτων και στις συνοδές παθήσεις, ενώ στους νεότερους ασθενείς χωρίς εμφανή προβλήματα η επιλογή της παρακολούθησης αποτελεί συχνά την ενδεδειγμένη πρακτική. Η νέα μελέτη δείχνει, ωστόσο, ότι ακόμη και οι νεότερες ηλικίες ενδέχεται να εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής, καρδιακής ανεπάρκειας και θνητότητας, ιδιαίτερα όταν η TSH είναι έντονα κατασταλμένη, γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για προσεκτική και εξατομικευμένη ενδοκρινολογική εκτίμηση.

Παρότι υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί, όπως η έλλειψη στοιχείων για το κάπνισμα και την κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η καταγραφή των συννοσηροτήτων μόνο κατά το ένα έτος πριν από την ένταξη των ασθενών, πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες μελέτες πραγματικών δεδομένων που έχουν διερευνήσει τη σχέση του υποκλινικού υπερθυρεοειδισμού με τα καρδιαγγειακά νοσήματα.

Τα αποτελέσματά της ενισχύουν την ανάγκη προσεκτικής παρακολούθησης των ασθενών και αναμένεται να συμβάλουν στη διαμόρφωση της μελλοντικής κλινικής πρακτικής σχετικά με τη διαχείριση του υποκλινικού υπερθυρεοειδισμού.

*Η Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας, Θεραπευτική Κλινική, Νοσοκομείο ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ