Ο κύβος ερρίφθη για την τελική ευθεία της κυβερνητικής θητείας. Με μια συντονισμένη στρατηγική αντεπίθεση, η οποία ξεδιπλώθηκε τόσο μέσω των πρόσφατων τηλεοπτικών του εμφανίσεων όσο και με τις ανακοινώσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ορίσει εξαρχής την ατζέντα της πολιτικής αντιπαράθεσης έως το 2027.
Το Μέγαρο Μαξίμου, διαβάζοντας τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δημοσκοπήσεων και την αδυναμία της αντιπολίτευσης να αρθρώσει ενιαίο πειστικό λόγο, στήνει μια «τρίπτυχη» παγίδα στους πολιτικούς του αντιπάλους. Το αφήγημα δεν είναι πλέον απλώς διαχειριστικό, αλλά βαθιά πολιτικό και θεσμικό, εστιάζοντας σε τρεις κεντρικούς άξονες: τον φόβο της αστάθειας, τη θεσμική τομή του Συντάγματος και το διεθνές κύρος της χώρας.
1. Το δίλημμα «Σταθερότητα ή Χάος»
Ο Πρωθυπουργός, κλείνοντας κατηγορηματικά κάθε σενάριο πρόωρων εκλογών, έδειξε το 2027 ως το έτος-ορόσημο. Ωστόσο, η ρητορική του έχει ήδη προσαρμοστεί σε προεκλογικούς τόνους. Αναφερόμενος στην επόμενη μέρα και τα σενάρια μη αυτοδυναμίας, ο κ. Μητσοτάκης επανέφερε εμμέσως πλην σαφώς το δίλημμα της «κυβερνησιμότητας».
«Ποιος θα κυβερνήσει;», είναι το ερώτημα που θέτει, αντιπαραβάλλοντας τη συμπαγή δομή της Νέας Δημοκρατίας απέναντι σε αυτό που η κυβέρνηση ονομάζει «Βαβέλ της Κεντροαριστεράς». Η στρατηγική είναι σαφής: η ταύτιση της πολιτικής σταθερότητας με την παραμονή της ΝΔ στην εξουσία και η ταύτιση οποιασδήποτε άλλης λύσης συνεργασίας με το «χάος» και την οικονομική οπισθοδρόμηση.
2. Η «Μητέρα των Μαχών»: Το Σύνταγμα
Το δεύτερο και ίσως πιο ουσιαστικό πεδίο αντιπαράθεσης είναι η Συνταγματική Αναθεώρηση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να σηκώσει το γάντι, προαναγγέλλοντας παρεμβάσεις σε πέντε κομβικά άρθρα, με «ναυαρχίδα» το Άρθρο 16 και την ίδρυση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων.
Η κίνηση αυτή δεν είναι τυχαία. Στοχεύει στο να εκθέσει ιδεολογικά το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ, πιέζοντάς τους να πάρουν θέση απέναντι σε μεταρρυθμίσεις που (σύμφωνα με τις μετρήσεις του Μαξίμου) έχουν απήχηση στον χώρο του Κέντρου. Παράλληλα, η πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η αλλαγή στον τρόπο εκλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης (Άρθρο 90) παρουσιάζονται ως θεσμικές θωρακίσεις της χώρας, αναγκάζοντας την αντιπολίτευση να απολογείται αν τις καταψηφίσει.
3. Το χαρτί της Ελληνικής Προεδρίας
Ο «άσος» στο μανίκι του Πρωθυπουργού για το φινάλε της θητείας είναι η ανάληψη της Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα, το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Ο κ. Μητσοτάκης συνδέει ευθέως τις εθνικές εκλογές με αυτό το ευρωπαϊκό ορόσημο. Το επιχείρημα που αρθρώνεται είναι απλό αλλά ισχυρό: «Θέλετε μια υπηρεσιακή κυβέρνηση ή μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού να διαχειρίζεται το τιμόνι της Ευρώπης, ή μια ισχυρή κυβέρνηση με διεθνές κύρος;». Η Προεδρία της ΕΕ μετατρέπεται έτσι από διπλωματικό καθήκον σε εκλογικό επιχείρημα, με τον Πρωθυπουργό να προβάλλει το προφίλ του ως του μόνου ικανού να διαχειριστεί τις ευρωπαϊκές προκλήσεις.
Η διαχείριση της καθημερινότητας
Παρά τη «μεγάλη εικόνα», το Μαξίμου δεν αγνοεί τα αγκάθια της καθημερινότητας. Η πρόσφατη τραγωδία στο εργοστάσιο «Βιολάντα» στα Τρίκαλα και η συζήτηση για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας αποτελούν ρωγμές στο αφήγημα της «επιτελικής επάρκειας». Ωστόσο, η αντίδραση του Πρωθυπουργού, που έκανε λόγο για «εργαλειοποίηση του πόνου» από την αντιπολίτευση, δείχνει ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να μην αφήσει την ατζέντα να φύγει από τα χέρια της, απαντώντας επιθετικά σε κάθε κριτική.
Εν κατακλείδι, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί μια «φυγή προς τα εμπρός». Θέτοντας τα διλήμματα τώρα, ενάμιση χρόνο πριν τις κάλπες, επιδιώκει να μετατρέψει την πολιτική αντιπαράθεση σε μια σύγκρουση δύο κόσμων: του κόσμου των «μεταρρυθμίσεων και της Ευρώπης» (όπως αυτοπροσδιορίζεται η ΝΔ) και του κόσμου της «αντίδρασης» (όπως χαρακτηρίζει τους αντιπάλους του). Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα φανεί από τις αντοχές της κοινωνίας απέναντι στην ακρίβεια και την καθημερινότητα, που παραμένουν ο μεγάλος άγνωστος Χ της εξίσωσης.