Οικονομία

Δύσκολος Χειμώνας εν όψει! Η JP Morgan «σηκώνει τα χέρια» με τον Τραμπ: «Δεν μπορούμε πια να προβλέψουμε πού θα πάει το πετρέλαιο»

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Σε μια ασυνήθιστα ωμή παραδοχή για τα δεδομένα ενός από τους μεγαλύτερους χρηματοπιστωτικούς ομίλους στον κόσμο, η JP Morgan δηλώνει ότι πλέον δεν διαθέτει ένα σαφές βασικό σενάριο για την πορεία της αγοράς πετρελαίου. Ο παρατεταμένος πόλεμος με το Ιράν, η πολιτική της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ και οι αλλεπάλληλες ανατροπές στις ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής έχουν καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη ακόμη και τη διαμόρφωση μιας αξιόπιστης εκτίμησης για το πού οδηγείται η κατάσταση.

Το μήνυμα των αναλυτών της αμερικανικής τράπεζας είναι χαρακτηριστικό: δεν γνωρίζουν πλέον πώς να μοντελοποιήσουν την τελική έκβαση της κρίσης. Στην αρχή του πολέμου, η JP Morgan θεωρούσε ότι υπήρχαν οικονομικές «κόκκινες γραμμές» τις οποίες η Ουάσιγκτον δεν θα ήταν διατεθειμένη να υπερβεί. Έξι μήνες αργότερα, όμως, πολλές από αυτές έχουν ήδη παραβιαστεί, χωρίς να διαφαίνεται ξεκάθαρη στρατηγική εξόδου από τη σύγκρουση.

Πετρέλαιο πάνω από τα 100 δολάρια

Η αβεβαιότητα αποτυπώνεται με τον πλέον άμεσο τρόπο στις τιμές της ενέργειας. Το Brent έχει ξεπεράσει το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι, ενώ στις 18 Σεπτεμβρίου διαπραγματευόταν περίπου στα 104 δολάρια, έχοντας υποχωρήσει από τα υψηλότερα επίπεδα των προηγούμενων ημερών. Το αμερικανικό WTI κινούνταν λίγο πάνω από τα 102 δολάρια.

Η JP Morgan εκτιμά ότι η «δίκαιη αξία» του Brent για τον Σεπτέμβριο βρίσκεται κοντά στα 90 δολάρια το βαρέλι. Η σημαντική απόσταση από τις πραγματικές τιμές υποδηλώνει ότι η αγορά ενσωματώνει ένα ισχυρό γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου και την πιθανότητα νέων απωλειών προσφοράς.

Η τράπεζα υπολογίζει ότι περίπου 10 εκατ. βαρέλια ημερησίως έχουν ήδη επηρεαστεί από τις αναταράξεις. Και η αγορά δεν παρακολουθεί πλέον μόνο τα Στενά του Ορμούζ. Επιθέσεις σε σαουδαραβικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, προβλήματα στον αγωγό Ανατολής-Δύσης, κίνδυνοι στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ, αλλά και οι συνεχιζόμενες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές που συνδέονται με τον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας δημιουργούν ένα εξαιρετικά σύνθετο περιβάλλον.

Το παράδοξο που προβληματίζει την JP Morgan

Παρά το τεράστιο μέγεθος της διαταραχής στην προσφορά, οι τιμές του αργού δεν έχουν εκτοξευθεί όσο θα περίμεναν πολλοί αναλυτές στην αρχή της σύγκρουσης.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ανάλυσης της JP Morgan. Από την έναρξη του πολέμου, τα παγκόσμια αποθέματα αργού και διυλισμένων προϊόντων έχουν μειωθεί κατά περίπου 555 εκατ. βαρέλια. Πρόκειται όμως μόλις για το ένα τρίτο περίπου της μείωσης που είχε αρχικά προβλέψει η τράπεζα.

Ο λόγος είναι ότι η παγκόσμια οικονομία δεν αντιμετώπισε το ενεργειακό σοκ μόνο καταναλώνοντας αποθέματα. Αντίθετα, σημαντικό μέρος της προσαρμογής έγινε μέσω της καταστροφής ζήτησης.

Σύμφωνα με την JP Morgan, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου κινήθηκε περίπου 4,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως χαμηλότερα σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα. Έτσι, παρά την πρωτοφανή διαταραχή στην προσφορά, το Brent έχει καταγράψει μέση τιμή περίπου 94 δολαρίων από την έναρξη της σύγκρουσης.

Αυτό, όμως, κρύβει έναν σοβαρό κίνδυνο: η ισορροπία επιτυγχάνεται ολοένα περισσότερο επειδή επιχειρήσεις και καταναλωτές περιορίζουν την κατανάλωση εξαιτίας των υψηλών τιμών.

Η μεγάλη απειλή λέγεται ντίζελ

Ακόμη πιο ανησυχητική για την αμερικανική οικονομία είναι η εικόνα στα διυλισμένα καύσιμα. Η τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ έχει φτάσει, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η JP Morgan, στα 4,37 δολάρια ανά γαλόνι, ενώ το ντίζελ έχει αγγίξει ιστορικό υψηλό στα 6,31 δολάρια.

Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς πλησιάζει ο χειμώνας, όταν αυξάνεται εποχικά η ζήτηση, την ώρα που τα αποθέματα βρίσκονται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.

Το ντίζελ αποτελεί κρίσιμο καύσιμο για τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και τις κατασκευές. Μαζί με το πετρέλαιο θέρμανσης αντιπροσωπεύει σχεδόν το 30% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου. Συνεπώς, μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών του μπορεί να περάσει σχεδόν σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής και μεταφορών, τροφοδοτώντας νέες πληθωριστικές πιέσεις.

Και εδώ εντοπίζεται ίσως ένα από τα δυσκολότερα προβλήματα για την κυβέρνηση Τραμπ. Η σημερινή κρίση δεν αφορά αποκλειστικά την ποσότητα διαθέσιμου αργού. Αφορά και την περιορισμένη δυναμικότητα διύλισης. Εγκαταστάσεις έχουν υποστεί ζημιές, ενώ η αποκατάστασή τους μπορεί να απαιτήσει μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ο Τραμπ και οι «κόκκινες γραμμές» που εξαφανίστηκαν

Η αδυναμία της JP Morgan να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο βασικό σενάριο έχει ιδιαίτερη σημασία ακριβώς επειδή η τράπεζα είχε επιχειρήσει από τους πρώτους μήνες του πολέμου να υπολογίσει τις πιθανές οικονομικές συνέπειες.

Τον Μάρτιο προειδοποιούσε ότι η σύγκρουση δημιουργούσε εξαιρετικά αυξημένους κινδύνους για την παγκόσμια αγορά ενέργειας, επισημαίνοντας ότι από τα Στενά του Ορμούζ περνούσε περίπου το 20% των παγκόσμιων πετρελαϊκών ροών. Παράλληλα εκτιμούσε ότι παρατεταμένα υψηλές τιμές Brent θα μπορούσαν να επιβαρύνουν αισθητά την παγκόσμια ανάπτυξη.

Έξι μήνες αργότερα, η κατάσταση έχει αποδειχθεί δυσκολότερη να προβλεφθεί. Η αρχική υπόθεση ότι το οικονομικό κόστος θα λειτουργούσε ως περιορισμός στις επιλογές της Ουάσιγκτον δεν έχει επιβεβαιωθεί στον βαθμό που ανέμεναν οι αναλυτές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το κόστος δεν υπάρχει. Αντίθετα, γίνεται ολοένα πιο ορατό στις τιμές των καυσίμων και στις πληθωριστικές πιέσεις.

Υπάρχουν ακόμη «πυρομαχικά» στην αγορά

Παρά τη δυσοίωνη εικόνα, η JP Morgan επισημαίνει έναν παράγοντα που μπορεί προσωρινά να αποτρέψει μια νέα εκρηκτική άνοδο του πετρελαίου. Σημαντικά αποθέματα εξακολουθούν να υπάρχουν σε Κίνα, Ευρώπη, Ιαπωνία και Νότια Κορέα.

Ταυτόχρονα, η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να αναδιατάξει τις εξαγωγές της. Περίπου 60 εκατ. βαρέλια σαουδαραβικού αργού έχουν προγραμματιστεί για μεταφόρτωση μέσω του λιμανιού Σοχάρ του Ομάν τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο, μια κίνηση που συνέβαλε στην αποκλιμάκωση των τιμών στις 18 Σεπτεμβρίου.

Αυτό εξηγεί γιατί, παρά την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, το Brent υποχώρησε προς τα 104 δολάρια. Η αγορά εξακολουθεί να βρίσκει εναλλακτικές διαδρομές και αποθέματα που λειτουργούν ως προσωρινό «μαξιλάρι».

Το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο θα αντέξει.

Εάν οι διαταραχές στις προμήθειες της Μέσης Ανατολής συνεχιστούν, τα διαθέσιμα αποθέματα θα μειώνονται και η παγκόσμια αγορά θα εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την πτώση της ζήτησης για να διατηρήσει την ισορροπία της. Σε ένα τέτοιο σενάριο, μια νέα άνοδος των τιμών αργότερα μέσα στο έτος δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Η παραδοχή της JP Morgan, επομένως, είναι κάτι περισσότερο από μια αποτυχημένη πρόβλεψη για την τιμή του πετρελαίου. Αποτυπώνει το μέγεθος της αβεβαιότητας που έχει δημιουργήσει ένας πόλεμος χωρίς σαφή ορίζοντα τερματισμού, σε μια περιοχή από την οποία εξακολουθεί να εξαρτάται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου ενεργειακού συστήματος.

Και όσο δεν διαφαίνεται πολιτική διέξοδος, το ερώτημα για τις αγορές δεν είναι μόνο πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το πετρέλαιο. Είναι για πόσο ακόμη η παγκόσμια οικονομία μπορεί να απορροφά το ενεργειακό σοκ χωρίς μια βαθύτερη επιβράδυνση.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ