Η εποχή των σχεδόν ανεμπόδιστων και εξαιρετικά φθηνών μικροδεμάτων από την Κίνα φαίνεται ότι τελειώνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μετά τον δασμό των 3 ευρώ που εφαρμόζεται ήδη από την 1η Ιουλίου, οι Βρυξέλλες ετοιμάζουν το επόμενο βήμα: ένα πρόσθετο «τέλος διαχείρισης», το οποίο αναμένεται να επηρεάσει πρωτίστως τις αγορές μέσω πλατφορμών όπως η Temu και η Shein. Και η διαφορά για τον καταναλωτή μπορεί να γίνει αισθητή, ιδίως στις πολύ φθηνές παραγγελίες.
Από την 1η Ιουλίου 2026 καταργήθηκε η απαλλαγή από τελωνειακούς δασμούς που ίσχυε για εμπορεύματα αξίας έως 150 ευρώ τα οποία εισάγονται στην ΕΕ από τρίτες χώρες.
Στη θέση της εφαρμόζεται προσωρινός δασμός 3 ευρώ ανά διαφορετική κατηγορία προϊόντος μέσα σε ένα δέμα. Αυτό είναι σημαντικό: η επιβάρυνση δεν υπολογίζεται απλώς μία φορά ανά πακέτο.
Για παράδειγμα, εάν μία παραγγελία περιλαμβάνει πέντε μπλουζάκια της ίδιας δασμολογικής κατηγορίας, η επιβάρυνση είναι 3 ευρώ. Εάν όμως περιλαμβάνει μπλουζάκια και ένα ρολόι, δηλαδή δύο διαφορετικές δασμολογικές κατηγορίες, ο δασμός φτάνει τα 6 ευρώ.
Πρόκειται για προσωρινό καθεστώς, το οποίο προβλέπεται να λειτουργήσει έως την ενεργοποίηση του νέου ευρωπαϊκού τελωνειακού συστήματος και του EU Customs Data Hub, που αναμένεται το 2028.
Στο τραπέζι και δεύτερη επιβάρυνση
Το επόμενο βήμα είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Η ευρωπαϊκή τελωνειακή μεταρρύθμιση προβλέπει την εισαγωγή ενός πρόσθετου handling fee, δηλαδή τέλους διαχείρισης, προκειμένου να καλύπτεται μέρος του κόστους που προκαλούν στις τελωνειακές αρχές τα δισεκατομμύρια μικροδέματα.
Η εφαρμογή του προβλέπεται το αργότερο από την 1η Νοεμβρίου 2026, αν και το ακριβές ύψος και ο τελικός μηχανισμός είσπραξης πρέπει να εξειδικευθούν. Η Κομισιόν έχει επιβεβαιώσει ότι το τέλος θα συνδέεται με το πραγματικό κόστος που έχουν οι τελωνειακές αρχές για τον έλεγχο δεδομένων, την ανάλυση κινδύνου και, όπου απαιτείται, τους φυσικούς ελέγχους των προϊόντων.
Στις συζητήσεις έχει τεθεί μοντέλο που διαφοροποιεί την επιβάρυνση ανάλογα με τον τρόπο εισαγωγής: υψηλότερη χρέωση για τα προϊόντα που αποστέλλονται απευθείας στον Ευρωπαίο καταναλωτή και αισθητά χαμηλότερη όταν τα προϊόντα εισέρχονται μαζικά σε αποθήκη εντός της ΕΕ.
Αυτό δημιουργεί και ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο προς τους κινεζικούς κολοσσούς του ηλεκτρονικού εμπορίου να διατηρούν μεγαλύτερα αποθέματα επί ευρωπαϊκού εδάφους, αντί να στέλνουν εκατομμύρια μεμονωμένα πακέτα από την Κίνα.
Γιατί η Ευρώπη «σφίγγει τον κλοιό»
Οι αριθμοί εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την αλλαγή πολιτικής. Τα δέματα χαμηλής αξίας αντιπροσωπεύουν περίπου το 97% των εισαγόμενων αντικειμένων στην ΕΕ, παρότι αντιστοιχούν μόλις στο 2,1% της συνολικής αξίας των εισαγωγών. Η μέση αξία τους είναι μόλις 8,82 ευρώ.
Και η Κίνα κυριαρχεί απόλυτα: το 2025 αντιπροσώπευε περίπου το 93% του όγκου των προϊόντων ηλεκτρονικού εμπορίου χαμηλής αξίας που εισάγονταν στην ΕΕ.
Οι Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι το παλιό καθεστώς δημιουργούσε τρία προβλήματα ταυτόχρονα: αθέμιτο ανταγωνισμό εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, τεράστιο φόρτο για τα τελωνεία και δυσκολία ελέγχου της ασφάλειας και της συμμόρφωσης εκατομμυρίων εξαιρετικά φθηνών προϊόντων.
Από τον Νοέμβριο ακόμη αυστηρότερος έλεγχος
Υπάρχει και μία δεύτερη αλλαγή που περνά περισσότερο απαρατήρητη. Από την 1η Νοεμβρίου 2026 καθίσταται υποχρεωτική η αναγραφή ειδικών αναγνωριστικών κωδικών προϊόντων στις τελωνειακές δηλώσεις των εξ αποστάσεως πωλήσεων.
Για πλατφόρμες όπως η Temu και η Shein αυτό σημαίνει περισσότερες πληροφορίες για κάθε προϊόν, μεγαλύτερη δυνατότητα ιχνηλασιμότητας από τις ευρωπαϊκές αρχές και μικρότερο περιθώριο για ασαφείς ή λανθασμένες τελωνειακές δηλώσεις.
Ποιος θα πληρώσει τελικά τον λογαριασμό; Τυπικά, οι νέες επιβαρύνσεις βαρύνουν τον πωλητή ή τον εισαγωγέα και όχι τον καταναλωτή κατά την παραλαβή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα περάσουν, άμεσα ή έμμεσα, στις τελικές τιμές.
Ήδη μετά την εφαρμογή του δασμού των 3 ευρώ έχουν καταγραφεί στην Ευρώπη παράπονα για απρόσμενες επιβαρύνσεις, με καταναλωτικές οργανώσεις να ζητούν από την Κομισιόν να εξασφαλίσει ότι ο πελάτης θα γνωρίζει την πλήρη τελική τιμή πριν ολοκληρώσει την αγορά.
Εάν προστεθεί και το νέο τέλος διαχείρισης, μία αγορά εξαιρετικά μικρής αξίας μπορεί αναλογικά να επιβαρυνθεί σημαντικά. Και αυτό ακριβώς φαίνεται να επιδιώκει, τουλάχιστον εν μέρει, η ευρωπαϊκή στρατηγική: να πάψει να είναι οικονομικά σχεδόν αδιάφορο το να ταξιδεύει από την άλλη άκρη του κόσμου ένα μεμονωμένο προϊόν αξίας ακόμη και λίγων ευρώ.
Η Temu και η Shein δύσκολα θα εξαφανιστούν από την ευρωπαϊκή αγορά. Όμως το μοντέλο πάνω στο οποίο έχτισαν την εκρηκτική ανάπτυξή τους –εκατομμύρια πάμφθηνα δέματα απευθείας από την Κίνα στις πόρτες των Ευρωπαίων καταναλωτών– μπαίνει πλέον σε μια περίοδο πολύ αυστηρότερων κανόνων και ολοένα μεγαλύτερου κόστους