Μια σκληρή, αλλά απολύτως ρεαλιστική, εικόνα της ελληνικής οικονομίας και των αντοχών της κοινωνίας αποτυπώνει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank. Η μελέτη αποκαλύπτει ένα βαθύ οικονομικό παράδοξο: τα ελληνικά νοικοκυριά εμφανίζονται πλουσιότερα στα «χαρτιά» λόγω της ανόδου της αξίας των ακινήτων, την ώρα όμως που η ακρίβεια καταβροχθίζει το εισόδημα, μηδενίζει τις αποταμιεύσεις και οδηγεί τους πολίτες σε νέα καταναλωτικά δάνεια για να επιβιώσουν.
Τα δεδομένα μαρτυρούν πως ό,τι κερδίζει ο μέσος Έλληνας από την αύξηση των αμοιβών του, το χάνει ταχύτατα από το αυξημένο κόστος ζωής. Σύμφωνα με την έκθεση, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα συνέχισε την ανοδική του τροχιά το πρώτο τρίμηνο του 2026, σημειώνοντας αύξηση 3,2% (κυρίως λόγω αύξησης μισθών και εσόδων αυτοαπασχολούμενων), ξεπερνώντας οριακά τον πληθωρισμό.
Την ίδια στιγμή, ο ακαθάριστος πλούτος των νοικοκυριών ξεπέρασε το ιλιγγιώδες ποσό του 1 τρισεκατομμυρίου ευρώ, κυρίως λόγω της εκρηκτικής ανόδου στις τιμές των ακινήτων και του Χρηματιστηρίου, μια εξέλιξη στην οποία συνέβαλε και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της χώρας.
Η «δεύτερη ανάγνωση»: Αρνητική αποταμίευση και δανεισμός
Η εντυπωσιακή εικόνα του πλούτου καταρρέει όταν η μελέτη εστιάζει στην καθημερινότητα. Η αποταμίευση των Ελλήνων παραμένει σταθερά σε αρνητικό έδαφος (περίπου στο -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος). Ο λόγος είναι απλός: η καταναλωτική δαπάνη υπερβαίνει κατά πολύ το εισόδημα, καθώς το σούπερ μάρκετ, τα ενοίκια και οι λογαριασμοί δεν πληρώνονται με την αντικειμενική αξία ενός ακινήτου.
Πώς, λοιπόν, επιβιώνουν τα νοικοκυριά; Η Alpha Bank απαντά ευθέως: καταναλώνοντας τις αποταμιεύσεις που «χτίστηκαν» κατά την περίοδο της πανδημίας και καταφεύγοντας στον τραπεζικό δανεισμό. Είναι ενδεικτικό ότι τα καταναλωτικά δάνεια κινούνται έντονα ανοδικά, αγγίζοντας ρυθμό αύξησης 6,9% τον Ιούνιο.
Εγκλωβισμένοι στον πλασματικό πλούτο
Η μελέτη καταρρίπτει επίσης τον μύθο του "wealth effect". Ναι μεν η αύξηση της περιουσίας προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας (σε όσους φυσικά διαθέτουν περιουσία), όμως η πλασματική αυτή αξία ουσιαστικά εκμηδενίζει την αξία του χρήματος που προέρχεται από την πραγματική εργασία. Το πόσα βγάζει ο μισθωτός μοιάζει πλέον αμελητέο μπροστά στο πόσο αξίζει ένα σπίτι.
Το τελικό συμπέρασμα για τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη δεν αφήνει περιθώρια για πανηγυρισμούς. Η χώρα μας μπορεί να εμφανίζει υψηλή περιουσιακή βάση (λόγω της κουλτούρας ιδιοκατοίκησης), ωστόσο υστερεί δραματικά, καταλαμβάνοντας τις τελευταίες θέσεις στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο. Η βελτίωση της οικονομίας είναι μεν υπαρκτή σε μακροοικονομικό επίπεδο, αλλά στα θεμέλια της κοινωνίας, η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.