Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται ακόμη μπροστά σε απόφαση γενικής αποχώρησης. Βρίσκεται όμως μπροστά σε κάτι που πριν από λίγους μήνες θα έμοιαζε εξίσου δύσκολο να φανταστεί κανείς: το Πεντάγωνο εξετάζει εάν χρειάζεται να διατηρήσει μικρότερο στρατιωτικό αποτύπωμα στον Περσικό Κόλπο, ενώ η βάση που φιλοξενούσε το αρχηγείο του 5ου Στόλου στο Μπαχρέιν έχει υποστεί τόσο σοβαρές ζημιές ώστε η ηγεσία του αμερικανικού Ναυτικού δεν προβλέπει άμεση επιστροφή.
Η συζήτηση απέκτησε νέο βάρος μετά τις δημόσιες δηλώσεις του υπηρεσιακού υπουργού Ναυτικού Χουνγκ Κάο. Αναφερόμενος στην Naval Support Activity Bahrain, ο Κάο χρησιμοποίησε ασυνήθιστα ωμή γλώσσα για να περιγράψει το αποτέλεσμα των ιρανικών επιθέσεων και αποκάλυψε ότι έχει συγκροτηθεί ειδική ομάδα που εξετάζει το μέλλον της εγκατάστασης και το αν πρέπει να αποκατασταθεί.
Η βάση του 5ου Στόλου που δεν επανέρχεται «σύντομα»
Η βάση στο Μπαχρέιν δεν είναι μία ακόμη αμερικανική εγκατάσταση στον Κόλπο. Αποτελούσε τον βασικό κόμβο της Naval Forces Central Command και του 5ου Στόλου των ΗΠΑ, δηλαδή της ναυτικής διοίκησης που είναι υπεύθυνη για τον Περσικό Κόλπο, την Αραβική Θάλασσα και μεγάλο μέρος των κρίσιμων θαλάσσιων οδών της περιοχής.
Οι επιθέσεις του Ιράν προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο συγκρότημα, περιλαμβανομένου του κέντρου διοίκησης και άλλων εγκαταστάσεων. Ο αρχηγός Ναυτικών Επιχειρήσεων, ναύαρχος Ντάριλ Κόντλ, είπε στις αρχές Σεπτεμβρίου σε προσωπικό που είχε εκτοπιστεί από τη βάση ότι «δεν επιστρέφουμε εκεί σύντομα», ξεκαθαρίζοντας ότι η εγκατάσταση δεν πρόκειται να επανέλθει άμεσα στην προηγούμενη λειτουργία της.
Η ζημιά έχει ήδη επιχειρησιακές συνέπειες. Ο Κάο παραδέχθηκε ότι η καταστροφή στο Μπαχρέιν επηρέασε ακόμη και την υποστήριξη του αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, καθώς η αμερικανική ναυτική δύναμη έχασε έναν από τους βασικούς κόμβους ελλιμενισμού και ανεφοδιασμού της στην περιοχή.
Το Πεντάγωνο είχε ήδη ανοίξει τον φάκελο της μείωσης δυνάμεων
Η συζήτηση δεν ξεκίνησε αυτή την εβδομάδα. Από τις 18 Αυγούστου, η Washington Post είχε αποκαλύψει ότι το Πεντάγωνο αξιολογεί εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διατηρήσουν μικρότερη παρουσία στον Περσικό Κόλπο μετά τον πόλεμο με το Ιράν. Στην ανάλυση συμμετέχουν το γραφείο πολιτικής του υπουργείου Άμυνας, το Joint Staff και η CENTCOM.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ιδιαίτερα δύσκολο ερώτημα: αξίζει να δαπανηθούν δισεκατομμύρια δολάρια για την επαναφορά μεγάλων σταθερών βάσεων που απέδειξαν ότι βρίσκονται μέσα στην ακτίνα ιρανικών πυραύλων και drones ή πρέπει το αμερικανικό αποτύπωμα να γίνει μικρότερο και περισσότερο διασκορπισμένο;
Μέχρι τότε ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ δεν είχε διατάξει επίσημη συνολική αναθεώρηση ούτε είχε εγκριθεί απόσυρση. Ανώτερος αξιωματούχος περιέγραψε την εργασία ως προνοητικό στρατιωτικό σχεδιασμό, ο οποίος θα τροφοδοτήσει τις μελλοντικές αποφάσεις για τις βάσεις. Η CENTCOM διατηρούσε πριν από τη μεγάλη πολεμική ενίσχυση περίπου 40.000 στρατιωτικούς σε σχεδόν 20 σημεία από την Ιορδανία έως το Ομάν.
Οι ζημιές δεν είναι πλέον κάτι που μπορεί να κρυφτεί
Νέα έκθεση αμερικανικού κυβερνητικού εποπτικού μηχανισμού αποτυπώνει το εύρος της πίεσης που έχει δεχθεί το δίκτυο των ΗΠΑ. Ιρανικά πλήγματα προκάλεσαν ζημιές ή καταστροφές σε εκατοντάδες κτίρια αμερικανικών βάσεων στη Μέση Ανατολή, ενώ η σύγκρουση έχει επιβάλει τεράστιο επιχειρησιακό και οικονομικό κόστος στην Ουάσινγκτον. Η έκθεση καταγράφει επίσης απώλειες ή ζημιές σε ακριβά αεροσκάφη και μη επανδρωμένα συστήματα και συνολικό κόστος πολέμου δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Το ζήτημα δεν είναι επομένως μόνο συμβολικό. Οι μεγάλες βάσεις που επί δεκαετίες αποτελούσαν το θεμέλιο της αμερικανικής αποτροπής στον Κόλπο αποδείχθηκαν ταυτόχρονα μεγάλοι, σταθεροί και προβλέψιμοι στόχοι.
Τι λέει πραγματικά το Foreign Affairs
Η εικόνα αυτή έχει προκαλέσει και πολύ ευρύτερη συζήτηση στην αμερικανική στρατηγική κοινότητα. Στο τεύχος Σεπτεμβρίου–Οκτωβρίου του Foreign Affairs, ο καθηγητής Marc Lynch δημοσίευσε το δοκίμιο «The End of the American Middle East», υποστηρίζοντας ότι ο περιφερειακός συσχετισμός που είχε διαμορφωθεί μετά τον Πόλεμο του Κόλπου του 1991 έχει πλέον φτάσει στα όριά του.
Ο Lynch προτείνει στην Ουάσινγκτον να μη θεωρήσει αυτονόητη την πλήρη ανοικοδόμηση των βάσεων που καταστράφηκαν και να δώσει μεγαλύτερο βάρος στην ανταλλαγή πληροφοριών, στην πυραυλική άμυνα των συμμάχων και στην ελευθερία ναυσιπλοΐας. Αυτή είναι πρόταση στρατηγικής ενός αναλυτή και όχι ανακοινωμένη πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η σύμπτωση όμως είναι πολιτικά σημαντική: εκεί που πριν από λίγα χρόνια η συζήτηση αφορούσε κυρίως το πώς θα ενισχυθούν οι αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο, σήμερα το ερώτημα έχει μετατοπιστεί στο ποιες αξίζει να ξαναχτιστούν.
Οι Χούθι πήραν νησιά – Δεν έκλεισε όμως το Μπαμπ ελ Μαντέμπ
Η ίδια πίεση φαίνεται και στην Ερυθρά Θάλασσα. Οι Χούθι έχουν καταλάβει την Περίμ, τη Ζουγκάρ και τα νησιά Χανίς, αποκτώντας πολύ ισχυρότερη δυνατότητα ελέγχου και απειλής γύρω από το Μπαμπ ελ Μαντέμπ. Η εξέλιξη είναι σοβαρή και αλλάζει το επιχειρησιακό περιβάλλον για τη Σαουδική Αραβία και τις δυτικές ναυτικές δυνάμεις.
Η θαλάσσια δίοδος, ωστόσο, δεν έχει εξαφανιστεί από τον εμπορικό χάρτη. Το Reuters κατέγραψε ακόμη 21 διελεύσεις πλοίων μέσα σε μία ημέρα, έστω μειωμένες από τις 28 της προηγούμενης, ενώ μεγάλες ναυτιλιακές εταιρείες επαναφέρουν ορισμένες γραμμές μέσω της Ερυθράς Θάλασσας και του Σουέζ.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαταραχή στο Ορμούζ, όπου τη Δευτέρα καταγράφηκαν μόλις τέσσερις διελεύσεις εμπορευματικών πλοίων, έναντι περίπου 125 ημερησίως πριν από τον πόλεμο. Η εικόνα δείχνει πραγματική στρατηγική πίεση, χωρίς να χρειάζεται η απόλυτη διατύπωση ότι δύο στενά έχουν «κλείσει» πλήρως.
Απόσυρση ή διαφορετική αμερικανική παρουσία;
Το πιθανότερο σενάριο που εξετάζεται στην Ουάσινγκτον δεν μοιάζει σήμερα με εγκατάλειψη ολόκληρης της Μέσης Ανατολής. Μοιάζει περισσότερο με μετασχηματισμό του αμερικανικού μοντέλου παρουσίας: λιγότερη εξάρτηση από τεράστιες σταθερές βάσεις, μεγαλύτερη διασπορά δυνάμεων, πυραυλική άμυνα, πληροφορίες, ναυτικές δυνατότητες και μεγαλύτερη μεταφορά του κόστους άμυνας στους περιφερειακούς συμμάχους.
Η στρατηγική αυτή ταιριάζει και με τη γενικότερη κατεύθυνση της αμερικανικής Εθνικής Αμυντικής Στρατηγικής του 2026, η οποία δίνει μεγαλύτερη προτεραιότητα στην άμυνα της αμερικανικής επικράτειας, στην Κίνα και στην απαίτηση από συμμάχους να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος της δικής τους ασφάλειας.
Το πραγματικό πλήγμα για την Ουάσινγκτον, επομένως, δεν είναι ότι έχει ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει τη Μέση Ανατολή. Είναι ότι για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες καλείται να αποφασίσει αν το δίκτυο βάσεων πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η αμερικανική κυριαρχία στον Περσικό Κόλπο παραμένει στρατιωτικά βιώσιμο στην προηγούμενη μορφή του.