Η σταθερότητα στην εύφλεκτη περιοχή της Μέσης Ανατολής και η μελλοντική γεωπολιτική ισορροπία εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από ένα συγκεκριμένο στοιχείο. Πρόκειται για τις διπλωματικές σχέσεις που επιλέγουν να διατηρούν η Δύση και το Ισραήλ με την Τουρκία. Το κρίσιμο αυτό συμπέρασμα προκύπτει μέσα από τη διεξοδική και αποκαλυπτική ανάλυση του ειδικού στις διεθνείς σχέσεις Εντ Χουσέιν η οποία δημοσιεύτηκε στη βρετανική εφημερίδα Τέλεγκραφ.
Ο έγκριτος αναλυτής επισημαίνει με απόλυτη σαφήνεια πως η αρχιτεκτονική της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή βασίζεται διαχρονικά σε τρεις βασικούς πυλώνες. Αυτοί οι πυλώνες ισχύος είναι τα αραβικά κράτη η Τουρκία και φυσικά το Ιράν. Προκειμένου να διατηρήσουν την επιρροή και την περιφερειακή τους κυριαρχία η Δύση και το Ισραήλ χρειάζεται να έχουν σταθερά στο πλευρό τους τουλάχιστον δύο από αυτούς τους καθοριστικούς παράγοντες.
Το διπλωματικό λάθος και η ιρανική απειλή
Μετά την Ισλαμική Επανάσταση του χίλια εννιακόσια εβδομήντα εννέα η δυτική συμμαχία και το Ισραήλ έχουν καταφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό να περιορίσουν το Ιράν. Η διπλωματική απομόνωση της Τεχεράνης αποτέλεσε μια τεράστια στρατηγική επιτυχία για τον δυτικό κόσμο. Ωστόσο η βρετανική ανάλυση κρούει πλέον δυνατά τον κώδωνα του κινδύνου για τη σημερινή κατάσταση.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η αυξανόμενη επιθετική ρητορική ορισμένων Ισραηλινών πολιτικών εναντίον της Τουρκίας ενδέχεται να διαταράξει ανεπανόρθωτα αυτή την εξαιρετικά εύθραυστη ισορροπία. Στο αναλυτικό βρετανικό άρθρο γίνεται ξεκάθαρη αναφορά σε πρόσφατες εμπρηστικές δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού του Ισραήλ Ναφτάλι Μπένετ. Ο συγκεκριμένος πολιτικός άνδρας χαρακτήρισε την Τουρκία ως μια εντελώς νέα απειλή για την ασφάλεια προχωρώντας μάλιστα σε άμεσες συγκρίσεις με το σκληροπυρηνικό ιρανικό καθεστώς.
Μια παρόμοια αρνητική και συγκρουσιακή στάση αποδίδεται επίσης και στον πρώην υπουργό Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ. Ο πρώην υπουργός εμφανίζεται να αντιμετωπίζει την κυβέρνηση της Άγκυρας με εξαιρετικά αυξημένη καχυποψία δημιουργώντας τεχνητά ρήγματα.
Η μακροχρόνια αντιπαλότητα Τουρκίας και Ιράν
Ο Εντ Χουσέιν υποστηρίζει σθεναρά στο κείμενό του ότι μια τέτοια λανθασμένη προσέγγιση αγνοεί επιδεικτικά την ιστορική πραγματικότητα. Παραγνωρίζει πλήρως τη μακροχρόνια γεωπολιτική αντιπαλότητα που υφίσταται παραδοσιακά μεταξύ της Τουρκίας και του Ιράν. Οι δύο αυτές μεγάλες περιφερειακές δυνάμεις ανταγωνίζονται σκληρά εδώ και πολλές δεκαετίες για την απόλυτη επιρροή στον ευρύτερο μουσουλμανικό κόσμο. Αυτός ο ατέρμονος ανταγωνισμός συνοδεύεται από αιματηρές ιστορικές συγκρούσεις και βαθύτατες πολιτικές αντιθέσεις.
Η Τουρκία αποτελεί μια τεράστια σουνιτική χώρα με συνολικό πληθυσμό που αγγίζει τα ογδόντα έξι εκατομμύρια και θεωρείται η άμεση κληρονόμος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η χώρα διατηρεί μια μοναδική στρατηγική θέση στον παγκόσμιο χάρτη βρισκόμενη ακριβώς ανάμεσα στην Ευρώπη τη Ρωσία και τη Μέση Ανατολή. Στον αντίποδα το σιιτικό Ιράν με περίπου ενενήντα δύο εκατομμύρια κατοίκους αποτελεί τη συνέχεια της περσικής αυτοκρατορικής παράδοσης και τον φυσικό ανταγωνιστή της Άγκυρας.
Η δύναμη του ΝΑΤΟ και οι ιστορικοί δεσμοί
Στην ανάλυση υπογραμμίζεται με ιδιαίτερη έμφαση ότι η Τουρκία αποτελεί έναν εξαιρετικά σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Η χώρα διαθέτει περήφανα τον δεύτερο μεγαλύτερο και πιο εξοπλισμένο στρατό ολόκληρης της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Παράλληλα έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια μια υπερσύγχρονη εγχώρια βιομηχανία παραγωγής στρατιωτικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Μια ενδεχόμενη ανοιχτή σύγκρουση με την Άγκυρα θα μπορούσε δεδομένα να προκαλέσει τεράστιες γεωπολιτικές αναταράξεις. Μια τέτοια κρίση θα έφτανε στο σημείο να επηρεάσει αρνητικά ακόμη και τις σχέσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.
Παρά τις σοβαρές πολιτικές εντάσεις των τελευταίων ετών οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ δεν έχουν διακοπεί ποτέ οριστικά. Η Άγκυρα υπήρξε άλλωστε ιστορικά η πρώτη μουσουλμανική χώρα που αναγνώρισε απολύτως επίσημα το κράτος του Ισραήλ το χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα. Επιπλέον για πολλές συνεχόμενες δεκαετίες οι δύο πλευρές διατηρούσαν μια εξαιρετικά στενή και προσοδοφόρα πολιτική και οικονομική συνεργασία.
Ο αραβικός παράγοντας και η λύση της Παλαιστίνης
Ένας εξίσου καθοριστικός παράγοντας για τις λεπτές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή παραμένει αδιαμφισβήτητα ο τεράστιος σουνιτικός αραβικός κόσμος. Ο συγκεκριμένος πληθυσμός αριθμεί περίπου τετρακόσια εκατομμύρια κατοίκους οι οποίοι ζουν κατανεμημένοι σε είκοσι ένα διαφορετικά κυρίαρχα κράτη. Χώρες με τεράστια οικονομική επιφάνεια όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποκτούν με ταχύτατους ρυθμούς ολοένα και μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Ο διακεκριμένος Βρετανός αναλυτής προειδοποιεί απολύτως ξεκάθαρα ότι μια πιθανή αντιπαράθεση με την Τουρκία θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερη απομόνωση του Ισραήλ. Ταυτόχρονα μια τέτοια αρνητική εξέλιξη θα ενίσχυε σε τεράστιο βαθμό το Ιράν και τους διάφορους περιφερειακούς συμμάχους του όπως είναι η οργάνωση Χαμάς. Κατά την τεκμηριωμένη άποψή του η άμεση διπλωματική προσέγγιση με την Άγκυρα αποτελεί μακράν την πιο ρεαλιστική επιλογή για την ασφάλεια της Δύσης του Ισραήλ αλλά και των αραβικών συμμάχων τους.
Τέλος το εκτενές βρετανικό δημοσίευμα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια μακροπρόθεσμη λύση για τη σταθερότητα στην περιοχή θα πρέπει απαραιτήτως να περιλαμβάνει την προοπτική δημιουργίας ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Αυτό ωστόσο πρέπει να συμβεί υπό την αυστηρή και αδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση ότι δεν θα θέτει σε κανέναν απολύτως κίνδυνο την εθνική ασφάλεια του Ισραήλ.