Δύο μήνες μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο Ιράν, η αμερικανική ηγεσία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα ενός παρατεταμένου, δαπανηρού και βαθιά αντιδημοφιλούς πολέμου.
Οι αρχικές προβλέψεις για μια βραχυπρόθεσμη σύγκρουση με μηδαμινό οικονομικό αντίκτυπο έχουν καταρρεύσει, δίνοντας τη θέση τους σε ένα στρατηγικό αδιέξοδο χωρίς σαφή τελικό στόχο.
Το οικονομικό βάρος και το στρατηγικό κενό
Το υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ τοποθετεί ήδη το κόστος των επιχειρήσεων στα 25 δισεκατομμύρια δολάρια. Παρά τα σφοδρά πλήγματα και την εξόντωση κορυφαίων Ιρανών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένου του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο κρατικός μηχανισμός της Τεχεράνης παραμένει άθικτος.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίζεται την απόφασή του, επικαλούμενος την απόλυτη ανάγκη αποτροπής του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, δηλώνοντας ευθαρσώς πως θα προχωρούσε ξανά στις ίδιες ενέργειες.
Την ίδια ώρα, ο ναυτικός αποκλεισμός και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχουν προκαλέσει παγκόσμιο ενεργειακό έμφραγμα. Οι τιμές των καυσίμων καλπάζουν, διαψεύδοντας τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις για άμεση αποκλιμάκωση.
Ο παραλληλισμός της Ουάσινγκτον με την επιχείρηση ανατροπής του καθεστώτος στη Βενεζουέλα αποδεικνύεται ατυχής, καθώς οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις διατηρούν εκτεταμένες δυνατότητες ανταπόδοσης, με την ηγεσία τους να προειδοποιεί ανοιχτά για νέες, ευρείας κλίμακας συγκρούσεις.
Η διπλωματική απομόνωση και το εσωτερικό ρήγμα
Στο διπλωματικό πεδίο, το ρήγμα με τους παραδοσιακούς συμμάχους βαθαίνει. Η άρνηση ευρωπαϊκών χωρών να εμπλακούν στη σύρραξη προκάλεσε την οργή του Λευκού Οίκου, ο οποίος απάντησε με εξαγγελίες για απόσυρση αμερικανικών στρατευμάτων από τη Γερμανία και έμμεσες απειλές προς την Ιταλία και την Ισπανία. Παράλληλα, το κλειστό Ορμούζ δυναμιτίζει τις σχέσεις με το Πεκίνο, το οποίο απαιτεί την άμεση διάνοιξη της κρίσιμης εμπορικής αρτηρίας.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κατάσταση περιπλέκεται επικίνδυνα. Η άρνηση του προέδρου να ζητήσει την επίσημη έγκριση του Κογκρέσου για τη συνέχιση των επιχειρήσεων, αψηφώντας τη λήξη της 60ήμερης νόμιμης προθεσμίας, προκαλεί θύελλα αντιδράσεων.
Η νευρικότητα εντείνεται στο στρατόπεδο των Ρεπουμπλικανών, οι οποίοι βλέπουν το αστρονομικό κόστος του πολέμου και την καταβαράθρωση της δημοτικότητάς του να απειλούν ευθέως την πολιτική τους επιβίωση ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών.
Τα ασυνεπή μηνύματα της κυβέρνησης, που ταλαντεύεται ανάμεσα σε διπλωματικές προσφορές και απειλές για νέους βομβαρδισμούς, επιτείνουν την εικόνα ενός επικίνδυνου στρατηγικού κενού.