Η σαρωτική επικράτηση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στις εκλογές της Σαξονίας-Άνχαλτ είναι πλέον δεδομένη. Το πολιτικό ερώτημα, όμως, μεταφέρεται από την κάλπη στο κοινοβούλιο του Μαγδεμβούργου: μπορεί το 43,8% των ψήφων να μετατραπεί σε κυβερνητική εξουσία;
Με βάση το προσωρινό τελικό αποτέλεσμα, η AfD καταλαμβάνει 39 από τις 83 έδρες, μένοντας τρεις έδρες κάτω από το όριο των 42 που απαιτείται για την απόλυτη πλειοψηφία. Η CDU περιορίστηκε στο 17,2%, καταγράφοντας το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία της στο κρατίδιο, ενώ το BSW πέρασε τελικά το όριο εισόδου με 5,3% και αποκτά πέντε έδρες. Η συμμετοχή έφθασε το 77,8%.
Το αποτέλεσμα αποτελεί ιστορική εκλογική επίδοση για την AfD σε κρατιδιακό επίπεδο. Δεν αρκεί, ωστόσο, για να δώσει στον Ούλριχ Ζίγκμουντ τη δυνατότητα να σχηματίσει μόνος του κυβέρνηση.

Η αριθμητική του νέου Landtag
Η νέα σύνθεση του κοινοβουλίου δημιουργεί μια εξαιρετικά δύσκολη πολιτική εξίσωση.
Η AfD διαθέτει 39 έδρες. Η CDU, το SPD και οι Πράσινοι συγκεντρώνουν μαζί 31, η Αριστερά διαθέτει οκτώ και το BSW πέντε. Συνολικά, επομένως, οι τέσσερις παρατάξεις CDU, SPD, Πράσινοι και Αριστερά φθάνουν επίσης τις 39 έδρες.
Αυτό σημαίνει ότι καμία από τις δύο βασικές πολιτικές πλευρές δεν διαθέτει από μόνη της την απαιτούμενη πλειοψηφία.
Το BSW βρίσκεται αριθμητικά ανάμεσά τους και οι πέντε βουλευτές του μπορούν να επηρεάσουν καθοριστικά τόσο τον σχηματισμό κυβέρνησης όσο και την εκλογή του επόμενου πρωθυπουργού.
Γιατί το BSW γίνεται κρίσιμο
Ένα θεωρητικό σχήμα AfD–BSW θα διέθετε 44 έδρες, δύο περισσότερες από την απαιτούμενη απόλυτη πλειοψηφία.
Αυτό όμως αποτελεί απλή κοινοβουλευτική αριθμητική και όχι υπάρχουσα πολιτική συμφωνία.
Η επικεφαλής του BSW στο κρατίδιο, Κλαούντια Βίτιγκ, δήλωσε ότι το κόμμα της είναι διατεθειμένο να συνεργάζεται με την AfD σε συγκεκριμένα ζητήματα και ότι θα κρίνει τις προτάσεις επί της ουσίας. Την ίδια στιγμή, ξεκαθάρισε ότι δεν επιθυμεί να ψηφίσει ούτε τον Ούλριχ Ζίγκμουντ της AfD ούτε τον σημερινό πρωθυπουργό Σβεν Σούλτσε της CDU.
Ο έτερος επικεφαλής του BSW, Τόμας Σούλτσε, εμφανίστηκε επίσης ανοικτός σε συνομιλίες με την AfD, επισημαίνοντας ότι υπάρχουν κοινές θέσεις κυρίως ως προς τη Ρωσία, τις κυρώσεις και την ενεργειακή πολιτική, αλλά και σημαντικές διαφωνίες σε άλλους τομείς.
Επομένως, το BSW δεν έχει δεσμευθεί σε συνασπισμό με την AfD, αλλά είναι το μοναδικό κόμμα του νέου Landtag που δεν έχει κλείσει εξαρχής κάθε δυνατότητα πολιτικής συνεννόησης μαζί της.

Ο Ζίγκμουντ απορρίπτει κυβέρνηση συμβιβασμών
Από την πλευρά του, ο Ούλριχ Ζίγκμουντ δεν εμφανίζεται πρόθυμος να εγκαταλείψει βασικές θέσεις του προγράμματός του μόνο και μόνο για να αποκτήσει κυβερνητικό εταίρο.
Μετά το αποτέλεσμα απέρριψε πρόταση του BSW για υπερκομματικό πρωθυπουργό, χαρακτηρίζοντάς την ακατάλληλη λύση, ενώ τόνισε ότι η AfD δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τις πολιτικές της θέσεις για χάρη της εξουσίας.
Παράλληλα, άφησε ανοιχτή τη συνεργασία είτε με πολιτική ομάδα είτε με μεμονωμένους βουλευτές που θα αποδέχονταν την πολιτική αλλαγή την οποία ζητεί η AfD.
Ο Ζίγκμουντ έφθασε μάλιστα στο σημείο να αναφερθεί στο ενδεχόμενο νέων εκλογών εάν δεν υπάρξει βιώσιμη λύση, υποστηρίζοντας ότι σε μια νέα αναμέτρηση το κόμμα του θα μπορούσε να φθάσει ακόμη και στο 50% ή 55%. Πρόκειται προφανώς για πολιτική πρόβλεψη του ίδιου και όχι για δημοσκοπικό δεδομένο.
Πώς εκλέγεται ο πρωθυπουργός και γιατί οι αποχές έχουν σημασία
Το Σύνταγμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δημιουργεί ακόμη μία παράμετρο στην εξίσωση.
Στην πρώτη ψηφοφορία για την εκλογή πρωθυπουργού απαιτείται η πλειοψηφία του συνόλου των μελών του Landtag. Εάν δεν υπάρξει αποτέλεσμα, ακολουθεί δεύτερη ψηφοφορία με την ίδια απαίτηση.
Εάν αποτύχει και αυτή, το κοινοβούλιο έχει συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο για να αποφασίσει εάν θα τερματίσει πρόωρα τη θητεία του. Αν δεν λάβει τέτοια απόφαση, ακολουθεί νέα ψηφοφορία στην οποία αρκεί πλέον η απλή πλειοψηφία των ψήφων που κατατίθενται.
Αυτό σημαίνει ότι οι αποχές και οι διαφοροποιήσεις βουλευτών μπορούν σε μεταγενέστερο στάδιο να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η απλή αποχή του BSW εξασφαλίζει αυτομάτως την εκλογή Ζίγκμουντ.
Η «Brandmauer» βρίσκεται σε νέα δοκιμασία
Το μεγαλύτερο πολιτικό εμπόδιο για την AfD παραμένει η λεγόμενη Brandmauer, το «τείχος προστασίας» με το οποίο τα παραδοσιακά κόμματα αποκλείουν συνεργασία μαζί της.
Η CDU έχει επαναβεβαιώσει ότι δεν πρόκειται να σχηματίσει συνασπισμό με την AfD. Το ίδιο ισχύει για SPD, Πράσινους και Αριστερά.
Αριθμητικά, μια συνεργασία CDU–AfD θα δημιουργούσε ευρύτατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Πολιτικά όμως θα αποτελούσε ριζική ανατροπή μιας κεντρικής γραμμής της γερμανικής μεταπολεμικής πολιτικής.
Γι' αυτό και το αποτέλεσμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν σημαίνει ότι το τείχος έχει καταρρεύσει. Σημαίνει όμως ότι η κοινοβουλευτική αριθμητική το υποβάλλει σε μία από τις δυσκολότερες δοκιμασίες μέχρι σήμερα.

Η θεσμική κατάταξη της AfD στο κρατίδιο
Η δημόσια συζήτηση γύρω από τη συνεργασία με την AfD συνδέεται και με τη στάση των γερμανικών υπηρεσιών ασφαλείας απέναντι στην περιφερειακή της οργάνωση.
Η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος της Σαξονίας-Άνχαλτ έχει από το 2023 χαρακτηρίσει τον συγκεκριμένο κρατιδιακό κλάδο της AfD ως «βεβαιωμένη ακροδεξιά εξτρεμιστική επιδίωξη» («gesichert rechtsextremistische Bestrebung»).
Η ίδια η υπηρεσία αναφέρει ότι κατέληξε σε αυτή την αξιολόγηση έπειτα από εξέταση δηλώσεων και πολιτικής δραστηριότητας που, κατά την κρίση της, στρέφονται εναντίον θεμελιωδών αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης. Η AfD απορρίπτει τον χαρακτηρισμό και υποστηρίζει ότι η αξιολόγηση είναι πολιτικά υποκινούμενη.
Γι' αυτό στο άρθρο είναι ακριβέστερο να γράψουμε «η AfD, της οποίας η κρατιδιακή οργάνωση έχει χαρακτηριστεί από την αρμόδια γερμανική υπηρεσία ως αποδεδειγμένα ακροδεξιά εξτρεμιστική», αντί να χρησιμοποιούμε τον χαρακτηρισμό ως ανεξάρτητη δική μας κρίση.
Κατάρρευση της CDU – Κανένα άμεσο εκλεγμένο έδρανο
Το αποτέλεσμα για τους Χριστιανοδημοκράτες είναι εξίσου εντυπωσιακό, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η CDU υποχώρησε στο 17,2%, έναντι 37,1% στις εκλογές του 2021. Επιπλέον, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία, δεν κέρδισε ούτε μία από τις 41 μονοεδρικές περιφέρειες του κρατιδίου. Η AfD επικράτησε σε 38, ενώ οι υπόλοιπες τρεις πέρασαν στην Αριστερά.
Πρόκειται για πολύ βαρύτερη ήττα από μια απλή απώλεια της πρώτης θέσης και δημιουργεί αναπόφευκτα πολιτικές επιπτώσεις για την ομοσπονδιακή ηγεσία της CDU.
Η πίεση περνά στον Φρίντριχ Μερτς
Η εκλογική ήττα στη Σαξονία-Άνχαλτ αυξάνει σημαντικά την πίεση στον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Ο ίδιος είχε επενδύσει πολιτικά στην προσπάθεια να περιορίσει την άνοδο της AfD, υιοθετώντας αυστηρότερη γραμμή στο μεταναστευτικό και στην εσωτερική ασφάλεια. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές είχε μάλιστα προειδοποιήσει ότι μια νίκη της AfD θα μπορούσε να αποθαρρύνει ξένες επενδύσεις στο κρατίδιο.
Το αποτέλεσμα κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση: η AfD υπερδιπλασίασε τη δύναμή της, ενώ η CDU έχασε σχεδόν 20 ποσοστιαίες μονάδες.
Ήδη στο εσωτερικό των Χριστιανοδημοκρατών έχουν καταγραφεί οι πρώτες δημόσιες επικρίσεις προς τον καγκελάριο, ενώ ανάλυση της ARD μιλά για σημαντική επιδείνωση της θέσης του και αμφισβήτηση ως προς το εάν θα μπορούσε να οδηγήσει το κόμμα σε επόμενη ομοσπονδιακή εκλογική αναμέτρηση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επίκειται αυτομάτως παραίτηση ή πτώση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Σημαίνει όμως ότι η κρατιδιακή εκλογή απέκτησε εθνική πολιτική διάσταση.
Από τον Τραμπ και τον Μασκ έως τον Τουσκ
Το αποτέλεσμα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και εκτός Γερμανίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δημοσίευσε στο Truth Social εικόνα με την εκλογική πρόβλεψη της AfD, χωρίς να τη συνοδεύσει με σχόλιο. Ο Έλον Μασκ συνεχάρη την Αλίς Βάιντελ, ενώ ο Ζίγκμουντ τον ευχαρίστησε δημόσια για την υποστήριξή του.
Από την άλλη πλευρά, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ χρησιμοποίησε ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα απέναντι σε όσους στην Πολωνία πανηγυρίζουν για το αποτέλεσμα, ενώ ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Μπενζαμέν Αντάντ χαρακτήρισε τη νίκη «σοβαρή στιγμή για την Ευρώπη». Ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Αντόνιο Ταγιάνι την περιέγραψε ως «εξαιρετικά κακή είδηση».
Οι διαφορετικές αντιδράσεις αποτυπώνουν τη διευρυμένη ευρωπαϊκή σημασία μιας εκλογής που τυπικά αφορά ένα γερμανικό κρατίδιο.

Η πραγματική μάχη αρχίζει μετά την κάλπη
Το αποτέλεσμα της 6ης Σεπτεμβρίου είναι σαφές: η AfD είναι με μεγάλη διαφορά η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Αυτό που παραμένει ασαφές είναι εάν μπορεί να μετατρέψει αυτή την εκλογική υπεροχή σε κυβερνητική εξουσία.
Με 39 έδρες δεν μπορεί να εκλέξει μόνη της πρωθυπουργό στις πρώτες ψηφοφορίες. Το BSW διαθέτει πέντε έδρες και δεν έχει αποκλείσει πολιτική συνεννόηση επί συγκεκριμένων θεμάτων. Τα υπόλοιπα κόμματα έχουν αποκλείσει συνεργασία με την AfD, αλλά ούτε μεταξύ τους διαθέτουν αυτονόητη κυβερνητική πλειοψηφία.
Η κάλπη, επομένως, έλυσε το ερώτημα του νικητή αλλά δημιούργησε ένα δυσκολότερο: ποιος μπορεί πράγματι να κυβερνήσει τη Σαξονία-Άνχαλτ. Και η απάντηση σε αυτό θα έχει συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα του κρατιδίου.