Γιατί ένας Βρετανός που κατατάσσεται στις ρωσικές δυνάμεις μπορεί να παρουσιαστεί ως «προδότης», ενώ ένας άλλος που υπηρετεί στον ουκρανικό ή στον ισραηλινό στρατό αντιμετωπίζεται σε ορισμένα δημοσιεύματα πολύ διαφορετικά;
Το ερώτημα θέτει ο Des Freedman, καθηγητής Media and Communications στο Goldsmiths του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, σε άρθρο του στο Declassified UK, το οποίο αναδημοσιεύθηκε από το Consortium News.
Ο Freedman υποστηρίζει ότι στη βρετανική δημοσιογραφία υπάρχει ένας άγραφος κανόνας: η αντιμετώπιση ενός Βρετανού που πολεμά για ξένη δύναμη επηρεάζεται έντονα από το αν η συγκεκριμένη χώρα θεωρείται σύμμαχος ή αντίπαλος του Λονδίνου.
Παραθέτει μια σειρά από χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Η εικόνα όμως είναι πιο περίπλοκη.
Τα παραδείγματα πράγματι εγείρουν ερωτήματα για τη γλώσσα που χρησιμοποιούν ορισμένα μέσα ενημέρωσης. Δεν αρκούν, όμως, για να αποδείξουν από μόνα τους μια συστηματική πολιτική ολόκληρου του βρετανικού Τύπου, ενώ και το νομικό καθεστώς διαφέρει ανά περίπτωση.

Ο Βρετανός που πήγε να πολεμήσει για τη Ρωσία
Στο επίκεντρο του άρθρου βρίσκεται ο Bradley Townsend, ένας 33χρονος από το Γιορκσάιρ, ο οποίος εγκατέλειψε τη Βρετανία την άνοιξη του 2026 και κατέληξε να πολεμά με ρωσικές δυνάμεις στην Ουκρανία.
Ο Townsend σκοτώθηκε στις 10 Ιουνίου στην περιοχή του Ντονέτσκ, κατά πληροφορίες από ουκρανικό FPV drone.
Βρετανικά μέσα κάλυψαν εκτενώς τον θάνατο του.
Η Daily Star χρησιμοποίησε στον τίτλο της τον χαρακτηρισμό «British traitor», ενώ ο πρώην υπουργός Ασφαλείας Tom Tugendhat χαρακτήρισε την απόφασή του να ενταχθεί στις ρωσικές δυνάμεις «εξαιρετικά λανθασμένη» και καταδίκασε έντονα τη συμμετοχή του στον πόλεμο στο πλευρό της Μόσχας.
Η βρετανική κυβέρνηση έχει επίσης προειδοποιήσει ότι όποιος ταξιδεύει στη Ρωσία για να ενταχθεί στις ρωσικές Ένοπλες Δυνάμεις ή για να βοηθήσει όσους συμμετέχουν στον πόλεμο ενδέχεται να παραβιάζει τη νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η διαφορετική εικόνα όσων πολέμησαν για την Ουκρανία
Ο Freedman αντιπαραβάλλει αυτή την αντιμετώπιση με τον τρόπο που έχουν παρουσιαστεί Βρετανοί οι οποίοι εντάχθηκαν στις ουκρανικές δυνάμεις.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πρώην βουλευτής των Συντηρητικών Jack Lopresti.
Μετά την απώλεια της κοινοβουλευτικής του έδρας το 2024, ο Lopresti πήγε στην Ουκρανία και κατατάχθηκε στις ουκρανικές δυνάμεις.
Αργότερα ανακοίνωσε ότι υπηρετεί στη 12η Ταξιαρχία Ειδικών Δυνάμεων Azov της ουκρανικής Εθνοφρουράς.
Η Azov έχει ιστορικά προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις λόγω της προέλευσής της από εθελοντικό τάγμα που το 2014 είχε προσελκύσει μέλη από ακροδεξιούς κύκλους.
Η σημερινή μονάδα έχει ενσωματωθεί πλήρως στην Εθνοφρουρά της Ουκρανίας και τα σημερινά στελέχη της απορρίπτουν τους χαρακτηρισμούς περί νεοναζιστικής οργάνωσης.
Η κάλυψη του Lopresti σε αρκετά βρετανικά μέσα υπήρξε σαφώς ευνοϊκότερη από εκείνη των Βρετανών που επέλεξαν τη ρωσική πλευρά.
Το ακόμη πιο ευαίσθητο θέμα του IDF
Η μεγαλύτερη πολιτική αντιπαράθεση αφορά όμως το Ισραήλ.
Το Declassified UK αποκάλυψε τον Φεβρουάριο στοιχεία που απέκτησε μέσω αιτήματος πληροφόρησης προς τις ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις.
Σύμφωνα με αυτά, τον Μάρτιο του 2025 υπηρετούσαν στον IDF 1.686 άτομα με βρετανική και ισραηλινή υπηκοότητα και ακόμη 383 με βρετανική, ισραηλινή και τουλάχιστον μία επιπλέον υπηκοότητα.
Συνολικά, δηλαδή, περισσότερα από 2.000 άτομα που διέθεταν και βρετανική υπηκοότητα.
Ο αριθμός είναι ιδιαίτερα σημαντικός.
Χρειάζεται όμως σωστή ανάγνωση.
Τα δεδομένα δεν αποδεικνύουν ότι όλοι αυτοί ταξίδεψαν από τη Βρετανία για να πολεμήσουν στη Γάζα, ότι κατατάχθηκαν μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 ή ότι υπηρετούσαν σε μάχιμες μονάδες μέσα στον παλαιστινιακό θύλακα.
Πρόκειται για στοιχεία υπηκοότητας όσων βρίσκονταν στις τάξεις του IDF.
Το Declassified καταγγέλλει διαφορετική δημοσιογραφική γλώσσα
Ο Freedman θυμίζει δημοσιεύματα στα οποία Βρετανοϊσραηλινοί στρατιώτες παρουσιάστηκαν μέσα από προσωπικές ιστορίες, τις οικογένειες, το ποδόσφαιρο που παρακολουθούν ή την καθημερινότητά τους.
Η σύγκριση με τους χαρακτηρισμούς «προδότης», «μισθοφόρος» ή «κακοποιός» που έχουν χρησιμοποιηθεί για ορισμένους Βρετανούς στο ρωσικό στρατό αποτελεί τη βάση της κριτικής του.
Υποστηρίζει ότι η διαφοροποίηση δεν είναι τυχαία αλλά αντικατοπτρίζει τις επιλογές εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας.
Πρόκειται, όμως, για θέση του συγγραφέα.
Το άρθρο δεν αποτελεί ποσοτική μελέτη χιλιάδων δημοσιευμάτων ούτε συστηματική ανάλυση περιεχομένου ολόκληρου του βρετανικού Τύπου.
Παραθέτει συγκεκριμένες περιπτώσεις για να τεκμηριώσει το επιχείρημά του.
Αυτές είναι αξιοσημείωτες, αλλά δεν ισοδυναμούν από μόνες τους με απόδειξη ότι κάθε βρετανικό μέσο ακολουθεί ενιαία γραμμή.

Τι λέει πραγματικά η βρετανική νομοθεσία
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στο νομικό σκέλος.
Ο Foreign Enlistment Act του 1870 προβλέπει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αδίκημα όταν Βρετανός πολίτης κατατάσσεται στις Ένοπλες Δυνάμεις ξένου κράτους το οποίο πολεμά άλλη χώρα με την οποία το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται σε ειρήνη.
Η εφαρμογή του νόμου, ωστόσο, δεν είναι απλή.
Η επίσημη θέση της βρετανικής κυβέρνησης είναι ότι οι πολίτες με διπλή υπηκοότητα μπορούν να υπηρετούν στις νόμιμα αναγνωρισμένες Ένοπλες Δυνάμεις της άλλης χώρας της οποίας είναι υπήκοοι.
Η θέση αυτή έχει επαναληφθεί ειδικά για Βρετανοϊσραηλινούς.
Και διατηρήθηκε ακόμη και μετά την επίσημη αναγνώριση του Κράτους της Παλαιστίνης από το Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο του 2025.
Το δικαστήριο απέρριψε υπόθεση κατά Βρετανοϊσραηλινού
Η νομική αβεβαιότητα δοκιμάστηκε και στην πράξη το 2026.
Το International Centre of Justice for Palestinians επιχείρησε να κινήσει ιδιωτική ποινική δίωξη κατά διπλού Βρετανοϊσραηλινού υπηκόου για υπηρεσία στον IDF.
Τον Απρίλιο, το Westminster Magistrates’ Court αρνήθηκε να εκδώσει κλήση.
Σύμφωνα με την ίδια την ICJP, το δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ήταν νομικά εσφαλμένη και ότι ο Foreign Enlistment Act δεν εφαρμόζεται με τον τρόπο που υποστήριζε η οργάνωση σε διπλούς υπηκόους που υπηρετούν στις Ένοπλες Δυνάμεις της άλλης χώρας τους.
Αυτό αποτελεί σημαντικό αντίβαρο στην ιδέα ότι η διαφορετική αντιμετώπιση είναι αποκλειστικά προϊόν πολιτικής ή δημοσιογραφικής επιλεκτικότητας.
Υπάρχει και ουσιαστική νομική διαφοροποίηση.

Αυτό δεν σημαίνει ασυλία για εγκλήματα πολέμου
Η νομιμότητα της ίδιας της κατάταξης είναι διαφορετικό ζήτημα από τη συμπεριφορά ενός στρατιώτη στο πεδίο.
Η βρετανική κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει ότι Βρετανός πολίτης που συμμετέχει σε ένοπλη σύγκρουση και διαπράττει πράξεις που συνιστούν αδικήματα βάσει της βρετανικής ή της διεθνούς νομοθεσίας μπορεί να ερευνηθεί και να διωχθεί κατά την επιστροφή του.
Αυτό αφορά και όσους υπηρετούν στον IDF.
Τον Ιούλιο του 2026 το Foreign Office επανέλαβε ότι, όταν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις για πιθανές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου από Βρετανούς, αρμόδιες για την έρευνα και πιθανή δίωξη είναι η αστυνομία και η Crown Prosecution Service.
Η υπηρεσία σε αναγνωρισμένο ξένο στρατό, επομένως, δεν αποτελεί ασυλία για προσωπική ποινική ευθύνη.
Και η λέξη «γενοκτονία» χρειάζεται ακρίβεια
Το αρχικό άρθρο του Declassified χρησιμοποιεί τον όρο «γενοκτονία» για τον πόλεμο στη Γάζα ως δεδομένο γεγονός.
Υπάρχει σημαντική εξέλιξη πίσω από αυτή τη διατύπωση.
Η Ανεξάρτητη Διεθνής Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ έχει καταλήξει ότι οι ισραηλινές αρχές και δυνάμεις έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν πράξεις γενοκτονίας στη Γάζα, μαζί με εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Το Ισραήλ απορρίπτει αυτούς τους ισχυρισμούς.
Παράλληλα, δεν υπάρχει ακόμη τελεσίδικη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης γενοκτονίας.
Γι' αυτό η ακριβής δημοσιογραφική διατύπωση είναι ότι η σχετική Επιτροπή του ΟΗΕ έχει καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, όχι ότι υφίσταται ήδη τελεσίδικη διεθνής δικαστική απόφαση.
Υπάρχουν «δύο μέτρα και δύο σταθμά»;
Η απάντηση εξαρτάται από το τι ακριβώς εξετάζεται.
Στο επίπεδο της δημοσιογραφικής γλώσσας, τα παραδείγματα του Freedman είναι δύσκολο να αγνοηθούν.
Ένας Βρετανός που πολέμησε για τη Μόσχα χαρακτηρίστηκε «προδότης».
Βρετανοί που πολέμησαν για το Κίεβο ή υπηρέτησαν στον IDF έχουν σε αρκετές περιπτώσεις παρουσιαστεί με πολύ διαφορετικό τρόπο.
Δεν σημαίνει, όμως, ότι Ρωσία, Ουκρανία και Ισραήλ αποτελούν νομικά πανομοιότυπες περιπτώσεις ούτε ότι κάθε Βρετανός που υπηρετεί σε έναν ξένο στρατό βρίσκεται στην ίδια νομική θέση.
Το πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα βέβαια, είναι, πόσο η εξωτερική πολιτική μιας χώρας επηρεάζει όχι μόνο το πώς βλέπει το κράτος έναν ξένο πόλεμο, αλλά και το λεξιλόγιο με το οποίο τα μέσα ενημέρωσης περιγράφουν τους δικούς της πολίτες που αποφασίζουν να πολεμήσουν σε αυτόν.