Το Eurodrone παρουσιαζόταν για χρόνια ως το μεγάλο ευρωπαϊκό αντίπαλο δέος του αμερικανικού MQ-9 Reaper. Ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος που θα έδινε στην Ευρώπη ανεξαρτησία στις αποστολές επιτήρησης, αναγνώρισης αλλά και κρούσης, χωρίς εξάρτηση από αμερικανική τεχνολογία. Και όμως, ενώ το πρόγραμμα ξεκίνησε με τεράστιες προσδοκίες, σήμερα πολλοί αναρωτιούνται τι απέγινε.
Γιατί ακούμε όλο και λιγότερα νέα; Γιατί υπάρχουν καθυστερήσεις, διαφωνίες και ακόμη και αποχωρήσεις χωρών; Και κυρίως, υπάρχει κάποια σχέση της Ελλάδας με όλη αυτή την ιστορία; Μήπως η χώρα μας έχασε χρήματα ή ευκαιρίες; Στο σημερινό βίντεο θα δούμε τι ακριβώς συμβαίνει με το Eurodrone, ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητές του, γιατί εξελίσσεται τόσο αργά και αν τελικά έχει ακόμη μέλλον ή αν πρόκειται για ακόμη ένα πανάκριβο ευρωπαϊκό εξοπλιστικό πρόγραμμα που κινδυνεύει να μείνει πίσω από τις εξελίξεις.
Ποιο Είναι το Eurodrone
Το Eurodrone, γνωστό και ως European MALE RPAS, δηλαδή Medium Altitude Long Endurance Remotely Piloted Aircraft System, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα αμυντικά προγράμματα που έχει αναλάβει ποτέ η Ευρώπη στον χώρο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Την ανάπτυξή του έχουν αναλάβει η Airbus Defence and Space ως κύριος ανάδοχος, μαζί με τη Leonardo και τη Dassault Aviation, ενώ το πρόγραμμα διαχειρίζεται ο οργανισμός OCCAR για λογαριασμό της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Ισπανίας και αρχικά της Γαλλίας. Στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό drone που δεν θα εξαρτάται από αμερικανικούς περιορισμούς εξαγωγών και λογισμικού, προσφέροντας πλήρη τεχνολογική κυριαρχία στις ευρωπαϊκές χώρες.
Το Eurodrone ανήκει στην κατηγορία MALE, δηλαδή μπορεί να επιχειρεί σε μεσαία ύψη για πολλές συνεχόμενες ώρες. Η μέγιστη αντοχή του υπολογίζεται περίπου στις 40 ώρες, μπορεί να επιχειρεί σε ύψη που φτάνουν περίπου τα 45.000 πόδια και χρησιμοποιεί δύο κινητήρες turboprop, κάτι που το διαφοροποιεί από το MQ-9 Reaper, το οποίο χρησιμοποιεί έναν μόνο κινητήρα. Η επιλογή των δύο κινητήρων έγινε κυρίως για λόγους ασφαλείας κατά τις πτήσεις πάνω από κατοικημένες περιοχές της Ευρώπης, αλλά αύξησε σημαντικά το βάρος, την πολυπλοκότητα και φυσικά το κόστος του προγράμματος.
Το αεροσκάφος έχει άνοιγμα πτερύγων περίπου 26 μέτρα, δηλαδή μεγαλύτερο ακόμη και από αρκετά επανδρωμένα μαχητικά, ενώ το μέγιστο βάρος απογείωσης φτάνει περίπου τους 11 τόνους. Μπορεί να μεταφέρει προηγμένα ηλεκτροοπτικά συστήματα, ραντάρ συνθετικού διαφράγματος, αισθητήρες SIGINT και ELINT, καθώς και οπλισμό ακριβείας όπου αυτός επιλεγεί από τις χώρες χρήστες. Ο βασικός του ρόλος είναι οι αποστολές ISTAR, δηλαδή Intelligence, Surveillance, Target Acquisition and Reconnaissance, με άλλα λόγια συλλογή πληροφοριών, επιτήρηση, εντοπισμός στόχων και αναγνώριση.
Η Ευρώπη ήθελε εδώ και χρόνια να αποκτήσει ένα αντίστοιχο σύστημα χωρίς να βασίζεται αποκλειστικά σε αμερικανικά MQ-9 Reaper ή ισραηλινά Heron. Ωστόσο, όσο προχωρούσε η ανάπτυξη, το πρόγραμμα γινόταν όλο και πιο περίπλοκο.
Τα Προβλήματα
Το πρόγραμμα εγκρίθηκε επίσημα το 2022, όμως από τότε οι καθυστερήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Η ολοκλήρωση του σχεδιασμού επιτεύχθηκε μόλις στα τέλη του 2025, ανοίγοντας τον δρόμο για την κατασκευή πρωτοτύπων και τις δοκιμαστικές πτήσεις.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο χρόνος. Ήταν το κόστος. Η συνολική αξία του προγράμματος υπολογίζεται περίπου στα 7 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό ιδιαίτερα υψηλό για ένα drone αυτής της κατηγορίας.
Και τότε ήρθε η μεγάλη ανατροπή. Η Γαλλία ανακοίνωσε ότι αναθεωρεί πλήρως τις ανάγκες της και αφαιρεί τη χρηματοδότηση για την προμήθεια Eurodrone από τον νέο αμυντικό σχεδιασμό της. Σύμφωνα με τη γαλλική κυβέρνηση, ο πόλεμος στην Ουκρανία απέδειξε ότι τα μεγάλα, ακριβά και σχετικά αργά drones είναι πολύ πιο ευάλωτα σε σύγχρονα αντιαεροπορικά συστήματα, ενώ οι φθηνότερες πλατφόρμες και τα μαζικά drones προσφέρουν πολύ καλύτερη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το πρόγραμμα ακυρώθηκε. Η Airbus και ο OCCAR συνεχίζουν να δηλώνουν ότι το Eurodrone προχωρά κανονικά με τις υπόλοιπες χώρες και ότι βρίσκονται σε συζητήσεις για την επόμενη φάση παραγωγής. Παρ' όλα αυτά, η αποχώρηση της Γαλλίας δημιουργεί σημαντικά ερωτήματα τόσο για τη χρηματοδότηση όσο και για την κατανομή του βιομηχανικού έργου μεταξύ των εταιρειών.
Παράλληλα, έχουν εμφανιστεί και διαφωνίες μεταξύ Airbus και Dassault σχετικά με το ποιος θα αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο εργασιών μετά τις αλλαγές στη γαλλική συμμετοχή, κάτι που δείχνει ότι το πρόγραμμα περνά ίσως τη δυσκολότερη περίοδο της ιστορίας του.
Χάσαμε Χρήματα;
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα για εμάς.
Η σύντομη απάντηση είναι όχι. Η Ελλάδα δεν συμμετείχε ως κράτος-εταίρος στο πρόγραμμα ανάπτυξης του Eurodrone, ούτε είχε υπογράψει σύμβαση αγοράς του συγκεκριμένου συστήματος. Οι χώρες που χρηματοδότησαν την ανάπτυξή του ήταν η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία και αρχικά η Γαλλία. Επομένως δεν υπάρχουν στοιχεία ότι η Ελλάδα έχει επενδύσει δημόσιους πόρους στο πρόγραμμα ή ότι κινδυνεύει να χάσει χρήματα από πιθανές καθυστερήσεις ή αλλαγές σχεδιασμού.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν ενδιαφέρεται για αυτή την κατηγορία συστημάτων. Αντίθετα, τα τελευταία χρόνια οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις επενδύουν ολοένα και περισσότερο στα drones, είτε μέσω ισραηλινών λύσεων, είτε μέσω ευρωπαϊκών συνεργασιών, είτε με ανάπτυξη εγχώριων δυνατοτήτων.
Το Eurodrone, εφόσον ολοκληρωθεί, θα μπορούσε θεωρητικά να αποτελέσει μελλοντική επιλογή και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη ελληνική απόφαση ή δέσμευση για αγορά του.
Και εδώ υπάρχει ακόμη μία ενδιαφέρουσα παράμετρος. Το επιχειρησιακό περιβάλλον αλλάζει με απίστευτη ταχύτητα. Οι εικόνες από την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και άλλες συγκρούσεις δείχνουν ότι πλέον δεν αρκεί ένα πανάκριβο drone με τεράστιες δυνατότητες. Οι στρατοί αναζητούν συνδυασμό φθηνών drones μαζικής παραγωγής, drones αυτοκτονίας, συνεργαζόμενων μη επανδρωμένων συστημάτων και μεγαλύτερων πλατφορμών επιτήρησης. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το Eurodrone μπει τελικά σε υπηρεσία προς το τέλος της δεκαετίας, θα επιχειρεί σε ένα εντελώς διαφορετικό επιχειρησιακό περιβάλλον από αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε πριν από σχεδόν δέκα χρόνια.
Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να υποτιμούμε τις δυνατότητές του. Η πολύ μεγάλη αυτονομία, η δυνατότητα μεταφοράς βαρέων αισθητήρων, οι ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες, η απουσία περιορισμών ITAR και η ενσωμάτωση προηγμένων ευρωπαϊκών συστημάτων αποστολής το καθιστούν εξαιρετικά χρήσιμο για αποστολές στρατηγικής επιτήρησης, θαλάσσιας επιτήρησης, συνοριακού ελέγχου και συλλογής πληροφοριών σε μεγάλες αποστάσεις.
Επομένως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν το Eurodrone είναι καλό ή κακό. Το ερώτημα είναι αν έρχεται την κατάλληλη στιγμή. Σήμερα η αγορά των drones εξελίσσεται πολύ ταχύτερα από όσο εξελίσσονται τα παραδοσιακά εξοπλιστικά προγράμματα. Αυτό που σχεδιάστηκε το 2016 ή το 2017 ίσως χρειάζεται ήδη σημαντικές αλλαγές για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του 2030.
Το Eurodrone εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, όμως βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Αν οι εναπομείνασες χώρες συνεχίσουν να το υποστηρίζουν, θα αποκτήσουν μία από τις πιο προηγμένες ευρωπαϊκές πλατφόρμες επιτήρησης. Αν όμως συνεχιστούν οι καθυστερήσεις και αυξηθεί ακόμη περισσότερο το κόστος, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να βρεθεί αντιμέτωπο με έναν κόσμο που θα έχει ήδη στραφεί σε πιο ευέλικτες και οικονομικές λύσεις.