Η Τουρκία προσπαθεί να διατηρήσει αυστηρή ουδετερότητα στον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν, αλλά αυτή η στάση δεν την προστατεύει από τις επιπτώσεις του. Αντίθετα, ο πόλεμος απειλεί να διαταράξει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη, να υπονομεύσει την ειρηνευτική διαδικασία με τους Κούρδους και να ενισχύσει περαιτέρω το Ισραήλ ως περιφερειακή υπερδύναμη, αφήνοντας την Άγκυρα πιο ευάλωτη από ποτέ. Αυτή είναι η κεντρική διαπίστωση του άρθρου της Asli Aydıntaşbaş, Fellow στο Brookings Institution και Διευθύντριας του Turkey Project, που δημοσιεύτηκε στο Foreign Affairs.
Η συγγραφέας συγκρίνει τη σημερινή στάση της Τουρκίας με την ουδετερότητα της κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Άγκυρα ισορροπούσε ανάμεσα στις πιέσεις των Συμμάχων και της Γερμανίας για να αποφύγει την τύχη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα, ωστόσο, η Τουρκία επιδιώκει μεγαλύτερο ρόλο στη διεθνή σκηνή, αλλά δεν διαθέτει ακόμα την οικονομική και στρατιωτική ισχύ για να διαμορφώσει τα γεγονότα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αγορά του ρωσικού συστήματος S-400 το 2019, που οδήγησε σε αμερικανικές κυρώσεις και αποκλεισμό από προγράμματα του ΝΑΤΟ, αφήνοντάς την χωρίς πλήρη αεροπορική άμυνα. Τον Μάρτιο του 2026, το ΝΑΤΟ –και όχι τουρκικά όπλα– κατέρριψε τέσσερις ιρανικούς πυραύλους που κατευθύνονταν προς ραντάρ του ΝΑΤΟ και τη βάση Ιντσιρλίκ, όπου σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις.
Η Τουρκία και το Ιράν είναι «ιστορικοί εχθροί-φίλοι» (frenemies) εδώ και αιώνες. Η συμφωνία του Qasr-e Shirin το 1639 μεταξύ Οθωμανών και Σαφαβιδών καθιέρωσε μια σχέση ανταγωνισμού χωρίς άμεσο πόλεμο και χωρίς επέμβαση στα εσωτερικά του άλλου. Σήμερα, οι δύο χώρες βρίσκονται σε αντίπαλες πλευρές σε Ιράκ, Συρία και Νότιο Καύκασο, αλλά η Άγκυρα φοβάται περισσότερο την κατάρρευση του ιρανικού κράτους παρά την επιβίωσή του. «Ο χειρότερος φόβος της Τουρκίας είναι η κατάρρευση του κράτους στο Ιράν», σημειώνει η Aydıntasbas. Μια τέτοια εξέλιξη θα προκαλούσε μαζική προσφυγική ροή, αυτονομιστικές τάσεις και αστάθεια.
Ο πόλεμος έχει ήδη διαταράξει τις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ μετά τη Γάζα, ενώ η πτώση του Άσαντ στη Συρία στα τέλη του 2024 με την υποστήριξη τουρκικών ομάδων είχε ενισχύσει την επιρροή της Άγκυρας. Ωστόσο, οι ισραηλινές ενέργειες στη Συρία και τον Λίβανο ενίσχυσαν την περιφερειακή κυριαρχία του Τελ Αβίβ, κάτι που η Τουρκία βλέπει ως «περικύκλωση». Παράλληλα, ο πόλεμος απειλεί να ανατρέψει την κουρδική ειρηνευτική διαδικασία στην Τουρκία: το 2025 ο Οτσαλάν κάλεσε σε εκεχειρία με στόχο τη διάλυση του PKK, αλλά νέες εντάσεις με Κούρδους στη Συρία (και πιθανές αμερικανικές κινήσεις) μπορεί να αναζωπυρώσουν τη σύγκρουση.
Η Aydıntaşbas τονίζει ότι η απλή ουδετερότητα δεν αρκεί πλέον. Η Τουρκία πρέπει να δράσει προληπτικά:
- Να προχωρήσει αποφασιστικά στην κουρδική ειρήνη, με νομοθεσία αμνηστίας για το PKK, νομιμοποίηση του Οτσαλάν, αποκέντρωση εξουσίας σε κουρδικές περιοχές και απελευθέρωση κρατουμένων.
- Να σταθεροποιήσει τα σύνορά της μέσω συνεργασίας για το Ισλαμικό Κράτος, ένταξη Κούρδων της Συρίας και βοήθεια στη Δαμασκό, ενώ παράλληλα να ανοίξει διάλογο με το Ισραήλ για να αποφύγει συγκρούσεις.
- Να ενισχύσει τις οικονομικές και εμπορικές διασυνδέσεις, ανοίγοντας τα σύνορα με την Αρμενία για το «Μεσαίο Διάδρομο» και να επιλύσει διαφορές με τις ΗΠΑ για τις κυρώσεις του S-400.
«Η Τουρκία δεν χρειάζεται να εμπλακεί στον πόλεμο, αλλά πρέπει να κινηθεί προληπτικά σε πολλούς τομείς για να βγει ισχυρότερη από την κρίση», καταλήγει η ανάλυση. Σε μια εποχή που οι πόλεμοι επαναπροσδιορίζουν την περιφερειακή ισορροπία –όπως μετά τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο–, η παθητική ουδετερότητα μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη. Η Άγκυρα καλείται να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία για σταθερότητα στα σύνορά της, εσωτερική συνοχή και διπλωματική ενίσχυση.
Πηγή sigmalive.com