Έλλειμμα νερού, ενέργειας, έργων, εμπιστοσύνης και γνώσης, αδιαφανείς μηχανισμοί επιδότησης και εξάρτηση από λίγες καλλιέργειες. Αυτά είναι ορισμένα μόνο από τα προβλήματα που εξακολουθούν να βιώνουν οι αγρότες της Θεσσαλίας, όπως προέκυψε από τη «Λευκή Βίβλο» για το μέλλον του αγροδιατροφικού τομέα της Θεσσαλίας.
Περισσότεροι από 180 συμμετέχοντες όπως αγρότες, συνεταιρισμοί, γεωπόνοι, ερευνητές και τοπικοί αξιωματούχοι, αναφέρθηκαν στα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και στο πως μπορούν να επιλυθούν. Τα προβλήματα που αναδείχθηκαν μετά τις κακοκαιρίες του «Ιανού» και του «Daniel» παραμένουν ανεπίλυτα.
«Διανεμητικές αδικίες»
Το επίμαχο ερευνητικό έργο προέκυψε από το πρόγραμμα Go-Just, που υλοποίησε το Εργαστήριο Επιστήμης, Τεχνολογίας και Καινοτομίας στην Κοινωνία του ΕΚΠΑ, που χρηματοδοτήθηκε από το ΕΛΙΔΕΚ. Όπως σημειώνεται, η όλη διαδικασία «αποκάλυψε διάχυτη δυσπιστία απέναντι στις εθνικές και ευρωπαϊκές αγροτικές πολιτικές, συνοδευόμενη από απογοήτευση σχετικά με τη γραφειοκρατία, τη φορολογία και την έλλειψη υποδομών και κινήτρων για τη συνέχιση της αγροτικής δραστηριότητας».
Είναι ενδεικτικό ότι όπως σημειώνεται, «οι διανεμητικές αδικίες εκδηλώνονται πιο έντονα στην κατανομή των φυσικών πόρων και των υποδομών. Ανισότητες εντοπίζονται επίσης στην παραγωγικότητα της γης, στις ευκαιρίες της αγοράς και στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση ή τεχνική υποστήριξη».
Ετήσιο έλλειμμα 400 εκατομμυρίων κ.μ. νερού»
Η χρόνια ανισορροπία υδατικών πόρων παραμένει η πιο κρίσιμη πρόκληση για το μέλλον του αγροδιατροφικού τομέα της Θεσσαλίας. Άλλωστε, «η περιοχή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την άρδευση για τη διατήρηση των καλλιεργειών της, ωστόσο αντιμετωπίζει ένα εκτιμώμενο ετήσιο έλλειμμα άνω των 400 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Η κλιματική αλλαγή επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση: οι προβλέψεις δείχνουν μείωση των βροχοπτώσεων κατά 30% και αύξηση της ζήτησης για άρδευση κατά 10% έως το 2040».
Αυτή η ανισορροπία δημιουργεί διανεμητικές αδικίες, καθώς η Ανατολική Θεσσαλία υποφέρει από λειψυδρία, βασιζομενη υπερβολικά στην άντληση υπόγειων υδάτων και τη διαθεσιμότητα του Πηνειού ποταμού. Αντιθέτως, η Δυτική Θεσσαλία, απολαμβάνει πρόσβαση σε άρδευση, μέσω φραγμάτων.
Όπως σημειώνεται, η αντιμετώπιση αυτών των διαφορών «απαιτεί συντονισμένη διαχείριση λεκανών απορροής, συνδυάζοντας μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις (όπως η μερική εκτροπή του Αχελώου) με τοπικές υποδομές (αναβαθμούς, ταμιευτήρες, έργα εμπλουτισμού και διασυνδέσεις). Ωστόσο, οι τεχνικές λύσεις πρέπει να συνοδεύονται από θεσμικές μεταρρυθμίσεις, διαφανείς κανόνες κατανομής, συμμετοχική παρακολούθηση και ενσωμάτωση ψηφιακών εργαλείων διακυβέρνησης και υδάτων».
Συμπληρωματικά, «πρέπει να δημιουργηθούν μικροταμιευτήρες και αναβαθμοί στις ορεινές λεκάνες. Τα έργα αυτά επιτελούν διπλή λειτουργία: αντιπλημμυρική προστασία τον χειμώνα και διατήρηση νερού για άρδευση το καλοκαίρι, ενώ ταυτόχρονα προωθούν τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων», δημιουργώντας τοπικά αποθέματα που μειώνουν την εξάρτηση από βαθιές γεωτρήσεις.
Ταυτόχρονα, υφιστάμενες υποδομές «όπως η Κάρλα, η Γυρτώνη και τα δευτερεύοντα δίκτυα, χρειάζονται άμεση αποκατάσταση και συντήρηση. Οι τρέχουσες αστοχίες οδηγούν σε μεγάλες απώλειες μεταφοράς και άνιση κατανομή νερού». Αναγκαία κρίνεται επίσης η μετάβαση σε κλειστά (υπογειοποιημένα) αρδευτικά συστήματα «για την αποδοτικότητα και τη δικαιότερη διανομή στην άρδευση».
Ηλεκτρικό ρεύμα
Παράλληλα, η αύξηση των τιμών ηλεκτρικού ρεύματος «έχει καταστήσει την άντληση νερού και την άρδευση οικονομικά δυσβάσταχτες, ιδίως για τους ΤΟΕΒ που βασίζονται σε αντλιοστάσια».
Πολλοί συνεταιρισμοί προσπάθησαν να αναπτύξουν φωτοβολταϊκά πάρκα, όμως «τα ρυθμιστικά και χρηματοδοτικά εμπόδια εμπόδισαν την υλοποίησή τους».
Σύμφωνα με την έκθεση, μια ολιστική λύση πρέπει να συνδυάζει:
• Μέτρα ενεργειακής μετάβασης (ΑΠΕ, ενεργειακές κοινότητες, βελτιώσεις αποδοτικότητας),
• Με ρυθμιστικές μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίζουν σταθερά τιμολόγια και επαρκή δυναμικότητα του δικτύου αποκλειστικά για αγροτική χρήση.
Εξαρτημένη από λίγες καλλιέργειες
Ακόμη ένα πρόβλημα των αγροτών είναι ότι η αγροδιατροφική οικονομία της Θεσσαλίας παραμένει εξαρτημένη από λίγες καλλιέργειες μεγάλου όγκου, αλλά χαμηλής προστιθέμενης αξίας, κυρίως βαμβάκι, καλαμπόκι και μηδική, «καθιστώντας την ευάλωτη σε διακυμάνσεις τιμών και ανταγωνισμό από εισαγωγές». Ως αποτέλεσμα οι μικροκαλλιεργητές και οι συνεταιρισμοί έχουν χαμηλή διαπραγματευτική ισχύ, κατακερματισμένη εφοδιαστική αλυσίδα και περιορισμένη δυναμικότητα μεταποίησης.
Σημειώνεται πως πολλοί αγρότες εξέφρασαν «φόβο απώλειας εισοδήματος κατά τη μετάβαση σε νέα συστήματα (π.χ. βιολογική ή χαμηλών εισροών γεωργία)». Συνεπώς, τα πλαίσια πολιτικής πρέπει να ενσωματώνουν, όπως σημειώνεται, μηχανισμούς επιμερισμού κινδύνου, όπως μεταβατικές ενισχύσεις για αντιστάθμιση απωλειών από μείωση αποδόσεων.
«Κληρονομιά κακοδιαχείρισης»
Μάλιστα, όπως αναγράφεται, η δυσπιστία διαπερνά τις σχέσεις μεταξύ αγροτών, συνεταιρισμών και δημόσιων φορέων, καθώς «η κληρονομιά κακοδιαχείρισης σε ορισμένους ΤΟΕΒ και η αδιαφανής κατανομή επιδοτήσεων έχουν υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στις συλλογικές δομές. Παράλληλα, η γραφειοκρατική πολυπλοκότητα αποθαρρύνει τους παραγωγούς από τη συμμετοχή σε προγράμματα που απαιτούν πιστοποίηση ή παρακολούθηση. Η δημιουργία του ΟΔΥΘ (Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας) θεωρείται ευκαιρία αποκατάστασης της εμπιστοσύνης, εφόσον ενσωματώσει τοπική αντιπροσώπευση, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα».
Δημογραφική γήρανση
Στα προβλήματα προστίθεται και η δημογραφική γήρανση, καθώς η μέση ηλικία των Θεσσαλών αγροτών συνεχίζει να αυξάνεται. Οι εποχικές ελλείψεις εργατών «ιδίως στη συγκομιδή ελιάς, κηπευτικών και φρούτων, εντείνουν την εξάρτηση από μετακινούμενους ανειδίκευτους εργάτες. Οι συμμετέχοντες ζήτησαν τη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου αγροτικής εργασίας, που να περιλαμβάνει: εκπαίδευση, πιστοποίηση και προγράμματα στέγασης για εποχικούς εργαζόμενους, και συντονισμό από συνεταιρισμούς και δήμους για τη διαχείριση προσφοράς και ζήτησης εργασίας».
«Εξαρτημένοι από ιδιωτικούς προμηθευτές»
Μια ακόμη βασική διαρθρωτική πρόκληση αφορά «την αποσύνδεση μεταξύ έρευνας, εκπαίδευσης και πρακτικής. Η παρακμή των δημόσιων γεωργικών επεκτάσεων έχει αφήσει τους αγρότες εξαρτημένους από ιδιωτικούς προμηθευτές εισροών για τεχνικές συμβουλές, οι οποίες συχνά έχουν εμπορική μεροληψία».
Ταυτόχρονα, «η απουσία αξιόπιστων συμβουλευτικών μηχανισμών εμποδίζει την υιοθέτηση νέων τεχνικών, βιολογικών μεθόδων και ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας. Ένα ανανεωμένο δημόσιο δίκτυο αγροτικών συμβουλών, υπό συνδιαχείριση της Περιφέρειας, του ΕΛΓΟ–ΔΗΜΗΤΡΑ και των συνεταιρισμών, θα μπορούσε να καλύψει αυτό το κενό».
«Κατακερματισμός αρμοδιοτήτων»
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η αγροτική διακυβέρνηση της Θεσσαλίας «υποφέρει από κατακερματισμό αρμοδιοτήτων σε πολλαπλά επίπεδα: περιφερειακό, εθνικό και ευρωπαϊκό. Οι επικαλύψεις μεταξύ υπουργείων, φορέων και μηχανισμών χρηματοδότησης προκαλούν σύγχυση και καθυστερήσεις. Οι πολιτικές για άρδευση, ενέργεια και αγροτική ανάπτυξη λειτουργούν συχνά απομονωμένα».
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόκληση είναι «να δημιουργηθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο πολυεπίπεδης διακυβέρνησης, που θα ενοποιεί τη διαχείριση υδάτων, την αγροτική πολιτική και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή υπό τον συντονισμό της Περιφέρειας».