Το παιχνιδάκι είναι γνώριμο σε όποιον έχει πιάσει τιμόνι. Βλέπεις την προειδοποιητική πινακίδα, ακούς την ειδοποίηση στο GPS, πατάς απότομα το φρένο, περνάς κάτω από τον φακό της Τροχαίας σαν υπόδειγμα νομοταγούς πολίτη και στα επόμενα διακόσια μέτρα έχεις ήδη κατεβάσει ταχύτητα για να αναπληρώσεις τον χαμένο χρόνο. Αυτή η βαλκανική, πονηρή τακτική, που ακύρωνε στην πράξη τον έλεγχο των αυτοκινητοδρόμων, μπαίνει οριστικά στο χρονοντούλαπο.
Τα κλασικά ραντάρ ήταν φτιαγμένα για να πιάνουν τον αφηρημένο. Κατέγραφαν ένα στιγμιότυπο, ένα απλό κλάσμα του δευτερολέπτου. Αυτή ακριβώς η στιγμιαία φύση του ελέγχου ήταν η τεράστια τρύπα του συστήματος. Οι οδηγοί την εντόπισαν, την εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο και το όριο ταχύτητας έγινε μια έννοια σχετική, που ίσχυε μόνο για τα δέκα μέτρα της εμβέλειας του ραντάρ. Τώρα, οι κανόνες αλλάζουν και γίνονται αμείλικτα μαθηματικοί.
Η ψηφιακή παγίδα της μέσης ταχύτητας
Το νέο δόγμα ελέγχου ακούει στο όνομα «σύστημα μέσης ταχύτητας» και η λογική του δεν αφήνει κανένα παράθυρο αμφισβήτησης. Σταματούν να κυνηγούν τη στιγμή που περνάς τη γραμμή. Αντίθετα, στήνουν μια ηλεκτρονική πύλη στην αρχή ενός οδικού τμήματος και μία ακριβώς στην έξοδο του.
Το λογισμικό δεν ενδιαφέρεται αν πήγαινες με 80 ή με 180 τη στιγμή που σε «είδε». Καταγράφει την ώρα εισόδου και την ώρα εξόδου. Ο αλγόριθμος γνωρίζει την ακριβή χιλιομετρική απόσταση και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Η εξίσωση είναι πρωτοβάθμια: αν καλύψεις τη διαδρομή σε χρόνο μικρότερο από τον ελάχιστο νόμιμο, σημαίνει ότι νομοτελειακά ξεπέρασες το όριο. Όσο δυνατά και να φρενάρεις μπροστά στη δεύτερη κάμερα, το σύστημα σε έχει ήδη «κλειδώσει».
Το τέλος της ψευδαίσθησης στην άσφαλτο
Δεν υπάρχει τρόπος να ξεγελάσεις τον χρόνο. Αν μπεις σε ένα κομμάτι δρόμου δέκα χιλιομέτρων με όριο τα 100 χλμ/ώρα, το σύστημα ξέρει ότι δεν γίνεται να βγεις από την άλλη πλευρά σε λιγότερο από έξι λεπτά. Αν το κάνεις σε τέσσερα, το μπιλιετάκι της κλήσης τυπώνεται αυτόματα.