Η κόρη των θυμάτων καταδικάστηκε σε δις ισόβια ως υπεύθυνη για το έγκλημα, όμως χρόνια αργότερα αποκαλύφθηκε ο πραγματικός εκτελεστής, μέλος του διαβόητου «Συνδικάτου του Εγκλήματος».
Η υπόθεση Κατσαφαρέα παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα δικαστικής πλάνης στην Ελλάδα.
Η Νύχτα του Εγκλήματος
Στις 14 Απριλίου 1990, Μεγάλο Σάββατο, περίπου στις 9 το βράδυ, ο Παύλος Κατσαφαρέας, 58 ετών, αγροφύλακας, και η σύζυγός του Κανέλλα, 57 ετών, βρέθηκαν δολοφονημένοι μέσα στο σπίτι τους στο Νέο Οίτυλο. Το διώροφο σπίτι, όπου στο ισόγειο λειτουργούσε μικρή ταβέρνα, βρισκόταν κοντά στη θάλασσα και σε ήσυχη περιοχή της Μάνης.
Οι δράστες χρησιμοποίησαν δύο διαφορετικά όπλα – ένα 45άρι πιστόλι και ένα 38άρι περίστροφο – και εκτέλεσαν το ζευγάρι με τέσσερα πυροβολισμούς έκαστο, από πολύ κοντινή απόσταση. Οι ιατροδικαστές τόνισαν την επαγγελματική φύση του εγκλήματος, καθώς οι πυροβολισμοί ήταν ακριβείς και γρήγοροι.
Οι υποψίες
Παρά τις ενδείξεις για επαγγελματίες εκτελεστές, η αστυνομική έρευνα στράφηκε γρήγορα σε οικογενειακές διαμάχες και τη διεκδίκηση της κληρονομιάς. Η μεγαλύτερη κόρη, Σταυρούλα Κατσαφαρέα, που ειδοποίησε τις αρχές, βρέθηκε στο επίκεντρο των υποψιών λόγω φημών για έντονες εντάσεις με τους γονείς της.
Παρότι η ίδια υποστήριζε ότι τη στιγμή της δολοφονίας βρισκόταν στην Αρεόπολη με την αδελφή της και τον σύζυγό της, η δικογραφία έκλεισε εναντίον της, με την κατηγορία να βασίζεται κυρίως σε μαρτυρικές καταθέσεις χωρίς άμεσα αποδεικτικά στοιχεία. Το 1991 καταδικάστηκε σε δύο φορές ισόβια κάθειρξη και οδηγήθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού.
Η ανατροπή και η αθώωση
Το 1995, μετά από επανεξέταση της υπόθεσης και την αθώωση της μικρότερης κόρης και του συζύγου της, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Ναυπλίου αποφάσισε την αθώωση της Σταυρούλας. Μετά από σχεδόν πέντε χρόνια στη φυλακή, η γυναίκα απελευθερώθηκε, ενώ παράλληλα αποκαλύφθηκε η δράση του «Συνδικάτου του Εγκλήματος».
Η αστυνομία απέδωσε τη δολοφονία στον Βασίλη Σούφλα, εκτελεστή της εγκληματικής οργάνωσης, ο οποίος είχε σκοτωθεί το 1994. Ωστόσο, η ταυτότητα του προσώπου που έδωσε την εντολή για το συμβόλαιο θανάτου παραμένει άγνωστη.
Παρά την αθώωση, η Σταυρούλα Κατσαφαρέα δεν μπόρεσε να επανέλθει πλήρως στην κοινωνία. Το Εφετείο Ναυπλίου αρνήθηκε αποζημίωση για τα χρόνια της άδικης φυλάκισης, ενώ έχασε σημαντικά περιουσιακά στοιχεία λόγω οικονομικών δυσκολιών που προέκυψαν από την κράτηση.
Το 2010 προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ζητώντας αναγνώριση και αποζημίωση για την αδικία που υπέστη. Παρά τη δικαστική δικαίωση, το κοινωνικό στίγμα παρέμεινε στην περιοχή της Μάνης, επηρεάζοντας την προσωπική και κοινωνική ζωή της.
Η υπόθεση Κατσαφαρέα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα δικαστικής πλάνης στην Ελλάδα, όπου η πίεση για γρήγορη επίλυση ενός σοβαρού εγκλήματος οδήγησε στην καταδίκη μιας αθώας γυναίκας. Η ιστορία αυτή υπενθυμίζει την ανάγκη για προσεκτική και αντικειμενική διερεύνηση υποθέσεων, ειδικά σε μικρές κοινωνίες όπου φήμες και προκαταλήψεις μπορούν να αλλοιώσουν την αλήθεια.