Χωρίς να προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία στην Αθήνα ή στους έμπειρους στρατιωτικούς αναλυτές αντιμετωπίζεται η απόφαση της Τουρκίας να μεταφέρει μαχητικά αεροσκάφη στην κατεχόμενη Κύπρο.
Η συγκεκριμένη τακτική, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, εντάσσεται στην προσπάθεια της γειτονικής χώρας να μην μείνει εκτός του κάδρου των ραγδαίων εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και τη Μεσόγειο, εν μέσω του πολέμου που εμπλέκει τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Επίτιμος Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ), στρατηγός Γεώργιος Καμπάς, με την κίνηση αυτή η Τουρκία ουσιαστικά δημιουργεί πρόβλημα στον ίδιο της τον εαυτό.
Το μήνυμα της Ελλάδας και το στρατηγικό λάθος της Άγκυρας
Μιλώντας σe κεντρικό δελτίο ειδήσεων, ο τέως αρχηγός του ΓΕΣ εξήγησε το σκεπτικό πίσω από την τουρκική ενέργεια: «Η Τουρκία ακολούθησε την πορεία την οποία κατέδειξε η ελληνική κυβέρνηση και η Ελλάδα γενικότερα. Στέλνοντας η Ελλάδα τα δικά της μαχητικά τύπου F-16, τη φρεγάτα Κίμων αλλά και άλλες δύο φρεγάτες στην Κύπρο, η Τουρκία —θέλοντας να μην φανεί ότι μένει πίσω και για να δώσει μηνύματα στο εσωτερικό της και την αντιπολίτευση— στέλνει τέσσερα μαχητικά στα κατεχόμενα, τη στιγμή που δεν υπάρχουν ιδιαίτερα προβλήματα εκεί».
Όπως τόνισε ο στρατηγός, η ανάγκη της Άγκυρας να δηλώσει «παρούσα» εγκυμονεί σοβαρούς διπλωματικούς κινδύνους για την ίδια. Στην ουσία, εμφανίζεται να συμμετέχει στις ευρύτερες αμυντικές επιχειρήσεις που στρέφονται εναντίον του Ιράν, μιας χώρας με την οποία η Τουρκία διατηρούσε πάρα πολύ καλές σχέσεις και την οποία μέχρι πρότινος υποστήριζε.
Ερωτηθείς για τον χρόνο παραμονής των τουρκικών δυνάμεων στο νησί, ο κύριος Καμπάς ήταν ξεκάθαρος όσον αφορά τα γεωγραφικά δεδομένα: «Είναι τόσο κοντά τα κατεχόμενα από τα τουρκικά παράλια και αεροδρόμια, που είτε τα μαχητικά βρίσκονται εκεί είτε στα νότια αεροδρόμια της Τουρκίας, είναι ένα και το αυτό». Αντιθέτως, υπογράμμισε ότι η παρουσία ελληνικών μαχητικών στην Κύπρο είναι εξαιρετικά σημαντική και φέρει μεγάλη προστιθέμενη στρατιωτική αξία, καθώς η Ελλάδα χρειάζεται περισσότερο χρόνο προσέγγισης σε σχέση με την Τουρκία.

Η στρατηγική σημασία της ελληνικής «ασπίδας» στη Βουλγαρία
Σχολιάζοντας την ανάπτυξη ελληνικής αμυντικής ομπρέλας στη Βουλγαρία, ο Επίτιμος Αρχηγός ΓΕΣ τη χαρακτήρισε ως απολύτως ενδεδειγμένη και στρατηγική κίνηση. Όπως εξήγησε, στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα στους συμμάχους ότι η Ελλάδα είναι μια ισχυρή δύναμη, ικανή να υποστηρίξει γειτονικά συμμαχικά κράτη.
Οι λόγοι που καθιστούν την κίνηση αυτή κρίσιμη είναι τρεις:
Η Βουλγαρία αποτελεί στενό σύμμαχο στο ΝΑΤΟ.
Είναι άμεσος γείτονας με κοινά προβλήματα ασφαλείας απέναντι στην Τουρκία.
Εκπέμπεται ένα σαφές μήνυμα αποτροπής προς την ίδια την Άγκυρα.
Σε επιχειρησιακό επίπεδο, ξεκαθάρισε ότι δεν δημιουργείται κανένα κενό στην ελληνική άμυνα, καθώς οι συγκεκριμένες συστοιχίες βρίσκονταν ούτως ή άλλως στη Βόρεια Ελλάδα.
Μέση Ανατολή: Χωρίς στρατηγική εξόδου
Ο στρατηγός Καμπάς εξέφρασε την έντονη ανησυχία του για την πορεία του πολέμου στη Μέση Ανατολή, εντοπίζοντας έλλειψη «στρατηγικής εξόδου» από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ.
Το γεγονός ότι καταφθάνει τρίτο αεροπλανοφόρο στη Μεσόγειο, ενώ το θηριώδες αεροπλανοφόρο «Ford» μετακινείται προς την Αραβική Θάλασσα, δείχνει, σύμφωνα με την ανάλυσή του, πρόθεση για περαιτέρω κλιμάκωση παρά για λήξη της σύγκρουσης. Εκτίμησε, τέλος, ότι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος για να βρεθεί λύση είναι η ανάδειξη μιας πιο διαλλακτικής ηγεσίας στο εσωτερικό του Ιράν (ακόμη και προερχόμενης από το υπάρχον θεοκρατικό καθεστώς), η οποία θα είναι διατεθειμένη να συζητήσει σοβαρά με τη Δύση τον περιορισμό του πυρηνικού και του βαλλιστικού της προγράμματος.