Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων του 1996 —εκείνη την ιστορική στιγμή που ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης έκανε πίσω επειδή, απλούστατα, του το είπε η Ουάσινγκτον και στη συνέχεια βγήκε να τους... ευχαριστήσει κιόλας δημοσίως— η τουρκική διπλωματία επαναφέρει με εμφατικό τρόπο τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.
Από εκείνη ακριβώς την υποχωρητική «μαγική» στιγμή και έπειτα, το Αιγαίο γκριζαρίστηκε επισήμως στις ορέξεις της Άγκυρας. Η πρόσφατη αντίδραση του τουρκικού ΥΠΕΞ στον ελληνικό σχεδιασμό για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έρχεται απλώς να υπενθυμίσει ότι οι μονομερείς διεκδικήσεις παραμένουν πυλώνας της εξωτερικής της πολιτικής, αμφισβητώντας ευθέως την ελληνική κυριαρχία σε νησίδες και βραχονησίδες.
Η αμφισβήτηση αυτή δεν αποτελεί τυχαίο στιγμιαίο γεγονός, αλλά φυσική συνέχεια μιας στρατηγικής που συστηματοποιήθηκε μετά τα γεγονότα του 1996. Παρά τη διαμεσολάβηση των «συμμάχων» και την υπογραφή της διαβόητης κοινής δήλωσης στη Μαδρίτη το 1997 —όπου καταγράφηκε ο σεβασμός στα «ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα» κάθε πλευράς με ευλογία της Δύσης— η τουρκική πλευρά διατήρησε σταθερά στο τραπέζι τη θέση περί αμφισβητούμενου καθεστώτος.
Την ίδια στιγμή, το casus belli που ψήφισε η τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1995 παραμένει ενεργό και απειλητικό, λειτουργώντας ως διαρκής μοχλός πίεσης απέναντι σε κάθε σκέψη άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων στα δώδεκα μίλια.
Από το 1995 η τουρκική Εθνοσυνέλευση έχει εξουσιοδοτήσει την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει ακόμη και στρατιωτικά μέσα εάν η Ελλάδα επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πέραν των έξι μιλίων στο Αιγαίο. Η απειλή αυτή ουδέποτε ανακλήθηκε.

Το τέλος του «καρότου» και η στρατηγική αδράνεια
Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η ελληνική εξωτερική πολιτική επένδυσε τυφλά σε μια λογική κατευνασμού και σταδιακής προσέγγισης. Ως βασικό «καρότο» και ανάχωμα στον τουρκικό αναθεωρητισμό θεωρήθηκε η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, με την αφελή προσδοκία ότι η πορεία προς την Ευρωπαϊκή Ένωση θα την ευθυγράμμιζε με το διεθνές δίκαιο.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε τελείως διαφορετική. Με την Άγκυρα να ενσωματώνει σταδιακά τις διεκδικήσεις της στο επιθετικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την ευρωπαϊκή της ενταξιακή πορεία να παγώνει οριστικά —καθώς ο ίδιος ο Ερντογάν την έχει απορρίψει ως προτεραιότητα— το πολυπόθητο «καρότο» εξανεμίστηκε. Οι πρόσφατες κινήσεις, όπως τα διατάγματα για θαλάσσια πάρκα και οι χαρτογραφικές αμφισβητήσεις, αποδεικνύουν ότι η τουρκική ατζέντα παραμένει αμετακίνητη.
Η εκτίμηση για την επόμενη μέρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αυταπάτες περί μόνιμης ηρεμίας. Η Άγκυρα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τον στρατηγικό της στόχο, που δεν είναι άλλος από τη συνδιαχείριση και τον περιορισμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, προσαρμόζοντας απλώς τα εργαλεία της από τη ρητορική ένταση στη θεσμική και χαρτογραφική αμφισβήτηση. Από την πλευρά της, η Αθήνα φαίνεται εγκλωβισμένη σε μια διαχειριστική λογική «ήρεμων νερών», η οποία –χωρίς μια αποφασιστική, μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική αποτροπής και σαφείς κόκκινες γραμμές– κινδυνεύει να μετατρέψει τις de facto τουρκικές αξιώσεις σε de jure τετελεσμένα, διατηρώντας το Αιγαίο σε μια μόνιμη κατάσταση ελεγχόμενης αστάθειας.
Το μέλλον, επομένως, δεν θα κριθεί ούτε από τα ευχολόγια της διπλωματίας των «καφέδων» ούτε από τη στιγμιαία διαχείριση κρίσεων, αλλά από την ικανότητα της Ελλάδας να αποδείξει έμπρακτα ότι η υπεράσπιση της κυριαρχίας της είναι αδιαπραγμάτευτη. Όσο η Άγκυρα αντιλαμβάνεται ότι η απέναντι πλευρά διστάζει να χαράξει τομές και να επιβάλει κόστος στις μονομερείς ενέργειες, οι γκρίζες ζώνες θα διευρύνονται και οι πιέσεις θα εντείνονται.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν προέρχεται από έναν προγραμματισμένο πόλεμο, αλλά από έναν «ατύχημα» λόγω του υπερκορεσμού του Αιγαίου από στρατιωτικές μονάδες και της καθημερινής τριβής. Ένα λάθος εκτίμησης, μια υπερβολική αντίδραση στο πεδίο ή μια αψιμαχία υψηλής πίεσης θα μπορούσαν να κλιμακώσουν την κατάσταση γρήγορα.
Το πραγματικό ζήτημα σήμερα δεν είναι απλώς αν η Τουρκία θυμάται τα Ίμια —αφού φροντίζει να τα ξεσκονίζει με κάθε ευκαιρία— αλλά κατά πόσο η Αθήνα τολμά να θυμηθεί τι ακριβώς άφησε άλυτο (και ποιος το υπέγραψε) μετά από εκείνη την υποκλίση στην Αμερική που άνοιξε την κερκόπορτα στο Αιγαίο.

Και κάπου εδώ επιστρέφει στο προσκήνιο μια παλιά και ιδιαίτερα φορτισμένη θεωρία συνωμοσίας: το λεγόμενο «Σχέδιο Φαιδώρα». Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που κυκλοφορούν εδώ και χρόνια, επρόκειτο για ένα υποτιθέμενο νατοϊκό σχέδιο αναδιάταξης των συνόρων και των ισορροπιών στη Νότια Βαλκανική, το οποίο φέρεται να προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ειδικό καθεστώς για ελληνικά νησιά του Αιγαίου, διευθετήσεις στην Κύπρο, αλλαγές στη Δυτική Θράκη, συνεκμετάλλευση ενεργειακών πόρων στο Αιγαίο και δημιουργία ενός νέου «Μακεδονικού κράτους». Η συγκεκριμένη αφήγηση αποδίδει μάλιστα στο σχέδιο τον ρόλο ενός ευρύτερου μηχανισμού «τελικής χάραξης» των συνόρων της περιοχής.
Σήμερα, κάθε νέα τουρκική αναφορά σε «γκρίζες ζώνες», αμφισβητούμενη κυριαρχία, θαλάσσιες ζώνες και περιορισμένη επήρεια των ελληνικών νησιών δίνει νέα τροφή σε όσους υποστηρίζουν ότι όσα περιγράφει η θεωρία του «Φαιδώρα» αρχίζουν να μοιάζουν — έστω και επιφανειακά — με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί απόδειξη ότι το συγκεκριμένο σχέδιο υπήρξε ή εφαρμόζεται σήμερα: το υποτιθέμενο έγγραφο δεν έχει επιβεβαιωθεί και τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί δημόσια παρουσιάζουν σοβαρές αντιφάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η επιστροφή της συζήτησης για τις «γκρίζες ζώνες» και την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας εξηγεί γιατί το όνομα «Φαιδώρα» επανέρχεται κάθε φορά που η ελληνοτουρκική ένταση ανεβαίνει. Και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τη σημερινή συγκυρία τόσο πολιτικά φορτισμένη.