Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον ένα βήμα πριν από την έναρξη ενός από τα μεγαλύτερα και τεχνολογικά πιο σύνθετα εξοπλιστικά προγράμματα των τελευταίων δεκαετιών. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα», το νέο πολυεπίπεδο πλέγμα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone προστασίας, εισέρχεται στην τελική ευθεία, με το συνολικό κόστος του προγράμματος να υπολογίζεται περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ.
Οι τελικές συμφωνίες αναμένεται να υπογραφούν τη Δευτέρα στο Τελ Αβίβ μεταξύ της Γενικής Διεύθυνσης Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων (ΓΔΑΕΕ) και της ισραηλινής SIBAT, της αρμόδιας διεύθυνσης του υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ για τη διεθνή αμυντική συνεργασία. Μετά τις υπογραφές θα αρχίσει ουσιαστικά η αντίστροφη μέτρηση για την ανάπτυξη του νέου ελληνικού «θόλου».
Ορίζοντας 35 μηνών για τον νέο ελληνικό «θόλο»
Ο σχεδιασμός προβλέπει ότι η πλήρης ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα» θα απαιτήσει περίπου 35 μήνες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η Ελλάδα θα περιμένει σχεδόν τρία χρόνια για να αποκτήσει τις πρώτες νέες δυνατότητες. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έχει διευκρινίσει ότι τα συστήματα θα παραδίδονται και θα εντάσσονται σταδιακά, με την ολοκλήρωση του συνολικού πλέγματος να τοποθετείται στο τέλος αυτής της περιόδου.
Η φιλοσοφία του προγράμματος είναι διαφορετική από μια συμβατική αγορά αντιαεροπορικών πυραύλων. Δεν πρόκειται απλώς για την προμήθεια τριών νέων τύπων οπλικών συστημάτων, αλλά για τη δημιουργία ενός ενιαίου δικτύου αισθητήρων, κέντρων διοίκησης και όπλων, το οποίο θα μπορεί να αξιολογεί την απειλή και να επιλέγει το κατάλληλο μέσο αντιμετώπισής της.
Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας περιγράφει την «Ασπίδα του Αχιλλέα» ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοίκησης και ελέγχου, ικανό να συλλέγει δεδομένα από διαφορετικούς αισθητήρες, να τα επεξεργάζεται, να ιεραρχεί τις απειλές και να προτείνει την κατάλληλη αντίδραση.
Spyder, Barak MX και David’s Sling
Η καρδιά της νέας αρχιτεκτονικής θα αποτελείται από διαφορετικά επίπεδα άμυνας.
Στο μικρότερο βεληνεκές θα αναπτυχθούν τα Spyder της Rafael, συστήματα υψηλής κινητικότητας που προορίζονται για την αντιμετώπιση αεροσκαφών, ελικοπτέρων, UAV και άλλων εναέριων απειλών. Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα πληροφορίες, τα Spyder προορίζονται σταδιακά να αναλάβουν ρόλους που σήμερα καλύπτονται από παλαιότερα συστήματα όπως τα OSA-AK και TOR-M1.
Το επόμενο επίπεδο θα καλύπτεται από το Barak MX της Israel Aerospace Industries (IAI), το οποίο προορίζεται για απειλές μεγαλύτερων αποστάσεων και θα ενισχύσει δραστικά τη δυνατότητα δημιουργίας ζωνών αεράμυνας γύρω από κρίσιμες στρατιωτικές και εθνικές υποδομές.
Στην κορυφή της πυραμίδας θα βρίσκεται το David’s Sling, σχεδιασμένο για την αναχαίτιση πολύ πιο απαιτητικών στόχων, συμπεριλαμβανομένων βαλλιστικών πυραύλων και άλλων απειλών μεγάλου βεληνεκούς.
Τα νέα συστήματα δεν πρόκειται να λειτουργούν απομονωμένα. Θα συνδυαστούν με υφιστάμενες ελληνικές δυνατότητες, μεταξύ των οποίων οι Patriot, δημιουργώντας επάλληλες ζώνες προστασίας.
Η μάχη κατά των drones
Μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους του προγράμματος αφορά την αντιμετώπιση της ραγδαίας εξάπλωσης των μη επανδρωμένων συστημάτων.
Οι πόλεμοι των τελευταίων ετών έχουν αποδείξει ότι ακόμη και ένα σχετικά φθηνό drone μπορεί να αποτελέσει σοβαρή απειλή για εγκαταστάσεις αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ. Παράλληλα, η χρήση ενός πανάκριβου αντιαεροπορικού πυραύλου ή ενός μαχητικού αεροσκάφους εναντίον ενός φθηνού UAV δημιουργεί μία εξαιρετικά δυσμενή οικονομική εξίσωση.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ένα από τα πλεονεκτήματα της πολυεπίπεδης αρχιτεκτονικής: κάθε στόχος θα μπορεί να αντιμετωπίζεται με το οικονομικότερα και επιχειρησιακά καταλληλότερο διαθέσιμο όπλο.
Η σημασία αυτής της δυνατότητας είναι ιδιαίτερη για την Ελλάδα, λόγω της γεωγραφίας του Αιγαίου και της ανάγκης προστασίας νησιών, στρατιωτικών εγκαταστάσεων, αεροδρομίων, ναυστάθμων και άλλων κρίσιμων υποδομών.
Τεχνητή νοημοσύνη στο κέντρο της αεράμυνας
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το λογισμικό διοίκησης και ελέγχου. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, θα αξιοποιούνται εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό, την ταξινόμηση και την αξιολόγηση των απειλών, αλλά και για την υπόδειξη του καταλληλότερου διαθέσιμου μέσου αναχαίτισης.
Ο Νίκος Δένδιας έχει περιγράψει ένα δίκτυο το οποίο θα μπορεί να λαμβάνει δεδομένα από ολόκληρο το φάσμα των αισθητήρων των Ενόπλων Δυνάμεων, φτάνοντας ακόμη και σε πληροφορίες που προέρχονται από μέσα που χρησιμοποιούν στελέχη του Στρατού Ξηράς.
Με απλά λόγια, η αξία της «Ασπίδας» δεν θα βρίσκεται μόνο στους πυραύλους της αλλά κυρίως στην ικανότητα όλα τα διαθέσιμα μέσα να «βλέπουν» την ίδια επιχειρησιακή εικόνα.
Το κρίσιμο ελληνικό αποτύπωμα των 700 εκατ. ευρώ
Μια εξίσου σημαντική διάσταση αφορά την εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, σε ελληνική συμμετοχή περίπου 25%, με έργο συνολικής αξίας άνω των 700 εκατ. ευρώ να κατευθύνεται σε ελληνικές επιχειρήσεις.
Περίπου 12 ελληνικές εταιρείες αναμένεται να συμμετάσχουν, μεταξύ των οποίων εταιρείες όπως οι Metlen, Scytalys, Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα, ΕΑΒ, Prisma, Ionics, UniSystems και Sthenos.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το ζήτημα του λογισμικού. Οι τελευταίες διαπραγματεύσεις επικεντρώθηκαν στην εξασφάλιση ελληνικού ελέγχου του λογισμικού που θα διασυνδέει τα ηλεκτρονικά υποσυστήματα της νέας αεράμυνας. Πρόκειται για κρίσιμη παράμετρο, καθώς ένα σύγχρονο δικτυοκεντρικό σύστημα εξαρτάται όσο από τους πυραύλους και τα ραντάρ του, άλλο τόσο από το λογισμικό που τα συνδέει.
Μια νέα φιλοσοφία άμυνας για την Ελλάδα
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ένα από τα κεντρικά κομμάτια της «Ατζέντας 2030» και της προσπάθειας μετάβασης των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε ένα περισσότερο δικτυοκεντρικό μοντέλο.
Για μια χώρα με εκατοντάδες νησιά, εκτεταμένο εναέριο χώρο, κρίσιμες εγκαταστάσεις διάσπαρτες στην επικράτεια και αυξανόμενη ανάγκη προστασίας από drones, πυραύλους και άλλα μη επανδρωμένα συστήματα, η δημιουργία ενός ενιαίου πλέγματος αεράμυνας αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία.
Η μεγάλη πρόκληση πλέον δεν είναι η ανακοίνωση του προγράμματος, αλλά η έγκαιρη υλοποίηση, η πραγματική διαλειτουργικότητα των διαφορετικών συστημάτων και η ουσιαστική μεταφορά τεχνογνωσίας στην Ελλάδα.
Εφόσον το χρονοδιάγραμμα των 35 μηνών τηρηθεί, η χώρα θα διαθέτει στο τέλος της διαδικασίας μια εντελώς διαφορετική αρχιτεκτονική αεράμυνας: από τα drones και τις χαμηλού ύψους απειλές έως αεροσκάφη και βαλλιστικούς πυραύλους, η αντιμετώπισή τους θα εντάσσεται σε ένα ενιαίο, πολυεπίπεδο και ψηφιακά διασυνδεδεμένο σύστημα.
Και αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που φέρνει η «Ασπίδα του Αχιλλέα»: όχι απλώς περισσότερα όπλα, αλλά ένα νέο νευρικό σύστημα για την ελληνική αεράμυνα.