θεία Κοινωνία
Πνευματικά ωφέλιμα

Η θεία οικονομία για τη θεία Κοινωνία

Ἐρώτημα:

Ἂν δὲν εἶχαν θέσει ὑπὸ ἀμφισβήτησι τὴ θεία Κοινωνία οἱ ὀλιγόπιστοι καὶ οἱ «ἄθεοι», θὰ ἐτίθετο θέμα μεταβολῆς τοῦ τρόπου μεταδόσεως τῆς θείας Κοινωνίας;

Ἀσφαλῶς ὄχι.

• Ἡ θεία Κοινωνία εἶναι «κοινωνία». Ἡ κοινωνία τοῦ Θεοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔχει ἀπαγορευτικό. Ὁ «συγχρωτισμὸς» σὲ περιόδους ἐπιδημίας μεταδοτικῆς ἀσθενείας, ἀπαγορεύεται, καὶ πολὺ σωστά. Συγχρωτισμὸς μεταξὺ ἀνθρώπων, ὄχι ὅμως ὁ «συγχρωτισμὸς» μεταξὺ Χριστοῦ καὶ ἀνθρώπων.

του Ἀρχιμ. Δανιήλ Ἀεράκη, ἱεροκήρυκος

• Ἡ Σαμαρείτιδα, σὰν νὰ θέλησε νὰ ὑψώση ἀπαγορευτικὸ στὸ Χριστό. Τοῦ εἶπε: «Οὐ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις» (Ἰωάν. δ' 9).

• Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἀπαγορευτικοῦ τῆς ἐπικοινωνίας. Ὄχι μόνο μᾶς πλησίασε, ὄχι μόνο μᾶς ἄγγιξε, ἀλλ᾽ ἔγινε πλήρως κοινωνὸς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Μᾶς προσέλαβε (Ρωμ. ιε' 7). Ἡ λέξις κοινωνία γιὰ τὸν Χριστὸ σημαίνει ἀπόλυτη ἕνωσις μὲ τὸν ἄνθρωπο. «Ἐπεί τά παιδία κεκοινώνηκε σαρκὸς καὶ αἵματος καὶ αὐτὸς παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν...» (Ἑβρ. β' 14).

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

• Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε κοινωνὸς τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, γιὰ νὰ γίνουμε ἐμεῖς «κοινωνοὶ θείας φύσεως» (Β' Πέτρ. α' 4). Ἑπομένως κοινωνία γιὰ τὸν χριστιανὸ σημαίνει ἕνωσις μὲ τὸν Χριστὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐν Χριστῷ. Φυσικὰ ἢ πνευματικὴ κοινωνία μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ μὲ ὁμοπίστους, δὲν σημαίνει συγχρωτισμός, συνωστισμός, σύμμιξις. Μόνο μέσα στὸν εὐλογημένο ἐν Χριστῷ γάμο ἢ συζυγία σημαίνει «καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Ἐφεσ. ε' 31).

•  Ἐπανερχόμεθα στὸ ἐρώτημα:

—Γιατί τίθεται τώρα ἀπό πολλούς, ἀκόμη καὶ ἐκκλησιαστικούς, τὸ θέμα τῆς μεταβολῆς τοΰ τρόπου μεταδόσεως τῆς θείας Κοινωνίας;

Ὄχι διότι ὑπάρχει πιὸ πρακτικὸς καὶ ἱερὸς τρόπος, ἀλλά διότι ὑπεισῆλθε ἀόρατος ἰός, ὁ ἰὸς τῆς ἀμφιβολίας. Γνωρίζαμε καὶ πρίν, ὅτι ὑπάρχει στὴν ἀρχαία ἐκκλησιαστικὴ λειτουργικὴ παράδοσι καὶ ἄλλος τρόπος μεταδόσεως. Εἶναι αὐτός, πού βλέπουμε στὴ λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου. Ἐκεῖ, σ᾽ αὐτή τὴ λειτουργία, κοινωνοῦν καὶ οἱ λαϊκοὶ καθ᾽ ὅν τρόπον καὶ οἱ κληρικοί. Λαμβάνουν, δηλαδή, στὰ σταυρωτά τους χέρια τὸν ἅγιον Ἄρτο, τὸ Σῶμα τοΰ Κυρίου, καὶ στὴ συνέχεια ἀπό τό ἴδιο ἅγιο Ποτήριο κοινωνοῦν ὅλοι τοῦ Αἵματος. Ἄρα καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς δὲν ἀποκλείει τὸ «συγχρωτισμό», τὸ ν᾽ ἀγγίζουν ὅλοι καὶ νὰ «πίνουν» ἀπό τό ἴδιο ἅγιο Ποτήριο!

• Ἡ Ἐκκλησία οὔτε τότε πού τελοῦσε τὴ λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου εἶχε πρόβλημα «κοινωνίας» ὅλων μὲ τὸ στόμα τους ἀπό τό ἴδιο Ἅγιο Ποτήριο, οὔτε καὶ τόσους αἰῶνες, ὅπως καὶ σήμερα, ἔχει πρόβλημα πού κοινωνοῦν ὅλοι οἱ πιστοὶ μὲ τὴν ἴδια ἁγία λαβίδα («κουταλάκι» τὸ λένε μερικοί!) ἀπό τό ἴδιο ἅγιο Ποτήριο.

• Ἐπανερχόμεθα στὸ ἐρώτημα:

—Γιατί τίθεται τώρα ἀπό πολλούς, ἀκόμη καὶ ἐκκλησιαστικούς, τὸ θέμα τῆς μεταβολῆς τοῦ τρόπου μεταδόσεως τῆς θείας Κοινωνίας; Γιατί τώρα, μὲ ἀφορμὴ τὸν κορωνοϊό, ἔρχεται καὶ ξανάρχεται λογισμὸς καὶ συζήτησις γύρω ἀπό τὸν τρόπο μεταδόσεως τῆς θείας Κοινωνίας;

Θὰ ἀπαντήσουμε μὲ ἐρωτηματικὸ τρόπο:

• Ποιοὶ θέτουν τὸ θέμα τῆς θείας Κοινωνίας καὶ τῆς μεταδόσεώς της; Κυρίως αὐτοὶ πού δὲν πιστεύουν στὴν οὐσία τοῦ Μυστηρίου. Αὐτοὶ πού δὲν ἔχουν κοινωνία μὲ τὴ θεία Κοινωνία! Αὐτοί, ἐπειδὴ δὲν μποροῦν νὰ κηρύξουν ἀνοικτὸ πόλεμο γιὰ τὴν ἀπαγόρευσι τῆς θείας Κοινωνίας, τὴν «καταδικάζουν», συγκαταλέγοντάς την στὰ μεταδοτικὰ μέσα ἀσθενειῶν!

• Ἐδῶ ἀλλάζει ὁ ἀποδέκτης τοῦ ἐρωτήματός μας:

—Ἐμεῖς, οἱ λειτουργοὶ τοῦ Θεοῦ, οἱ διάκονοι τῶν μυστηρίων τοῦ Χριστοῦ, πρεσβύτεροι καὶ ἐπίσκοποι, γιατί νὰ δίνουμε «τὰ ἅγια τοῖς κυσί» (Ματθ. ζ' 6); Γιατί «συναλλασσόμεθα» μὲ ἀπόψεις «ἀμυήτων»; Μήπως στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας δὲν πιστεύουμε ἀκλόνητα, ὅτι «τοῦτό ἐστι τὸ ἄχραντον Σῶμά Του καὶ τοῦτό ἐστί τὸ τίμιον Αἷμά Του;».

• Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ὅλοι διακηρύττουν (πιστοὶ καὶ ἄπιστοι, ἐκκλησιαστικοὶ καὶ κοσμικοί), ὅτι ἀποδέχοντα τὴν πραγματικότητα πώς ἐπί εἴκοσι αἰῶνες λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀκούστηκε νὰ μολύνθηκε λειτουργὸς ἀπό τὴ θεία Κοινωνία, καὶ ὅταν ἀκόμα καταλύη ἅγιο Ποτήριο πού ἔχουν μεταλάβει λεπροί, φυματικοὶ καὶ πλεῖστοι ἄλλοι φορεῖς σοβαρῶν μεταδοτικῶν ἀσθενειῶν. Καὶ ἀπό τὴν ἄλλη μεριὰ κληρικοὶ (περὶ αὐτῶν κυρίως ἐνδιαφε­ρόμεθα) ἀκούγονται νὰ λένε:

«Μὲ ἄλλη λαβίδα νὰ κοινωνάη κάθε προσερχόμενος!».

«Νὰ δίνεται στὸ χέρι ὁ ἐμβαπτισμένος στὸ Ποτήριο ἅγιος Ἄρτος!».

«Νὰ μὴν ἀγγίζη τά χείλη ἡ λαβίδα!».

«Νὰ μὴ σπογγίζωνται τά χείλη ὅλων ὅσων κοινωνοῦν μέ τό ἴδιο μάκτρο (μανδήλιο)!...

Μή τό ἕνα, μή τό ἄλλο! Τελικά θά μᾶς φωνάξουν: «Μακρυά ἀπό τή θεία Κοινωνία!!!».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

• Αὐτό τό «Μή» τοῦ φόβου τῆς ὀλιγοπιστίας θυμίζει ἐκεῖνα τά «Μή», πού ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, γιά ἄλλη βέβαια περίπτωσι:

«Εἰ ἀπεθάνετε σύν τῷ Χριστῷ ἀπό τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε, μή ἅψῃ μηδέ γεύσῃ μηδέ θίγῃς, ἅ ἐστι πάντα εἰς φθοράν τῇ ἀποχρήσει» (Κολοσ. Β´ 20-22). Δηλαδή: «Ἀφοῦ πεθάνατε μαζί μέ τόν Χριστό καί λυτρωθήκατε ἀπό τά στοιχεῖα τοῦ κόσμου, γιατί ζῆτε σάν νά εἶστε ὑποταγμένοι σ᾽ αὐτά; Καί γιατί δέχεστε νά σᾶς ἐπιβάλλουν ἀπαγορεύσεις, ὅπως Μήν ἀκουμπήσης αὐτό, μή γευτῆς τό ἄλλο, μήν ἀγγίξης ἐκεῖνο; Αὐτές οἱ ἀπαγορεύσεις ἀναφέρονται σέ πράγματα καταδικασμένα νά φθαροῦν μέ τή χρῆσι τους».

•Ἡ «χρῆσις» τῆς θείας Κοινωνίας δέν εἶναι «εἰς φθοράν». Εἶναι «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνιον».

•Ὅσα «Μή» κι ἄν μᾶς ὑψώνουν ὁ κόσμος καί τά πάθη μας, ἐμεῖς ἄς ἀκοῦμε τή θεία πρόσκλησι: «Γεύσασθε καί ἴδετε, ὅτι Χρι(η)στός ὁ Κύριος».

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ