Ο άνθρωπος του 21ου αιώνα γνωρίζει περισσότερα από κάθε άλλη εποχή της ιστορίας. Ποτέάλλοτε δεν είχε τόση δύναμη να ερευνά τη φύση, να μεταμορφώνει το περιβάλλον του και ναεπικοινωνεί με ολόκληρο τον κόσμο. Κι όμως, μέσα σε αυτή την πρωτοφανή πρόοδο,εξακολουθεί να αναζητά απαντήσεις στα ίδια θεμελιώδη ερωτήματα που απασχολούσαν τον
άνθρωπο πριν από χιλιάδες χρόνια.
Ωστόσο, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή πρόοδο παραμένουν αναπάντητα ορισμένα από ταβαθύτερα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Τι είναι η συνείδηση; Από πού προέρχεται ηδίψα του ανθρώπου για αλήθεια, δικαιοσύνη και αγάπη; Γιατί συγκινείται από την αυτοθυσία,ην ομορφιά και την ανιδιοτελή προσφορά; Γιατί, ενώ γνωρίζει ότι ο θάνατος είναι αναπόφευκτος, δεν παύει να αναζητά κάτι που υπερβαίνει τα όρια της φθοράς;
Η επιστήμη μπορεί να περιγράψει με θαυμαστή ακρίβεια τις λειτουργίες του ανθρώπινουοργανισμού, όμως δεν μπορεί από μόνη της να απαντήσει στο ερώτημα του νοήματος τηςζωής. Μπορεί να εξηγήσει πώς λειτουργεί ο εγκέφαλος, αλλά όχι γιατί ο άνθρωπος βασανίζεταιαπό υπαρξιακές αναζητήσεις. Μπορεί να αναλύσει τα βιολογικά φαινόμενα, όχι όμως ναεξαντλήσει το μυστήριο της ανθρώπινης προσωπικότητας.
Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν είναι ίδιες για όλους. Άλλοι πιστεύουν στον Θεό, άλλοιδηλώνουν αγνωστικιστές και άλλοι θεωρούν ότι η ανθρώπινη ύπαρξη περιορίζεταιαποκλειστικά στα όρια της παρούσας ζωής. Είναι σημαντικό, όμως, να αποφεύγουμε τιςγενικεύσεις. Όσοι δεν συμμερίζονται τη χριστιανική πίστη δεν αποτελούν μία ενιαία κατηγορίαανθρώπων ούτε έχουν όλοι τις ίδιες πεποιθήσεις ή τα ίδια κίνητρα.
Για να κατανοήσουμε καλύτερα το φαινόμενο της σύγχρονης αθεΐας, είναι χρήσιμο ναδιακρίνουμε ορισμένες διαφορετικές στάσεις απέναντι στο ζήτημα της ύπαρξης του Θεού. Οάθεος, ο αγνωστικιστής, ο δειστής και ο αντίθεος δεν εκφράζουν την ίδια αντίληψη ούτεξεκινούν από τις ίδιες αφετηρίες. Η διάκριση αυτή δεν αποτελεί απλή ορολογία· βοηθά νακατανοήσουμε πληρέστερα το φαινόμενο που εξετάζουμε.
Ο αγνωστικιστής δεν αρνείται κατ’ ανάγκην την ύπαρξη του Θεού· απλώς θεωρεί ότι δενδιαθέτει επαρκή γνώση ή εμπειρία για να αποφανθεί. Ο δειστής αποδέχεται την ύπαρξη ενόςΔημιουργού, αλλά πιστεύει ότι ο Θεός δεν παρεμβαίνει πλέον στηνιστορία και στη ζωή τουανθρώπου. Ο αντίθεος, αντίθετα, δεν περιορίζεται στην αμφιβολία· αντιμετωπίζει την πίστη με
ενεργητική εχθρότητα, θεωρώντας ότι η θρησκεία αποτελεί εμπόδιο για την πρόοδο ή ακόμη και πηγή κοινωνικών προβλημάτων.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη μορφή απομάκρυνσης από τον Θεό, η οποία χαρακτηρίζει ίσως περισσότερο από κάθε άλλη τη σύγχρονη εποχή. Πρόκειται για εκείνον που δεν απορρίπτει θεωρητικά την πίστη, αλλά οργανώνει τη ζωή του σαν να μην υπάρχει Θεός. Μπορεί να δηλώνει χριστιανός, να βαπτίζει τα παιδιά του, να συμμετέχει σε ορισμένες θρησκευτικές
τελετές και να προσεύχεται σε στιγμές δοκιμασίας. Ωστόσο, οι καθημερινές του αποφάσεις, οι προτεραιότητές του και ο τρόπος ζωής του διαμορφώνονται χωρίς ουσιαστική αναφορά στον Θεό. Η κατάσταση αυτή έχει χαρακτηριστεί ως πρακτική αθεΐα.
Ίσως, λοιπόν, το κυριότερο χαρακτηριστικό της εποχής μας να μην είναι η θεωρητική αθεΐα, αλλά η πνευματική αδιαφορία. Ο άνθρωπος δεν απορρίπτει πάντοτε τον Θεό· απλώς δεν αισθάνεται ότι Τον χρειάζεται. Οι απαιτήσεις της εργασίας, η πίεση της καθημερινότητας, η αδιάκοπη ροή πληροφοριών, η κατανάλωση και η επιδίωξη της επιτυχίας γεμίζουν σχεδόν κάθε στιγμή της ζωής του, αφήνοντας ελάχιστο χώρο για σιωπή, αυτογνωσία και εσωτερικό προβληματισμό.
Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι οι παραπάνω κατηγορίες δεν εμφανίζονται με την ίδια συχνότητα. Ο αγνωστικισμός και ο δεϊσμός αποτελούν συνήθως στάσεις που προϋποθέτουν έντονο φιλοσοφικό προβληματισμό και συστηματική αναζήτηση· γι' αυτό και συναντώνται σε σχετικά μικρότερο αριθμό ανθρώπων. Αντίθετα, πολύ συχνότερη είναι η πρακτική αθεΐα, δηλαδή η ζωή χωρίς ουσιαστική αναφορά στον Θεό, καθώς και η αντίθεη στάση, όπου η πίστη αντιμετωπίζεται με ειρωνεία ή εχθρότητα. Παρά ταύτα, χρειάζεται πάντοτε προσοχή στις γενικεύσεις. Κάθε άνθρωπος έχει τη δική του προσωπική διαδρομή, τις δικές του εμπειρίες και τους δικούς του λόγους που τον οδήγησαν στη στάση που έχει απέναντι στην πίστη.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν με ακρίβεια τις εξελίξεις της τεχνολογίας, της οικονομίας ή της πολιτικής, αλλά δυσκολεύονται να απαντήσουν στα πιο προσωπικά ερωτήματα: «Ποιος είμαι;», «Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής μου;», «Τι είναι εκείνο που δίνει πραγματική αξία στην ύπαρξή μου;».
Το βαθύτερο πρόβλημα της εποχής μας ίσως δεν είναι ότι ο άνθρωπος έπαψε να μιλά για τον Θεό, αλλά ότι έπαψε να συνομιλεί με τον ίδιο του τον εαυτό. Γνωρίζει ολοένα και περισσότερα για τον κόσμο, αλλά αφιερώνει ολοένα και λιγότερο χρόνο για να γνωρίσει τον εσωτερικό του άνθρωπο.
Η παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας πάντοτε δίδασκε ότι ο άνθρωπος δεν είναι απλώς ένα βιολογικό ον. Είναι ψυχοσωματική ύπαρξη, πλασμένη «κατ’ εικόνα Θεού», με προορισμό όχι μόνο τη βιολογική επιβίωση αλλά και την κοινωνία με τον Δημιουργό του. Όταν αυτή η διάσταση της ζωής παραμερίζεται, τότε ακόμη και η μεγαλύτερη υλική πρόοδος δεν μπορεί να καλύψει το υπαρξιακό κενό που δημιουργείται.
Γι’ αυτό και, παρά την πρωτοφανή ευημερία που απολαμβάνουν πολλές κοινωνίες, αυξάνονται η μοναξιά, η ανασφάλεια, το άγχος και η αίσθηση εσωτερικής κενότητας. Ο άνθρωπος μπορεί να διαθέτει περισσότερα μέσα από ποτέ, χωρίς όμως να αισθάνεται ότι έχει βρει τον πραγματικό σκοπό της ζωής του.
Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει επίκαιρο και απαιτεί προσωπική απάντηση: αν ο άνθρωπος είναι μόνο ένα βιολογικό ον, γιατί δεν αρκείται στην επιβίωση; Γιατί αναζητά αλήθεια, αγάπη, δικαιοσύνη, ομορφιά και αιωνιότητα; Και γιατί ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα φυσικό γεγονός, αλλά ως το μεγαλύτερο υπαρξιακό ερώτημα της ανθρώπινης ζωής;
Αν το χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι η πρακτική αθεΐα, τότε το βαθύτερο αίτιό της φαίνεται να είναι η λήθη του εσωτερικού ανθρώπου. Ο σύγχρονος πολιτισμός έχει στρέψει σχεδόν αποκλειστικά το ενδιαφέρον του προς τον εξωτερικό κόσμο. Επενδύει τεράστιες δυνάμεις στην ανάπτυξη της τεχνολογίας, της οικονομίας και της επιστήμης, αλλά αφιερώνει ολοένα και λιγότερο χρόνο στην καλλιέργεια της ψυχής.
Ο άνθρωπος γνωρίζει με θαυμαστή ακρίβεια την ανατομία του σώματός του, αλλά συχνά αγνοεί την «ανατομία» της ψυχής του. Μπορεί να εξηγήσει τον τρόπο λειτουργίας ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή ή ενός σύνθετου τεχνολογικού συστήματος, αλλά δυσκολεύεται να κατανοήσει τι είναι η συνείδηση, η ελευθερία, η μετάνοια, η εσωτερική ειρήνη ή η ανιδιοτελής αγάπη.
Αυτή η ανισορροπία δεν είναι απλώς φιλοσοφικό ζήτημα· επηρεάζει ολόκληρο τον τρόπο ζωής μας. Όταν ο άνθρωπος συνηθίζει να αξιολογεί τα πάντα με κριτήριο μόνο το χρήσιμο, το μετρήσιμο και το άμεσα αποδοτικό, τότε κινδυνεύει να αντιμετωπίσει ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό ως ένα σύνολο βιολογικών λειτουργιών ή οικονομικών δυνατοτήτων. Η αξία του ανθρώπου αρχίζει να μετριέται με την παραγωγικότητα, το εισόδημα, την κοινωνική προβολή ή την εξωτερική εμφάνιση.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα υποχωρούν. Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής; Γιατί υπάρχω; Ποιο είναι το νόημα της αγάπης, της θυσίας και της συγχώρησης;
Υπάρχει κάτι πέρα από τον θάνατο; Αυτά τα ερωτήματα, που άλλοτε αποτελούσαν τον πυρήνα της ανθρώπινης αναζήτησης, συχνά θεωρούνται σήμερα δευτερεύοντα ή περιττά.
Η κοινωνία μάς πείθει ότι η ευτυχία αγοράζεται, ότι η επιτυχία μετριέται με αριθμούς και ότι η από όσα κατέχει. Έτσι, η κατανάλωση μετατρέπεται σχεδόν σε τρόπο ζωής και η ευημερία σε υποκατάστατο της πληρότητας.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις πλέον ανεπτυγμένες κοινωνίες παρατηρούνται συχνά φαινόμενα έντονης μοναξιάς, άγχους, κατάθλιψης και υπαρξιακής ανασφάλειας. Η υλική ευημερία, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να προσφέρει νόημα στη ζωή. Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με αγαθά· έχει ανάγκη από σχέσεις, ελπίδα, αγάπη και έναν σκοπό που να υπερβαίνει την καθημερινότητα.
Η Αγία Γραφή περιγράφει αυτή την πραγματικότητα με ιδιαίτερη απλότητα. Ο Κύριος θέτει τοδιαχρονικό ερώτημα: «Τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος, ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ;» (Ματθ. 16,26). Το ερώτημα αυτό δεν υποτιμά την αξία των υλικών αγαθών· υπενθυμίζει, όμως, ότι υπάρχει κάτι πολυτιμότερο από κάθε επίγεια επιτυχία: η ίδια η ψυχή του ανθρώπου.
Η λήθη του εσωτερικού ανθρώπου εκδηλώνεται και με έναν ακόμη τρόπο. Η σιωπή γίνεται όλο και πιο σπάνια. Η καθημερινότητα είναι γεμάτη εικόνες, ήχους, ειδοποιήσεις, πληροφορίες και αδιάκοπη επικοινωνία. Ο άνθρωπος ενημερώνεται διαρκώς για όσα συμβαίνουν στον κόσμο, αλλά σπάνια μένει μόνος με τις σκέψεις του. Η εσωτερική περισυλλογή, που υπήρξε πάντοτε η απαρχή της αυτογνωσίας, αντικαθίσταται από μια συνεχή εξωστρέφεια.
Ίσως γι' αυτό πολλοί δυσκολεύονται να προσευχηθούν. Όχι επειδή απορρίπτουν συνειδητά τον Θεό, αλλά επειδή έχουν χάσει τη συνήθεια της εσωτερικής σιωπής. Η προσευχή προϋποθέτειέναν άνθρωπο που μπορεί να σταθεί για λίγο απέναντι στον εαυτό του και να ακούσει όχι μόνο τους θορύβους του κόσμου, αλλά και τη φωνή της συνείδησής του.
Η Ορθόδοξη παράδοση ονομάζει αυτή την κατάσταση νήψη, δηλαδή πνευματική εγρήγορση και προσοχή. Δεν πρόκειται για φυγή από τον κόσμο ούτε για περιφρόνηση της επιστήμης και της προόδου. Αντίθετα, είναι η διαρκής προσπάθεια να μη χαθεί ο άνθρωπος μέσα στον θόρυβο των πραγμάτων και να θυμάται ότι η αξία του δεν εξαντλείται σε όσα παράγει, κατέχειή καταναλώνει.
Όταν η εσωτερική ζωή ατροφεί, τότε και η σχέση με τον Θεό εξασθενεί φυσικά. Δεν προηγείται πάντοτε η άρνηση της πίστης· προηγείται συχνά η λήθη. Ο Θεός παύει να αποτελεί το κέντρο της ζωής, όχι επειδή αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει, αλλά επειδή ο άνθρωπος έπαψε να Τον αναζητά.
Από αυτή τη λήθη γεννιέται πολλές φορές και ο χλευασμός της πίστης. Εκείνος που δεν ενδιαφέρεται πλέον για τα πνευματικά ζητήματα μπορεί εύκολα να θεωρήσει ότι όσοι προσεύχονται, εκκλησιάζονται ή αγωνίζονται πνευματικά ζουν προσκολλημένοι σε ξεπερασμένες αντιλήψεις. Η ειρωνεία γίνεται ένας εύκολος τρόπος να απορρίψει κανείς ό,τι δεν επιθυμεί να εξετάσει σοβαρά.
Πρέπει όμως να είμαστε προσεκτικοί στις κρίσεις μας. Δεν χλευάζουν όλοι όσοι βρίσκονται μακριά από την Εκκλησία. Πολλοί άνθρωποι αναζητούν ειλικρινά την αλήθεια, προβληματίζονται, αμφιβάλλουν ή έχουν πληγωθεί από προσωπικές εμπειρίες. Άλλοι πάλι ζουν με ήθος, αγάπη και προσφορά, ακόμη κι αν δεν έχουν ενεργή εκκλησιαστική ζωή. Η Εκκλησία δεν καλείται να καταδικάσει πρόσωπα, αλλά να φωτίσει δρόμους και να απευθύνει πρόσκληση προς όλους.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποιος μπορεί να χαρακτηριστεί πιστός ή άπιστος. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν ο άνθρωπος παραμένει ανοιχτός στην αναζήτηση της αλήθειας. Γιατί η πνευματική ζωή αρχίζει πάντοτε από μια ειλικρινή αναζήτηση και όχι από μια επιφανειακή βεβαιότητα.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η χριστιανική πίστη δεν έρχεται πρωτίστως να προτείνει μια ιδεολογία ούτε ένα φιλοσοφικό σύστημα. Προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο κατανόησης του ανθρώπου και του κόσμου. Η αφετηρία της δεν είναι μια αφηρημένη θεωρία για τον Θεό, αλλά η πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ὁμοίωσιν» του Δημιουργού του και ότι ο αληθινός προορισμός του βρίσκεται στη σχέση μαζί Του.
Στην ορθόδοξη παράδοση ο άνθρωπος δεν θεωρείται ένα τυχαίο προϊόν της φύσης ούτε μια απλή βιολογική μηχανή. Είναι πρόσωπο, προικισμένο με λογική, ελευθερία και αγάπη. Η αξία του δεν εξαρτάται από την ηλικία του, την υγεία του, την οικονομική του κατάσταση ή την κοινωνική του θέση. Πηγάζει από το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί μοναδική και ανεπανάληπτη εικόνα του Θεού.
Από αυτή την προοπτική αποκτούν διαφορετικό νόημα και τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα. Η αγάπη δεν είναι απλώς ένα βιολογικό ένστικτο· είναι η φυσική κίνηση του ανθρώπου προς την κοινωνία με τον άλλο. Η ελευθερία δεν είναι η δυνατότητα να κάνει κανείς ό,τι επιθυμεί, αλλά η δύναμη να επιλέγει το αγαθό. Η συνείδηση δεν είναι μόνο ένας ψυχολογικός μηχανισμός· είναι η εσωτερική φωνή που καλεί τον άνθρωπο στην αλήθεια και στην ευθύνη.
Ακόμη και ο θάνατος, που για πολλούς αποτελεί το οριστικό τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης, αντιμετωπίζεται από τη χριστιανική πίστη με διαφορετική προοπτική. Δεν υποτιμάται ο πόνος του αποχωρισμού ούτε ωραιοποιείται η ανθρώπινη οδύνη. Ο θάνατος παραμένει το μεγάλο υπαρξιακό δράμα του ανθρώπου. Ωστόσο, μέσα από την Ανάσταση του Χριστού δεν θεωρείται πλέον το απόλυτο τέλος, αλλά το πέρασμα προς την αιώνια ζωή.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Εκκλησία επιμένει ότι η πνευματική ζωή δεν είναι μια φυγή καλεί τον άνθρωπο να εγκαταλείψει την επιστήμη, την εργασία, την οικογένεια ή την κοινωνική του ευθύνη. Αντίθετα, τον καλεί να ζήσει όλα αυτά με νέο προσανατολισμό, έχοντας ως κέντρο όχι τον εγωισμό αλλά την αγάπη.
Γι' αυτό και η αληθινή πίστη δεν μπορεί να περιορίζεται σε εξωτερικές εκδηλώσεις ή περιστασιακές θρησκευτικές συνήθειες. Δεν αρκεί να δηλώνει κανείς χριστιανός ούτε να συμμετέχει μόνο στις μεγάλες εορτές της Εκκλησίας. Η πίστη γίνεται ζωντανή όταν μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σκέπτεται, εργάζεται, συγχωρεί, αγαπά και αντιμετωπίζει τον συνάνθρωπό του.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι όποιος δεν πιστεύει στερείται καλοσύνης, ανθρωπιάς ή υψηλών ηθικών αξιών. Η ιστορία και η καθημερινή εμπειρία μαρτυρούν ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι, χωρίς να έχουν ενεργή θρησκευτική ζωή, διακρίνονται για την εντιμότητα, την αυτοθυσία και την αγάπη προς τον πλησίον. Η Εκκλησία αναγνωρίζει κάθε αυθεντικό αγαθό όπου κι αν αυτό βρίσκεται.
Το ερώτημα που θέτει η χριστιανική πίστη δεν αφορά τόσο την ύπαρξη της ηθικής όσο το βαθύτερο θεμέλιό της. Από πού πηγάζει αυτή η καθολική δίψα του ανθρώπου για το καλό, τη δικαιοσύνη και την αλήθεια; Γιατί ο άνθρωπος αισθάνεται ότι υπάρχει ένα χρέος απέναντι στη συνείδησή του ακόμη και όταν κανείς άλλος δεν τον παρακολουθεί; Γιατί η αγάπη και η
αυτοθυσία μάς συγκινούν περισσότερο από την ιδιοτέλεια και τη δύναμη;
Ίσως αυτά τα ερωτήματα να δείχνουν ότι ο άνθρωπος δεν εξαντλείται στη βιολογική του υπόσταση. Ίσως να φανερώνουν ότι μέσα του υπάρχει μια βαθύτερη νοσταλγία, μια δίψα για το άπειρο, την οποία κανένα υλικό αγαθό δεν μπορεί να ικανοποιήσει. Γι' αυτό και η μεγαλύτερη κρίση της εποχής μας δεν φαίνεται να είναι ούτε οικονομική ούτε πολιτική ούτε τεχνολογική. Είναι κρίση νοήματος. Ο άνθρωπος κατακτά ολοένα μεγαλύτερη δύναμη πάνω στη φύση, αλλά δυσκολεύεται να απαντήσει στο ερώτημα για ποιον σκοπό χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη. Μαθαίνει να αλλάζει τον κόσμο, αλλά ξεχνά να μεταμορφώνει τον εαυτό του.
Η απάντηση της Εκκλησίας δεν είναι η καταδίκη του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είναι η. αντιπαράθεση με την επιστήμη ούτε η νοσταλγία ενός παρελθόντος που δεν επιστρέφει. Είναι μια διαρκής πρόσκληση να ανακαλύψει ο άνθρωπος ξανά τον εσωτερικό του κόσμο, να συμφιλιωθεί με τη συνείδησή του, να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς φόβο και να ανοίξει την καρδιά του στη δυνατότητα μιας προσωπικής σχέσης με τον Θεό.
Η εμπειρία της Εκκλησίας δείχνει ότι η πίστη δεν μεταδίδεται κυρίως με αντιπαραθέσεις ή με την υπεροχή των επιχειρημάτων. Η θεολογική γνώση, η φιλοσοφική παιδεία και η νηφάλια συζήτηση έχουν ασφαλώς τη θέση τους, ιδιαίτερα όταν συνοδεύονται από σεβασμό και ειλικρινή διάθεση να ακούσουμε τον άλλον. Ωστόσο, εκείνο που αγγίζει βαθύτερα την ανθρώπινη καρδιά είναι η μαρτυρία μιας ζωής μεταμορφωμένης από τη χάρη του Θεού. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις ανθρώπων που οδηγήθηκαν στην πίστη όχι επειδή νικήθηκαν σε μια διανοητική αντιπαράθεση, αλλά επειδή συνάντησαν πρόσωπα που ακτινοβολούσαν αγάπη, ταπείνωση, ειρήνη και αυθεντικότητα. Η ζωντανή εμπειρία προηγείται πολλές φορές του επιχειρήματος και γίνεται η πιο πειστική μαρτυρία της αλήθειας του Ευαγγελίου.\Η αναζήτηση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί. Η πίστη δεν γεννιέται με εξαναγκασμό ούτε μειδεολογικές αντιπαραθέσεις. Αναπτύσσεται μέσα στην ελευθερία. Ο Θεός δεν καταργεί τηνανθρώπινη ελευθερία· τη σέβεται απολύτως.
Γι' αυτό και η πορεία προς την πίστη είναιπάντοτε προσωπική, διαφορετική για κάθε άνθρωπο και συχνά συνοδεύεται από ερωτήματα,αμφιβολίες και αγώνες.
Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη απειλή για τον σύγχρονο άνθρωπο να μην είναι η απώλεια τηςγνώσης, αλλά η απώλεια της μνήμης· της μνήμης του Θεού και, μαζί μ' αυτήν, της μνήμης τουίδιου του εαυτού του. Διότι όταν λησμονεί από πού προέρχεται και προς τα πού πορεύεται,κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο τον προορισμό του αλλά και την ίδια του την ταυτότητα.Αντίθετα, όποιος τολμά να αναζητήσει την αλήθεια με ταπείνωση και ειλικρίνεια, έχει ήδη κάνει το πρώτο βήμα προς την αυθεντική ελευθερία. Και ίσως αυτή η αναζήτηση να είναι ηαρχή της συνάντησης με τον Θεό, αλλά και με τον αληθινό εαυτό του.