Του Ιερομόναχου Νικήτα Παντοκρατορινού
Τον τελευταίο καιρό πολλά γράφονται για την υβριστική ανακοίνωση του Γραφείο Τύπου της Υπηρεσίας Εξωτερικών Πληροφοριών της Ρωσίας για τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Διαβάσαμε βαρείς χαρακτηρισμούς όπως “διάβολος κατά σάρκα”, “αντίχριστος της Κωνσταντινούπολης” κλπ, οι οποίοι δεν μας ξάφνιασαν αφού και στο παρελθόν έχουν γίνει επιθέσεις με παρόμοιους χαρακτηρισμούς από κληρικούς του Πατριαρχείου της Μόσχας. Μας ξάφνιασε, όμως, ότι μια ανακοίνωση τέτοιου εκκλησιαστικού χαρακτήρα έγινε όχι από κάποιο εκκλησιαστικό όργανο, αλλά από ένα κρατικό. Φανερά, πλέον, και χωρίς αιδώ, οι ανησυχίες για τα εκκλησιαστικά δρώμενα εκφράζονται από μια κρατική υπηρεσία της Ρωσίας και όχι από την Εκκλησία. Ανέκαθεν η σχέση κράτους- Εκκλησίας στην Ρωσία ήταν τέτοιου είδους, αλλά πλέον ενεργείται απροκάλυπτα. Σαν να μην έχει σημασία από που θα προέλθει μια ανακοίνωση εκκλησιαστικού περιεχομένου στην Ρωσία. Η Ρωσική Εκκλησία έχει γίνει ένα μέσο για την προώθηση των κοσμικών, πολιτικών και στρατιωτικών συμφερόντων του ρωσικού κράτους. Έχει πλήρως ταυτιστεί με αυτό. Είναι φανερό πλέον, ότι ο ρόλος της Εκκλησίας στην Ρωσία έχει υποβαθμιστεί σε ένα παράρτημα του κρατικού μηχανισμού που δεν μπορεί να έχει αντίθετη πλεύση σε κανένα ζήτημα, ακόμα και σωτηριολογικό αν είναι αυτό. Έχει ξεχαστεί ότι η Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός. Έχει αντικατασταθεί ο Λόγος του Χριστού και του Ευαγγελίου με τον λόγο του προέδρου Πούτιν. Ο Χριστός θέλει την ειρήνη, όμως ο πρόεδρος Πούτιν την νίκη. Με ποιόν θα έπρεπε να εναρμονιστεί η Εκκλησία της Ρωσίας άραγε; Δεν υπάρχει καμία χριστιανική διδασκαλία που να μπορούσε να δικαιολογήσει οποιονδήποτε πόλεμο ή αιματοχυσία.
Είδαμε πολλά παράδοξα να γίνονται από την Εκκλησία της Ρωσίας· την ονομασία αυτού του πολέμου σε ιερό πόλεμο εναντίον του διαβόλου και του Αντιχρίστου, την ευλόγηση των πυρηνικών όπλων, την σιγουριά του παραδείσου για όποιον “πέσει” υπέρ της πατρίδος σε αυτόν τον πόλεμο. Εκτός αυτών συντάχθηκαν ειδικές ευχές τις οποίες είναι υποχρεωμένοι όλοι οι ιερείς να διαβάζουν σε κάθε θεία λειτουργία· ευχές και προσευχές για την νίκη στον πόλεμο. Κάποιοι ευσεβείς ιερείς στην Ρωσία “τόλμησαν” όχι να μην διαβάσουν τις ευχές αυτές, αλλά να αντικαταστήσουν την λέξη νίκη με την λέξη ειρήνη. Όλοι αυτοί, χωρίς δεύτερη ευκαιρία καθαιρέθηκαν. Πολλοί από αυτούς βρήκαν καταφυγή στην αγκαλιά της Μητρός Εκκλησίας και επανήλθαν με την έκκλητο στους βαθμούς ιερωσύνης που κατείχαν. Παρομοίως έπραξαν και οι πέντε καθαιρεθέντες κληρικοί του Πατριαρχείου Μόσχας στην Λιθουανία, οι οποίοι “τόλμησαν” στα κηρύγματά τους να μιλήσουν εναντίον του διαβολικού αυτού πολέμου και υπέρ της ειρήνης, δηλαδή να συνταχτούν με τον λόγο του ευαγγελίου και όχι του ρωσικού κόσμου. Όπως ήταν αναμενόμενο και αυτοί καθαιρέθηκαν και προσέφυγαν στην Μητέρα Εκκλησία και με βάση αυτούς τους κληρικούς μπήκαν τα θεμέλια για την δημιουργία της Εξαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Λιθουανία.
Από την υπηρεσία εξωτερικών πληροφοριών εκφράστηκε η ανησυχία για την εκκλησιαστική κατάσταση στις χώρες της Βαλτικής. Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα σε αυτές τις χώρες; Ποιά είναι η εκκλησιαστική τους ιστορία; Ας τα δούμε εν συντομία. Οι περιοχές αυτές, εν πρώτοις, δεν έχουν καμία σχέση με τα θεσμοθετημένα όρια που αναγράφονται στον Τόμο του Πατριαρχείου της Ρωσίας τα οποία ορίσθηκαν σύμφωνα με τα εδαφικά όρια του Βασιλείου της Μεγάλης Ρωσίας και των υπερβορείων μερών του 1589. Οι περιοχές της Βαλτικής δεν ανήκαν τότε στο Βασίλειο της Μεγάλης Ρωσίας, αλλά στην Πολωνολιθουανική Κοινοπολιτεία. Τον 18ο αιώνα τα μέρη αυτά καταλήφθηκαν από την αυτοκρατορία των Τσάρων η οποία έθεσε τις όποιες υπάρχουσες ορθόδοξες δομές σε αυτή την περιοχή υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας, δημιουργώντας και νέες δομές. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν παρενέβη μέχρι την κατάρρευση της αυτοκρατορίας, όπου του ζητήθηκε κανονική προστασία, με αποτέλεσμα την απόδοση του Τόμου Αυτονομίας στην Εσθονία το 1923. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο πάντοτε παρεμβαίνει την κατάλληλη στιγμή ανεχόμενο όλα τα δρώμενα άχρι καιρού και πάντοτε με κεντρικό γνώμονα την σωτηρία των ανθρώπων. Στον λόγο του στα Θεοφάνια ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανέφερε “Η ανοχή, η αναμονή, η μακροθυμία, η συγχωρετικότητα, η υπομονή με ελπίδα της Μητρός (Εκκλησίας) πρός τα άτακτα τέκνα της, θεωρήθηκαν ως αδιαφορία, εγκατάλειψη, αδυναμία, ακόμα και ανικανότητα. Παρήλθαν χρόνοι, καιροί και αιώνες και η υπέρβαση των θεσπισμένων ορίων ενομίσθησαν από πολλούς ως κανονικότητα, ακρίβεια, δικαίωμα, ακόμα και σιωπηρή αποδοχή. Όμως ξέχασαν ότι στην Αγία του Χριστού Εκκλησία τα αντικανονικώς γενόμενα δεν αποτελούν ασφαλές υπόβαθρο για την καθιέρωσή τους και την οικοδόμηση επ’ αυτών υγιών και ασφαλών δομών”.
Η κάθε Εκκλησία μπορεί να ασκήσει την δικαιοδοσία της μόνο εντός των ορίων που καθορίζονται στους Τόμους Αυτοκεφαλίας. Εκτός αυτών των ορίων η δικαιοδοσία ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, πράγμα που με σαφήνεια διατυπώνεται στον ΚΗ’ κανόνα της Δ΄ Οικ. συνόδου, ο οποίος παραχώρησε ρητά στον επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως την ποιμαντική μέριμνα για εκείνες τις περιοχές πέρα από τα γεωγραφικά όρια των άλλων τοπικών Εκκλησιών. Την εποχή του 5ου αιώνα, που συντάχθηκε ο κανόνας, αυτές οι περιοχές αποκαλούνταν «βαρβαρικά έθνη» επειδή βρίσκονταν εκτός της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο εν λόγω κανόνας διευκρινίζει την αναφορά στον β’ κανόνα της Β΄ Οικ. συνόδου που λέει ότι οι Εκκλησίες στα «βαρβαρικά έθνη» πρέπει να διοικούνται «σύμφωνα με την παράδοση που καθιέρωσαν οι πατέρες».
Από το 1918 μέχρι το 1940 οι χώρες της Βαλτικής λειτουργούσαν ως ανεξάρτητες. Η βίαιη ένταξη στην Σοβιετική Ένωση, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, των περιοχών αυτών συνεδέθη μετά πολλών αυθαιρέτων και αντικανονικών πράξεων της Εκκλησίας της Ρωσίας, που επέβαλλαν την υπαγωγή τους στην άμεση δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας καταργώντας οποιαδήποτε μορφή ανεξαρτησίας υπήρχε. Η Εκκλησία στις περιοχές αυτές αντιμετωπίστηκε από τους Σοβιετικούς ως κρατικός μηχανισμός προς αναδιάρθρωση. Και παρέμεινε “αιχμάλωτη” μέχρι την κατάρρευση του Σοβιετικού καθεστώτος και την εκ νέου ανεξαρτητοποίηση των χωρών αυτών το 1991.
Αξίζει να αναφερθεί ότι ουδέποτε έχει υπάρξει κάποια συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που να αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας στη Βαλτική. Όπως δεν υπάρχει και για άλλες χώρες στις οποίες αντικανονικά δραστηριοποιείται το Πατριαρχείο Μόσχας, όπως Λευκορωσία, Φιλανδία, Μολδαβία κλπ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν δημιούργησε το πρόβλημα, όπως κατηγορείται από την υπηρεσία, αλλά ήρθε να θεραπεύσει την κανονική αταξία του Πατριαρχείου Μόσχας συμμεριζόμενο την αγωνία του λαού τώρα που υπάρχει ο κίνδυνος του πολέμου και της εκ νέου επιβολής. Οι ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου συνιστούν στην πραγματικότητα την θεραπεία ενός τραύματος που άνοιξε βιαίως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου.
Επίσης, μας κάνει εντύπωση και η αναφορά της κρατικής υπηρεσίας ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης σκοπεύει να χορηγήσει Αυτοκεφαλία στη μη αναγνωρισμένη «Ορθόδοξη Εκκλησία του Μαυροβουνίου». Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε αυτήν την αναφορά ως κραυγή φόβου που προκαλείται σε κάποιον που έχει κάνει μια ζημιά και περιμένει την τιμωρία του. Το γεγονός ότι γνωρίζουν πως μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο μπορεί να άρει ένα σχίσμα, να αποκαταστήσει ιεράρχες και να δώσει ένα εκκλησιαστικό καθεστώς σε μια εκκλησιαστική δομή τους κάνει να χρησιμοποιούν ύβρεις για να υποβαθμιστεί ο θεσμός, αλλά και το πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη. Θέλοντας να υποβαθμίσουν αυτά τα προνόμια του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αντίστοιχη περίπτωση της εκκλησίας των Σκοπίων, έσπευσαν αντικανονικά να αποδώσουν Τόμο Αυτοκεφαλίας στην Αρχιεπισκοπή Αχρίδος. Όμως ουδεμία κανονική ισχύ δεν μπορεί να έχει μέχρι την αναγνώρισή του από την Κωνσταντινούπολη. Όσον αφορά το Μαυροβούνιο, η ιστορία θα δείξει κατά πόσο και αν θα λάβει η Εκκλησία αυτή Τόμο Αυτοκεφαλίας ή αν θα θεραπευτεί αυτή η πληγή με άλλον τρόπο. Ο γνώμονας πάντοτε παραμένει ο ίδιος· η σωτηρία των πιστών. Όπως με διαυγή και στεντορεία φωνή πολλάκις επαναλαμβάνει ο Οικουμενικός Πατριάρχης.
Στην ανακοίνωση της υπηρεσίας κατηγορούν τον Οικουμενικό Πατριάρχη για σχίσμα στην Ουκρανία και γενικά στον ορθόδοξο εκκλησιαστικό χώρο, πράγμα που είναι απολύτως φαιδρό αν αναλογισθεί κάποιος την σημερινή πραγματικότητα. Όλη η διαδικασία χορήγησης της Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία έγινε ακριβώς σύμφωνα με τους κανόνες και την Ιερά Παράδοση της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Η διαίρεση δεν προέκυψε με υπαιτιότητα του Οικουμενικού Πατριάρχη, αλλά με την υπαιτιότητα της Εκκλησίας της Ρωσίας η οποία στηρίζει και συντηρεί τον διχασμό. Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αντίθετα, ένωσε τρεις παρατάξεις που υπήρχαν στην Ουκρανία και επανειλημμένως καλεί όλους τους αντιφρονούντες σε ενότητα. Το τελευταίο του κάλεσμα ήταν την ημέρα των Θεοφανίων, όπου για άλλη μια φορά προσκάλεσε τον μητροπολίτη Ονούφριο και τους συν αυτώ σε διάλογο. Και παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να τον κατηγορούν ότι δεν ενδιαφέρεται για την ενότητα. Αν δεν ενδιαφέρεται αυτός που προσκαλεί προς ενότητα, ποιός άραγε ενδιαφέρεται; Αυτός που δεν κάνει αποδεκτή την πρόσκληση; Αντίθετοι με το πνεύμα της ενότητας οι ιεράρχες του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ουκρανία, συνεχώς αρνούνται. Κατηγορείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης για σχίσμα την ώρα που από την Εκκλησία της Ρωσίας έχουν διακόψει την κοινωνία. Το σχίσμα έγινε από την Ρώσικη Εκκλησία και όχι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει κοινωνία με όλες τις τοπικές Εκκλησίες, ενώ η Εκκλησία της Ρωσίας δεν έχει με όλες τις Εκκλησίες κοινωνία. Σε λόγο του ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε αναφέρει και τα εξής: “Το ότι δεν μας μνημονεύουν από την Εκκλησία της Ρωσίας, έχει πολύ μικρή σημασία. Διότι στηριζόμενοι στην αλήθεια δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω για τα συμφέροντα μιας Εκκλησίας που αγνωμονεί. Συνεχίζουμε να μνημονεύουμε τον Μόσχας, διότι αυτό που μας ενδιαφέρει είναι η ενότητα. Αν το Πατριαρχείο Ρωσίας έχει θυμώσει που έχασε την επιρροή του στην Ουκρανία και δεν το ενδιαφέρει η ενότητα, σκασίλα μας. Εμείς συνεχίζουμε την κανονική τάξη της Μητρός Εκκλησίας, όπως μας υπαγορεύει η Ιερά Παράδοση και αγωνιζόμαστε για την ενότητα σε εκπλήρωση της έκκλησης του Χριστού «ἵνα πάντες ἓν ὦσιν»”.
Βλέποντας τα πράγματα από την πραγματική τους όψη, η αναφορά που κάνει η κρατική υπηρεσία εναντίον του Πατριάρχη Βαρθολομαίου: “κυριολεκτικά (ενν. ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος) διαλύει το ζωντανό Σώμα της Εκκλησίας. Με αυτόν τον τρόπο, παρομοιάζεται με τους ψευδοπροφήτες για τους οποίους γίνεται λόγος στην Επί του Όρους Ομιλία: «Έρχονται σε εσάς με ένδυμα προβάτου, αλλά από μέσα είναι αρπακτικοί λύκοι. ... Από τους καρπούς τους θα τους γνωρίσετε»” ταιριάζει απόλυτα με την πρακτική της Εκκλησίας της Ρωσίας και από τους φαινόμενους καρπούς της.
Μόνο ένας αληθινός ομολογητής της πίστεως μπορεί να θυσιαστεί για την αλήθεια και την ενότητα χωρίς να υπολογίζει τα μεμονωμένα συμφέροντα μιας τοπικής Εκκλησίας, αλλά το συμφέρον της Μιας Αγίας Καθολικης και Απόστολικής Εκκλησίας. Τι ωφελήθηκε το Οικουμενικό Πατριαρχείο από την Αυτοκεφαλία της Ουκρανίας σε κοσμικό επίπεδο; Τι κέρδισε; Ύβρεις, σπιλώσεις, συκοφαντίες, ονειδισμό και ταπεινώσεις όπως αυτή η επαίσχυντη ανακοίνωση. Όμως, με αυτόν τον τρόπο, χωρίς να το θέλουν, κάνουν μεγάλο καλό στον ίδιο τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος με όλες τις συκοφαντίες, τις αβάσιμες κατηγορίες, τις ύβρεις και όλα τα συναφή, αλλά και την ανεξικακία που δείχνει γίνεται γνήσιος μιμητής Χριστού και ισάξιος με τους Αγίους Ομολογητές. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει το σθένος να αψηφά όλους τους κινδύνους και τις απειλές που αντιμετωπίζει για χάρη της αλήθειας, της ενότητας και της σωτηρίας των ανθρώπων.