Υγεία

Ύπνος: Γιατί κάποιοι χρειάζονται μόνο 4 ώρες

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, ένα βράδυ με μόλις τέσσερις ώρες ύπνου σημαίνει κούραση, δυσκολία συγκέντρωσης και διαρκή αναζήτηση ενός ακόμη καφέ. Υπάρχουν όμως άνθρωποι που ξυπνούν ύστερα από τέσσερις έως έξι ώρες, αισθάνονται ξεκούραστοι και συνεχίζουν κανονικά την ημέρα τους, χωρίς να χρειάζονται επιπλέον ανάπαυση.

Το φαινόμενο δεν αποτελεί απαραίτητα αποτέλεσμα συνήθειας ή εξαιρετικής αντοχής. Επιστημονικές έρευνες έχουν συνδέσει αυτή την ασυνήθιστη ικανότητα με σπάνιες γενετικές παραλλαγές, οι οποίες φαίνεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος ρυθμίζει την ανάγκη για ύπνο.

Το γενετικό χαρακτηριστικό που αλλάζει τις ανάγκες του οργανισμού

Η κατάσταση είναι γνωστή ως «οικογενής φυσικός σύντομος ύπνος» (Familial Natural Short Sleep – FNSS) και παρατηρείται σε ανθρώπους που κοιμούνται συστηματικά λιγότερο από τον μέσο όρο, χωρίς να εμφανίζουν την αναμενόμενη ημερήσια υπνηλία.

Ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, με επικεφαλής τη μοριακή βιολόγο Γινγκ-Χούι Φου, έχουν μελετήσει οικογένειες στις οποίες το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά.

Το 2019, επιστημονική μελέτη εντόπισε μια σπάνια παραλλαγή στο γονίδιο ADRB1, το οποίο συμμετέχει στη ρύθμιση του κύκλου ύπνου και εγρήγορσης. Η ανακάλυψη ενίσχυσε την εκτίμηση ότι η ανάγκη για ύπνο δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τις καθημερινές συνήθειες, αλλά επηρεάζεται και από τη γενετική προδιάθεση.

Κοιμούνται λιγότερο, αλλά είναι πράγματι ξεκούραστοι;

Ένα από τα βασικά ερωτήματα των επιστημόνων είναι πώς ο οργανισμός ορισμένων ανθρώπων καταφέρνει να ανταποκρίνεται στις καθημερινές απαιτήσεις με τόσο περιορισμένη διάρκεια ύπνου.

Μελέτες έχουν εντοπίσει περισσότερες γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με το φαινόμενο, ενώ πειράματα σε ζώα προσφέρουν ενδείξεις ότι ορισμένες από αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν όχι μόνο τη διάρκεια της ανάπαυσης αλλά και την ανθεκτικότητα απέναντι στις επιπτώσεις της στέρησης ύπνου.

Ωστόσο, οι επιστήμονες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνίσει πλήρως τους βιολογικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν σε αυτούς τους ανθρώπους να λειτουργούν με λιγότερες ώρες ύπνου.

Η μεγάλη παγίδα: «Κοιμήθηκα τέσσερις ώρες και είμαι μια χαρά»

Το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι διαθέτουν αυτή τη σπάνια γενετική ιδιαιτερότητα δεν σημαίνει ότι όλοι μπορούν να περιορίσουν τον ύπνο τους χωρίς συνέπειες.

Στην πραγματικότητα, η χρόνια στέρηση ύπνου μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη, την προσοχή, τη διάθεση και τη σωματική υγεία, ακόμη και όταν κάποιος πιστεύει ότι έχει προσαρμοστεί.

Παλαιότερες εργαστηριακές μελέτες έχουν δείξει ότι άνθρωποι που κοιμούνταν συστηματικά τέσσερις ή έξι ώρες παρουσίαζαν σταδιακή επιδείνωση στις γνωστικές τους επιδόσεις, χωρίς να αντιλαμβάνονται πάντοτε το πραγματικό μέγεθος της επιβάρυνσης.

Η αίσθηση ότι κάποιος λειτουργεί κανονικά, επομένως, δεν αρκεί για να αποδείξει ότι ο οργανισμός του καλύπτει τις ανάγκες του.

Μπορεί η ανακάλυψη να αλλάξει την ιατρική του ύπνου;

Η μελέτη των φυσικών ολιγόυπνων ανθρώπων ανοίγει νέες προοπτικές για την κατανόηση των μηχανισμών του ύπνου και, ενδεχομένως, για την ανάπτυξη μελλοντικών θεραπειών.

Οι επιστήμονες διερευνούν εάν η γνώση αυτών των γενετικών μηχανισμών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί στην αντιμετώπιση διαταραχών ύπνου. Πρόκειται, πάντως, για ερευνητική προοπτική και όχι για διαθέσιμη θεραπεία που επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιμούνται λιγότερο με ασφάλεια.

Για τη μεγάλη πλειονότητα των ενηλίκων, η σύσταση παραμένει τουλάχιστον επτά ώρες ύπνου τη νύχτα, με τις ατομικές ανάγκες να διαφοροποιούνται.

Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι ότι ορισμένοι άνθρωποι φαίνεται πράγματι να χρειάζονται λιγότερο ύπνο λόγω της βιολογίας τους. Για τους υπόλοιπους, όμως, οι τέσσερις ώρες δεν αποτελούν κάποιο μυστικό παραγωγικότητας, αλλά πιθανό σημάδι ανεπαρκούς ξεκούρασης.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ