Υγεία

Καρδιαγγειακή νόσος: Tριγλυκερίδια και άλλοι παράγοντες κινδύνου

Υπάρχουν περισσότερα που πρέπει να λάβετε υπόψη από τα επίπεδα χοληστερόλης όταν πρόκειται για την καρδιαγγειακή υγεία. Ειδικοί από το Baylor College of Medicine λένε ότι ακόμα και αν έχετε μειώσει τη χοληστερόλη και σας έχουν συνταγογραφηθεί στατίνες, μπορεί να έχετε υψηλό κίνδυνο. Ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου είναι τα τριγλυκερίδια, η λιποπρωτεΐνη (α), η ασβέστωση των στεφανιαίων αρτηριών και η CRP (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη).

“Ακόμη και όταν τα επίπεδα χοληστερόλης μειώνονται μέσω στατινών ή αλλαγών στον τρόπο ζωής, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου στο παιχνίδι. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι σημαντικό να ελέγξετε τα επίπεδα τριγλυκεριδίων σας, μεταξύ άλλων”, δήλωσε ο Δρ. Christie Ballantyne, επικεφαλής των τμημάτων καρδιολογίας και καρδιαγγειακής έρευνας στο Baylor College of Medicine.

Τα τριγλυκερίδια

Σε προηγούμενες μελέτες, ο Ballantyne και οι συνεργάτες του διαπίστωσαν ότι σε ασθενείς με υψηλά τριγλυκερίδια, ορισμένες εξειδικευμένες εξετάσεις λιπιδίων μπορεί να είναι καλύτερος δείκτης για την πρόβλεψη του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου και εγκεφαλικού επεισοδίου σε σύγκριση με τους παραδοσιακούς παράγοντες κινδύνου.

Χρησιμοποιώντας δεδομένα από τη μακροχρόνια αμερικανική μελέτη ARIC (Atherosclerosis Risk in Communities) που διεξάγεται για τη διερεύνηση των αιτιών της αθηροσκλήρωσης, οι ερευνητές πρόσθεσαν στο μοντέλο τους δύο νέους παράγοντες: τη χοληστερόλη των υπολειμματικών λιποπρωτεϊνών (RLP-C: remnant lipoprotein cholesterol) και τα τριγλυκερίδια που μεταφέρονται στα σωματίδια LDL (LDL-TG ). Οι υπολειμματικές λιποπρωτεΐνες (RLP) είναι προϊόντα μερικώς καταβολισμένων χυλομικρών (ένα είδος λιποπρωτεϊνών) και λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (υπολειμματικά VLDL) από τα οποία έχουν αφαιρεθεί κάποια τριγλυκερίδια. Αυτά τα σωματίδια είναι μικρότερα και πυκνότερα από τα γονικά σωματίδια και πιστεύεται ότι είναι ισχυρά αθηρογόνα.

Όταν τα επίπεδα RLP-C προστέθηκαν στο προγνωστικό μοντέλο δεν άλλαξαν τα αποτελέσματα αλλά όταν προστέθηκαν τα επίπεδα LDL-TG διαπιστώθηκε τι προέβλεπαν καλύτερα όχι μόνο τις καρδιακές προσβολές αλλά και τα εγκεφαλικά επεισόδιο.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο Journal of the American College of Cardiolog. Απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να αποδειχθεί εάν η μείωση των επιπέδων LDL-TG μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη της καρδιακής προσβολής και του εγκεφαλικού επεισοδίου.

Ο Ballantyne δήλωσε ότι οι γενετικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα τριγλυκερίδια διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην καρδιακή νόσο, οπότε αυτός και άλλοι ερευνητές διερευνούν το ρόλο του εικοσαπεντανοϊκού οξέος (EPA), ενός λιπαρού που υπάρχει στα ιχθυέλαια και έχει φανεί ότι μειώνει τα τριγλυκερίδια.

Αυτό το αποτέλεσμα εξετάστηκε στη μελέτη REDUCE-IT (Reduction of Cardiovascular Events with Icosapent Ethyl-Intervention Trial) η οποία βρήκε μείωση στο μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου, στο μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, στην ασταθή στηθάγχη και καρδιαγγειακό θάνατο.

Ωστόσο, η χρήση του EPA είναι γνωστό ότι έχει πολλές βιολογικές δραστηριότητες εκτός από τις επιδράσεις στα λιπίδια, άρα απαιτούνται περισσότερες μελέτες για να διαπιστωθεί ποιοι μηχανισμοί επηρέασαν τα αποτελέσματα.

Λιποπρωτεΐνη (α), ασβέστωση και CRP

Ο Ballantyne εξήγησε πως τα επίπεδα χοληστερόλης, η αρτηριακή πίεση και η παχυσαρκία δεν είναι οι μόνοι παράγοντες για την υγεία της καρδιάς.

Εάν ένα άτομο έχει οικογενειακό ιστορικό καρδιακής προσβολής ή εγκεφαλικού επεισοδίου, θα πρέπει να εξετάζεται για τη λιποπρωτεΐνη (α) ή Lp (a). Μελέτες έχουν δείξει ότι τα υψηλά επίπεδα Lp (α) παίζουν ρόλο στα καρδιαγγειακά προβλήματα. Τα σωματίδια Lp (a) ταξιδεύουν μέσω της κυκλοφορίας του αίματος και συσσωρεύονται στις αρτηρίες, οδηγώντας σε σταδιακή στένωση που μπορεί να περιορίσει την παροχή αίματος στην καρδιά και στους πνεύμονες.

Η γνώση της στεφανιαίας ασβέστωσης είναι επίσης σημαντική, είπε ο Ballantyne. Είναι μια εξέταση κατά την οποία χρησιμοποιείται αξονική τομογραφία για να μετρήσει την ποσότητα ασβεστοποιημένης αθηρωματικής πλάκας στις στεφανιαίες αρτηρίες και βοηθά στον υπολογισμό του κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου.

Μια άλλη εξέταση αφορά τα επίπεδα της υψηλής-ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης, ή hs-CRP, η οποία είναι μια πρωτεΐνη που υποδεικνύει φλεγμονή στο σώμα. Η CRP αυξάνεται όταν υπάρχει φλεγμονή οπουδήποτε στο σώμα, συμπεριλαμβανομένης της αγγειακής φλεγμονής, και έχει αποδειχθεί ότι είναι προγνωστική αξία για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ