Ήταν 19 Μαρτίου 1945, ακριβώς 42 ημέρες πριν ο μακελάρης του πλανήτη δώσει τέλος στη ζωή του, όταν ο Αδόλφος Χίτλερ υπέγραψε το «Nerobefehl» — το Διάταγμα Νέρων. Μια διαταγή που φανέρωνε την απόλυτη περιφρόνησή του όχι μόνο για τους Συμμάχους, αλλά και για τον ίδιο τον γερμανικό λαό.
Η πολιτική της «καμένης γης»
Καθώς η ναζιστική Γερμανία κατέρρεε υπό την πίεση των Συμμάχων, ο Χίτλερ, αρνούμενος πεισματικά την άνευ όρων παράδοση, αποφάσισε να παρασύρει τα πάντα στον θάνατό του. Το διάταγμα ήταν σαφές και τρομακτικό: έπρεπε να καταστραφεί ολοκληρωτικά κάθε βιομηχανία, κάθε δίκτυο μεταφορών, κάθε σταθμός επικοινωνιών και κάθε αποθήκη ανεφοδιασμού εντός της γερμανικής επικράτειας.
Το σκεπτικό του; Αν ο γερμανικός λαός δεν αποδείχθηκε «άξιος» της ιστορικής αποστολής που του είχε αναθέσει, τότε δεν άξιζε να επιβιώσει. Η Γερμανία έπρεπε να θαφτεί κάτω από τα συντρίμμια της, αφήνοντας πίσω της μόνο καμένη γη για τους νικητές. «Ό,τι είναι αξιόλογο και μπορεί να φανεί χρήσιμο στον εχθρό, πρέπει να εξαφανιστεί», διέταζε ο Φίρερ, καταδικάζοντας τους συμπατριώτες του σε μια ζωή μέσα στην απόλυτη φτώχεια και ερείπια.

Ο «προδότης» που έσωσε το μέλλον
Εκείνος που ανέλαβε το βάρος της εκτέλεσης ήταν ο Άλμπερτ Σπέερ, ο υπουργός Εξοπλισμών. Όταν ο Σπέερ διάβασε τη διαταγή —την ίδια ημέρα που συμπλήρωνε τα 40 του χρόνια— συνειδητοποίησε ότι η παράνοια του ηγέτη του είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Σε μια πράξη έσχατης ανυπακοής, ο Σπέερ αποφάσισε να δράσει εν κρυπτώ. Αντί να υλοποιήσει την καταστροφή, άρχισε να πείθει τους στρατηγούς και τους διοικητές να αγνοήσουν τις οδηγίες του Χίτλερ.

Ο Χίτλερ δεν έμαθε ποτέ την έκταση της ανυπακοής του Σπέερ. Μόλις στις 22 Απριλίου, λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία του στο καταφύγιο, ο Σπέερ παραδέχτηκε τολμηρά ότι είχε σαμποτάρει εσκεμμένα τις εντολές του. Ο δικτάτορας εξοργίστηκε, αλλά η εσωτερική κατάρρευση ήταν ήδη τόσο βαθιά που ο Σπέερ αφέθηκε να αποχωρήσει.
Στις 30 Απριλίου, ο Χίτλερ έδωσε τέλος στη ζωή του, αφήνοντας πίσω του μια Γερμανία που, χάρη σε εκείνη την κρυφή «προδοσία» του υπουργού του, είχε ακόμα τη δυνατότητα να ορθοποδήσει μέσα από τις στάχτες της.