Πολιορκία της ακρόπολης
Ιστορία
Ενημερώθηκε στις:

Κάστρο των Αθηνών: Πώς έζησαν το Πάσχα οι πολιορκημένοι του Κιουταχή

Το Κάστρο της Ακρόπολης των Αθηνών συνδέθηκε με τις αθηναϊκές Πασχαλιές των ηρωικών χρόνων με παραδόσεις. Κάθε τείχισμα, κάθε ιερός βράχος και κάθε πύλη αποτελούν τα σιωπηλά απομνημονεύματα και διηγούνται τα έπη που γράφτηκαν στο απροσπέλαστο αθηναϊκό προπύργιο, το οποίο οι Τούρκοι αποκαλούσαν «Ατίνα Καλεσί». Η Ακρόπολη ήταν το καταφύγιο των «Αθηναίων στη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα. Μεταξύ εκείνων που κατέγραψαν τις Πασχαλιάτικες περιπέτειές του ήταν ο Δημήτριος Γατόπουλος στην εφημερίδα «Εστία».

Περιηγητές, κιτρινισμένα έγγραφα, διεσπαρμένα απομνημονεύματα και πληροφορίες μας επιτρέπουν να γυρίσουμε περίπου δύο αιώνες πίσω, στη Μεγάλη Εβδομάδα του 1827, όταν πολιορκητικός πόλεμος εξελισσόταν στην Ακρόπολη. Ανάμεσα στα πρωινά συμβάντα της Κυριακής των Βαΐων εκείνης της χρονιάς αναφέρεται και η έφοδος των στρατευμάτων του Κερατσινίου πίσω από τα «χαμηλά βουνά που τελειώνουν προς την πεδιάδα». Την έφοδο αυτή απέκρουσαν οι Τούρκοι που ξεκίνησαν από τα Πατήσια.

γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς (Αθηναϊκά)

Το Κάστρο όμως υπέφερε από την έλλειψη νερού. Οι πολιορκημένοι αναγκάζονταν να υδρεύονται από το πηγάδι του Καρασούϊ, όπως αποκαλούσαν τους ανατολικούς βραχώδεις πρόποδες του Αρείου Πάγου. Τις πρωινές ώρες της Μεγάλης Δευτέρας οι στρατιώτες που ασχολούνταν με την ύδρευση του Κάστρου, άρχισαν να βάλλονται από τα στρατεύματα του Κιουταχή. Ένας Αθηναίος στρατιώτης, ο οποίος εκτέθηκε απρόσεκτα, χτυπήθηκε από σφαίρα στο κεφάλι. Δέκα βόμβες έπεσαν όλη την ημέρα μέσα στο Κάστρο.

Την επομένη όμως, το απόγευμα της Μεγάλης Τρίτης, το αίμα του αθώου αθηναίου πολεμιστή πληρώθηκε με τη διάβαση του ίδιου του Κιουταχή από το Σέντζο (Φιλοπάππου). Το Κάστρο υπεράσπιζε τους στρατιώτες που έπαιρναν νερό από τα χαλάσματα των σπιτιών του Λεονταρίου, δηλαδή την αριστερή πλευρά της σημερινής κύριας εισόδου της Ακρόπολης. Ένα βλήμα σκότωσε έναν από τους «δορυφόρους» του Τουρκο-αιγύπτιου στρατάρχη. Ο Αθηναίος δημογέροντας Νικόλαος Καρόρης με το ημερολόγιό του και ο νεότερος ιστορικός των Αθηνών Δημήτριος Γέροντας με ένα δίτομο έργο μας παραδίδουν λεπτομερώς όσα συνέβησαν τις υπόλοιπες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας του 1827.

Κιουταχής

Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς (Κιουταχής)

Ήταν Μεγάλη Τετάρτη πλέον και η έλλειψη νερού εξακολουθούσε. Οι αγωνιστές και οι οικογένειές τους υπέφεραν. Μαζεύτηκαν για ν’ αποφασίσουν τι θα κάνουν. Επικράτησε η γνώμη να συνεννοηθούν με όσους ήταν έξω από το Κάστρο και να πραγματοποιήσουν έξοδο προς την Πλάκα και το Μπούρτζι της Αγίας Παρασκευής. Εκείνη την ημέρα είχε εμφανιστεί ο Κιουταχής, ο οποίος μάλιστα χρησιμοποιώντας δόλια μέσα, προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες να παραδοθούν. Έστειλε σαν κήρυκες δύο Έλληνες αιχμαλώτους για να πείσουν όσους ήταν στην Aκρόπολη να παραδοθούν.

Τους έλεγε πως σκοτώθηκαν πολλοί καπεταναίοι αλλά και το αρχοντόπουλο, δηλαδή ο Ιωάννης Νοταράς. Οι πολιορκούμενοι ανταποκρίθηκαν γραπτά και η απάντησή τους είναι μνημείο ανδρείας και ψυχικής δύναμης. «Ας μάθη ο καθένας, ότι εν όσω σκοτώνονται Έλληνες, τόσον εμψυχώνονται οι ζωντανοί και πολεμούν διά να εκδικηθούν το αίμα των αδελφόν των. Ο πόλεμος έχει και χαλασμόν έχει και νίκην. Και αν χθες εχαλάσθησαν οι εδικοί μας, αύριον ελπίζομεν να νικήσουν και να πάρουν διπλούν το αίμα των αδελφών»!

Το παράδειγμα του Μεσολογγίου τροφοδοτούσε τις ψυχές των αγωνιζόμενων Ελλήνων που αποφάσιζαν να συνεχίσουν την αντίστασή τους μέχρις εσχάτων. Ανάμεσά τους και ο ατρόμητος φιλέλληνας Φαβιέρος, το ίδιο ή ακόμη περισσότερο μαχητικός και ανυποχώρητος. Όσα συνέβησαν εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα στην Ακρόπολη των Αθηνών αποτελούν ιερά παρακαταθήκη αλλά και οδηγό για τους νεότερους. Στην υπόθεση ενεπλάκησαν και Γάλλοι ανώτατοι αξιωματικοί φρεγάτας που ναυλοχούσε στο Φάληρο. Προσπαθούσαν να διασώσουν τους αγωνιστές και τους συμπατριώτες τους φιλέλληνες.

Αλλά ο Κιουταχής επέμενε γραπτά να αποκαλεί τους Έλληνες υπηκόους του Σουλτάνου. Και εκείνοι απαντούσαν γραπτά μέσα από την Ακρόπολη: «Υπήκοοι του Σουλτάνου… εδώ δεν υπάρχουν. Είμεθα Έλληνες αποφασισμένοι ή ν΄ αποθάνωμεν ή να ζήσωμεν ελεύθεροι. Ο Κιουταχής αν θέλει τ’ άρματά μας, ας έλθη να τα πάρη.. Έχομεν την τιμήν να σας χαιρετήσωμεν…». Τη Μεγάλη Πέμπτη έφτανε μήνυμα του Καραϊσκάκη να κάνουν υπομονή οι πολιορκούμενοι και τη Μεγάλη Παρασκευή ο θάνατος ενός από τους Γάλλους φιλέλληνες, βύθιζε στο πένθος τους συναγωνιστές του.

Παλικάρια του Αγώνα

Παλικάρια του Αγώνα

Φαντάζει απίστευτο το κέφι που διέθεταν οι κλεισμένοι στην Ακρόπολη μαχητές. Ενδιαφέρουσα είναι η λεπτομέρεια, την οποία διασώζει στο ημερολόγιό του ο Ν. Καρόρης πως κάποιος έγραφε στους απ’ έξω ότι υπήρχαν άφθονα όλα τα καλά και αναγκαία, ρακιά, ρύζια μέχρι και παστουρμάδες! Έτσι προσπαθούσαν να κάμψουν το ηθικό των Τούρκων. Πάντως οι περιγραφές εκείνου του Πάσχα είναι μοναδικές. Ο εορτασμός άνοιξε με το ειδύλλιο της ανοιξιάτικης Αττικής και έκλεισε με τον θάνατο ενός παλικαριού. Η ακολουθία της Ανάστασης διαβάστηκε τα ξημερώματα. Οι πολιορκημένοι ανεβοκατέβασαν στο θαμπό φως της αυγής μερικά κεράκια ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη».

Ύστερα έγινε η λειτουργία στο Προσκυνητάρι του Κάστρουο ιερέας έψελνε τα Αναστάσιμα στα φυλάκια και το χαρμόσυνο άγγελμα δόθηκε με τρεις κανονιές. Από το ύψος του αθηναϊκού προπυργίου έφευγε το μήνυμα πως ο Θεάνθρωπος «ου τέθνηκε». Απάντησαν με κανονιές τα ελληνικά στρατόπεδα από τον Πειραιά και το Κερατσίνι. Όσο για το Πασχαλινό γεύμα περιγράφεται σε δύο παραστατικές γραμμές: «Τέσσαρα αλογομούλαρα εσφάχθησαν και επωλήθησαν αυτήν την ημέραν, προς πέντε γρόσια την οκά και έφαγον οι περισσότεροι…». Ανήμερα του Πάσχα τα κανόνια έβαλαν κατά του κάστρου. Αλλά μέσα σ’ αυτό είχε στηθεί χορός όταν μια εχθρική μπάλα χτύπησε τον Πύργο.

Τα κομμάτια που αποκολλήθηκαν, μαζί με τις πέτρες, έπεσαν στη μέση του χορού και σκότωσαν τον καλύτερη χορευτή. Τον καταγόμενο από την Κέρκυρα Σταμούλη, υπασπιστή του Α΄ Τάγματος του Τακτικού Στρατού. Επίσης έτσι σκοτώθηκε και ο Αθηναίος Σταμάτης Τυρόπουλος. Τότε μόνο σταμάτησε ο χορός. Ο εορτασμός του Πάσχα στο Κάστρο διακόπηκε από τα δάκρυα και τις νεκρικές ψαλμωδίες για να συνεχιστεί και πάλι έξι χρόνια αργότερα.

Χριστόφορος Νέζερ

Χριστόφορος Νέζερ, Γερμανός αξιωματικός του βαυαρικού Στρατού

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου του 1833 με την ελληνική σημαία που ύψωσε ο βαυαρικής καταγωγής λοχαγός της Φρουράς Χριστόφορος Νέζερ. Εκείνη η σημαία έδινε το χαρμόσυνο μήνυμα της ανάστασης της νέας ελληνικής πρωτεύουσας. Μερικοί κανονιοβολισμοί ανήγγειλαν στα πέρατα του κόσμου ότι επαναλαμβάνεται ο εορτασμός του αθηναϊκού Κάστρου, ο οποίος διακόπηκε την τελευταία χρονιά της πολιορκίας του!

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ