Ιστορία

Mέγας Αλέξανδρος: Πολεμούσε πάντα στην πρώτη γραμμή

Επικεφαλής της πιο φοβερής πολεμικής δύναμης του κόσμου, η μορφή του ακόμη και σήμερα προκαλεί το ενδιαφέρον

Oθάνατος του βασιλιά ήταν ακαριαίος όταν ο λευκός χιτώνας του πλημμύρισε με αίμα. Η πανηγυρική ατμόσφαιρα και η χαρά ενός βασιλικού γάμου –του γάμου της θυγατέρας του– μετατράπηκαν γρήγορα σε θρήνο. Ο Παυσανίας, ένας από τους βασιλικούς σωματοφύλακες κινήθηκε εναντίον του και κάρφωσε ένα ξιφίδιο ανάμεσα στα πλευρά του.

Ο δολοφόνος, στην προσπάθειά του να ξεφύγει και να φτάσει στο σημείο που ένα άλογο τον περίμενε, σκόνταψε σε κισσούς και πέθανε από τα τραύματα που προκάλεσαν οι λόγχες των αμείλικτων διωκτών του. Ο Φίλιππος Β΄ πέθανε όπως είχε ζήσει: πλημμυρισμένος στο αίμα και περιστοιχισμένος από συνωμότες. Η κληρονομιά του θα άφηνε τα ματωμένα ίχνη της σε ολόκληρη την κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή.

Στα 23 χρόνια της βασιλείας του (359-336 π.Χ.) στη Μακεδονία, μια ορεινή περιοχή που ταυτίζεται γεωγραφικά με την ομώνυμη περιοχή της βόρειας Ελλάδας, είχε επεκτείνει την κυριαρχία του και σε γειτονικές περιοχές. Σταδιακά είχε μετατραπεί από ηγεμόνας μιας απομακρυσμένης ελληνικής φυλής σε αδιαφιλονίκητο κυρίαρχο του διχασμένου κόσμου των πόλεων-κρατών της νότιας Ελλάδας. Το επίτευγμα αυτό είναι αποτέλεσμα στρατιωτικών συρράξεων, διπλωματικών ελιγμών και επιγαμιών. Στα χρόνια της βασιλείας του, ο Φίλιππος Β΄ κατόρθωσε να αναδιοργανώσει τον μακεδονικό στρατό και να τον μετατρέψει σε μια από τις φοβερότερες πολεμικές δυνάμεις του αρχαίου κόσμου.

Πριν από τη δολοφονία του σχεδίαζε μια πανελλήνια εκστρατεία κατά της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών της Περσίας. Σε ηλικία μόλις 20 ετών, ο Αλέξανδρος Γ΄ της Μακεδονίας –που σύντομα θα έμενε στην ιστορία ως Μέγας– διαδέχθηκε τον Φίλιππο Β΄ και τέθηκε επικεφαλής της θρυλικής στρατιωτικής μηχανής ολοκληρώνοντας τις προετοιμασίες της εκστρατείας στην οποία οδήγησε τους Μακεδόνες με ορμητικότητα και ασυγκράτητο ενθουσιασμό. Από μικρή ηλικία ο Αλέξανδρος προετοιμαζόταν για τα βασιλικά καθήκοντά του.

Σε καμία περίπτωση όμως δεν ήταν ένας κακομαθημένος πρίγκιπας. Με δασκάλους τον αυστηρό Λεωνίδα, ο οποίος απαγόρευε κάθε πολυτέλεια, τον Λυσίμαχο και τον φιλόσοφο Αριστοτέλη, ο Αλέξανδρος ήταν εξοικειωμένος με τα όπλα και την ιππασία, έπαιζε λύρα, γνώριζε σε βάθος ηθική και φιλοσοφία και ήταν δεινός συνομιλητής. Καθημερινά εξασκούνταν στο παγκράτιο, μια αρχαιοελληνική πολεμική τέχνη που περιελάμβανε επικίνδυνες λαβές, γροθιές, λακτίσματα. Ενσάρκωνε το αναγεννησιακό πρότυπο ηγέτη στην αρχαιότητα. Στα 16 του, ως αντιβασιλέας, ενώ ο πατέρας του πολεμούσε μακριά από την πατρίδα, κατέπνιξε με επιτυχία την εξέγερση των Μαίδων, μιας θρακικής φυλής την οποία εγκατέστησε στη συνέχεια σε μια πόλη που ονομάστηκε Αλεξανδρούπολη.

Με την ανάληψη της βασιλείας της Μακεδονίας μετά τη δολοφονία του πατέρα του, ο Αλέξανδρος οδήγησε τους συνασπισμένους Έλληνες στην προγραμματισμένη εκστρατεία κατά της τότε πανίσχυρης περσικής αυτοκρατορίας. Χαρισματικός και συνάμα αδίστακτος, πολέμησε πάντα από την πρώτη γραμμή ιδρύοντας μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τη Λιβύη μέχρι την Ινδία, γεγονός που αποτέλεσε την απαρχή μιας χρυσής εποχής για τον ελληνικό πολιτισμό. 356-323 π.Χ.

Οι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας ενέπνευσαν τον Αλέξανδρο

Όπως τόσοι και τόσοι πολιτισμοί πριν και μετά από αυτούς, οι αρχαίοι Έλληνες αρέσκονταν στις θεωρίες συνωμοσίας. Ανέφεραν πως η δολοφονία του Φιλίππου ήταν μια πράξη εκδίκησης του Παυσανία, του περιφρονημένου εραστή του, αλλά και ότι δύο άτομα ευνοήθηκαν απ’ αυτήν: η Ολυμπιάδα, μητέρα του Αλεξάνδρου και σύζυγος του Φιλίππου, η οποία ωστόσο κινδύνευε να χάσει το κύρος της από μια νεότερη αντίζηλο, αλλά και ο ίδιος ο Αλέξανδρος, ο οποίος εκτέλεσε γρήγορα όλους τους άλλους διεκδικητές του στέμματος και συνέτριψε εξεγέρσεις σε όλη την Ελλάδα.

Η Ολυμπιάδα με τη σειρά της για να εδραιώσει την εξουσία της, διέταξε να καούν ζωντανές η Κλεοπάτρα, η αντίζηλός της, και η κόρη της που ήταν ακόμα βρέφος. Οι ήρωες της ελληνικής μυθολογίας ενέπνευσαν τον Αλέξανδρο. Στο γενεαλογικό του δέντρο υπήρχαν θρυλικές μορφές. Συνεπώς δεν ήταν δύσκολο να πειστεί για το δικό του ξεχωριστό πεπρωμένο. Συγκεκριμένα, η γενιά του Φιλίππου καταγόταν από τον Ηρακλή, τον γιο του Δία και χαλκέντερο ημίθεο, ξακουστό για τους Δώδεκα Άθλους του.

Η αντίστοιχη της Ολυμπιάδας είχε ως πρόγονό της τον Αχιλλέα, τον σχεδόν άτρωτο πρωταγωνιστή του φημισμένου Τρωικού Πολέμου. Οιωνοί και σημάδια προδίκαζαν κάθε απόφαση, αλλά όσο κι αν αυτός ο φιλόδοξος νέος βασιλιάς έδινε την εντύπωση ότι ήταν σκλάβος του πεπρωμένου, καθώς έψαχνε νόημα στο πέταγμα των πουλιών και συμβουλευόταν τους μάντεις σε κάθε ευκαιρία, κατηύθυνε ουσιαστικά ο ίδιος τη μοίρα του.

Δημιούργησε συνειδητά τον θρύλο που θα τοποθετούσε τα κατορθώματά του πολύ ψηλότερα από εκείνα του πατέρα του. Σε λιγότερο από μια δεκαετία διέλυσε κυριολεκτικά το πάλαι ποτέ κραταιό περσικό κράτος και επέκτεινε τα σύνορα της επικράτειάς του από τη Λιβύη μέχρι την Ινδία δημιουργώντας μια πανίσχυρη αυτοκρατορία. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εκστρατεία κατά των Περσών ξεκίνησε με μια πράξη συμβολικού χαρακτήρα.

Ο Αλέξανδρος πράγματι συνέχισε αποκεί που είχε σταματήσει ο Φίλιππος Β΄. Στις αρχές του 334 π.Χ. διέσχισε τα Δαρδανέλλια, τον στενό πορθμό που συνέδεε τη Μαύρη Θάλασσα με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη με τη Μικρά Ασία, με 47.000 στρατιώτες και μισθοφόρους από ολόκληρη τη Μακεδονία και τα ελληνικά βασίλεια. Μόλις αποβιβάστηκε από το πολεμικό πλοίο του με όλο τον επίσημο οπλισμό του, το πλουμιστό του κράνος και τον χρυσό του θώρακα, ο μελλοντικός αυτοκράτορας πέταξε το δόρυ του που καρφώθηκε στο ανυπεράσπιστο έδαφος της Μικράς Ασίας.

Με την κίνησή του αυτή δήλωνε την απαρχή μιας εκστρατείας που θα οδηγούσε στην κατάκτηση περίπου 200.000 τετραγωνικών μιλίων γης και στον θάνατο χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές. Η ακτογραμμή της Μικράς Ασίας που σήμερα ανήκει στην Τουρκία ήταν τότε διάσπαρτη από ελληνικές πόλεις που βρίσκονταν υπό την εξουσία των Περσών.

Μια απ’ αυτές, η Τροία, είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Αλέξανδρο, καθώς στον πόλεμο που έγινε εκεί ο πρόγονός του, ο Αχιλλέας, έχασε τη ζωή του. Αντίγραφο της ομηρικής Ιλιάδας, δώρο του Αριστοτέλη, είχε πάντοτε μαζί του ο Αλέξανδρος το οποίο διάβαζε καθημερινά. Αφού πραγματοποίησε θυσίες στον τάφο του Αχιλλέα και στη συνέχεια επισκέφθηκε έναν κοντινό ναό της Αθηνάς, της θεάς της σοφίας, του παρουσίασαν τα όπλα του προγόνου του. Εκεί, πήρε μια ασπίδα και την έκανε δική του. Ο Αλέξανδρος όμως δεν ήταν ικανοποιημένος μόνο και μόνο επειδή μοιραζόταν την υποτιθέμενη συγγένεια του με τον Αχιλλέα. Με την επίσκεψή του στην Τροία δήλωνε πως προσδοκούσε να φανεί αντάξιος ενός από τους μεγαλύτερους ήρωες της αρχαίας Ελλάδας και να πάρει τη θέση του.

Η θυσία και η απόδοση τιμών στον Αχιλλέα ήταν άραγε μια συμβολική κίνηση εμψύχωσης του στρατού ή αποτελούσε μια δική του βαθύτερη επιθυμία; Ο απίστευτος ρεαλισμός και η ρομαντική φιλοδοξία του επιβεβαιώνουν και τις δύο ερμηνείες. Τα συστατικά αυτά αποτέλεσαν έναν συνδυασμό τόσο απρόβλεπτα ικανό και αποτελεσματικό, που τον κατέστησαν ως έναν από τους επιφανέστερους στρατηλάτες στο πεδίο της μάχης.

Η μάχη στον Γρανικό ποταμό

Ο Αλέξανδρος αντιμετώπισε για πρώτη φορά τους Πέρσες το 334 π.Χ. στον Γρανικό ποταμό, λίγα χιλιόμετρα μακριά από την αγαπημένη του Τροία. Η νίκη του οφείλεται στην πολεμική τακτική που ακολούθησε. Συγκεκριμένα, πολεμώντας στην πρώτη γραμμή, παρέσυρε με μια παραπλανητική ορμητική κίνηση τις ισχυρότερες περσικές μονάδες και τους σκληροτράχηλους έλληνες μισθοφόρους τους, που απλώθηκαν αποδυναμώνοντας τις τάξεις τους. Η κίνηση αυτή έδωσε τη δυνατότητα στο ιππικό του Αλεξάνδρου να σφυροκοπήσει τις διασκορπισμένες γραμμές τους και να πετύχει ξεκάθαρη νίκη.

Μετά τον Γρανικό, οι έλληνες υποτελείς στη Μικρά Ασία τον υποδέχτηκαν ως απελευθερωτή ενώ ο ίδιος προσπάθησε να πάρει με το μέρος του και τον ντόπιο πληθυσμό. Διακηρύσσοντας την κατάργηση της τυραννίας απομάκρυνε τους τυράννους που κυβερνούσαν τις πόλεις με τη στήριξη των Περσών. Στη συνέχεια διόρισε τοπικούς άρχοντες στους οποίους παραχώρησε σχετική ανεξαρτησία, αποτέλεσμα της εφαρμογής ενός νέου συγκεντρωτικού φορολογικού συστήματος που έκανε σαφές πως η αυτονομία τους εξαρτιόταν από τη φιλευσπλαχνία του. Καθώς η Περσία είχε τον έλεγχο των αχανών εκτάσεων της Μικράς Ασίας αλλά και πανίσχυρο στόλο, ο Αλέξανδρος επέλεξε να σκορπίσει τα πλοία του παρά να διεξάγει μια ναυμαχία που δεν μπορούσε να κερδίσει.

Έτσι συνέχισε την προέλασή του νοτιότερα, με προορισμό τον μεγαλύτερο ναύσταθμο του εχθρού, την Αλικαρνασσό, την οποία πολιόρκησε από την ξηρά, μέχρι οι Πέρσες να εγκαταλείψουν την πόλη. Το 333 π.Χ. κατευθύνθηκε προς την Καππαδοκία την οποία διέσχισε χωρίς να συναντήσει αντίσταση λόγω της ανικανότητας των τοπικών κυβερνητών της. Ο Δαρείος Γ΄, ο Κοδομανός, μη ανεχόμενος αυτή την ξεκάθαρη αμφισβήτηση της εξουσίας του συγκέντρωσε στρατό διπλάσιο σε μέγεθος απ’ αυτόν του Αλεξάνδρου.

Η μάχη που ακολούθησε έγινε κοντά στην Ισσό. Η ενδεχόμενη νίκη του Δαρείου θα του παρείχε τη δυνατότητα να ενωθεί με το πανίσχυρο ναυτικό του. Σ’ αυτή την περίπτωση, ολόκληρη η εκστρατεία του Αλεξάνδρου που βασιζόταν στις επισφαλείς νίκες του κατά μήκος των μικρασιατικών ακτών θα κατέληγε σε αποτυχία. Τα όνειρα διάδοσης του ελληνισμού στην ανατολή θα γίνονταν σκόνη και το αίμα των πεσόντων στρατιωτών θα χυνόταν άσκοπα.

Στην Ισσό, όπως και σ’ όλες τις μάχες που συμμετείχε, ο Αλέξανδρος διέσχιζε καβάλα στο άλογό του τις γραμμές των συγκεντρωμένων ανδρών του στρατού απευθυνόμενος σε κάθε τμήμα του ξεχωριστά και χρησιμοποιώντας κάθε μέσο πειθούς για να τους ανυψώσει το ηθικό. Ξεσήκωσε τους Ιλλυριούς και τους Θράκες περιγράφοντας τα πλούτη και τους θησαυρούς του εχθρού. Στα ελληνικά τμήματα έκανε λόγο για τους πολέμους του παρελθόντος υποδαυλίζοντας το θανάσιμο μίσος που έτρεφαν για τους Πέρσες. Υπενθύμισε στους Μακεδόνες τις κατακτήσεις τους στην Ευρώπη και την επιθυμία τους να υποτάξουν την Ασία. Καυχήθηκε ότι κανένας άλλος στρατός στον κόσμο δεν μπορούσε να συγκριθεί μαζί τους και τους διαβεβαίωσε ότι η μάχη αυτή θα έβαζε τέλος στους κόπους και θα είχε αίσιο αποτέλεσμα.

Έντρομος ο Δαρείος τράπηκε σε φυγή από το πεδίο της μάχης όταν είδε τον Αλέξανδρο και τον στρατό του να βρίσκονται μια ανάσα από το σημείο όπου βρισκόταν. Η επίθεση των δυνάμεων του Αλεξάνδρου με τον ίδιο επικεφαλής κατόρθωσε να διασπάσει τις γραμμές των Περσών σαν δρεπάνι, να συντρίψει κατά μέτωπο τις περσικές πτέρυγες και, στη συνέχεια, να χιμήξει στην οπισθοφυλακή τους. Με τον βασιλιά τους μακριά από το πεδίο της μάχης, οι Πέρσες υποχρεώθηκαν σε μια χαοτική και ταπεινωτική υποχώρηση. Οι μόνες ναυτικές βάσεις των Περσών στη Μεσόγειο είχαν απομείνει το λιμάνι της Τύρου, στον σημερινό Λίβανο, και ο οχυρός λόφος της Γάζας στη σύγχρονη Παλαιστίνη που κυριεύθηκαν μετά από πολύμηνες πολιορκίες το 332 π.Χ.

Την ίδια περίοδο οι διάσπαρτες φρουρές των Αχαιμενιδών δυτικά της Βαβυλώνας κατέρρευσαν γρήγορα ή υποχώρησαν μπροστά στην ασυγκράτητη προέλαση του Αλεξάνδρου. Και τότε, εντελώς αναπάντεχα, αντί να στρέψει την προσοχή του προς το εκτεθειμένο κέντρο του εχθρού, κατευθύνθηκε δυτικά με προορισμό την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Εκεί τον υποδέχθηκαν, όπως και στις μικρασιατικές αποικίες, ως σωτήρα. Ο σατράπης της Αιγύπτου μη διαθέτοντας μόνιμο στρατό και με ολόκληρα τμήματα της χώρας στα χέρια επαναστατών, αναγκάστηκε να παραδώσει αμέσως τον έλεγχο.

Οι Πέρσες είχαν δείξει ασέβεια προς τους θεούς τους. Με την άφιξη του Αλεξάνδρου, οι Αιγύπτιοι θέλησαν να επικαλεστούν και ενδεχομένως να εκμεταλλευτούν τη ματαιοδοξία του τοποθετώντας τον νέο κυρίαρχο στο επίκεντρο της χώρας τους. Μπορεί και ο Αλέξανδρος να είχε διαπιστώσει πόσο απατηλή ήταν η περσική εξουσία στην Αίγυπτο και θέλησε να δοκιμάσει μια διαφορετική προσέγγιση. Γιατί πράγματι ήταν ένας από τους μεγαλύτερους στρατηγούς του κόσμου, αλλά ήξερε καλά ότι το ξίφος δεν ήταν ο μόνος τρόπος για την απόκτηση νέων εδαφών.

Η άφιξη στη Αίγυπτο

Ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε το περίφημο μαντείο του Άμμωνα, του αντίστοιχου Δία των Αιγυπτίων, στην όαση της Σίβα όπου έγινε δεκτός στο άδυτο των αδύτων εκείνου του αρχαίου ναού. Το προνόμιο αυτό συνήθως επιφυλασσόταν αποκλειστικά στους χειροτονημένους ιερείς του θεού, ενώ η συνοδεία του αναγκάστηκε να περιμένει στο προαύλιο του ναού. Οι λεπτομέρειες όσων διαμείφθηκαν ανάμεσα στον Αλέξανδρο και τον Μάντη παραμένουν μυστήριο, αλλά το περιεχόμενό τους ήταν ξεκάθαρο. Ο Αλέξανδρος αποδείχθηκε πως ήταν κάτι παραπάνω από ένας ήρωας. Ούτε ο μύθος του αναγεννημένου Αχιλλέα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τη φιλοδοξία του και γι’ αυτό αυτοαναγορεύτηκε σε γιο του Δία. Η λατρεία του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Αίγυπτο και του αποδίδονταν οι ίδιες τιμές που απέδιδαν στους Φαραώ.

Οι συμπατριώτες του Αλεξάνδρου δεν είδαν με καλό μάτι αυτή την εξέλιξη. «[Ο Αλέξανδρος] αντιμετώπιζε με αλαζονεία την απόδοση θεϊκών τιμών στο πρόσωπό του από τους βάρβαρους» αναφέρει ο Πλούταρχος «δίνοντάς τους την εντύπωση πως είχε πειστεί για τη θεϊκή καταγωγή του. Απέναντι στους Έλληνες ωστόσο δεν υπερέβαινε τα όρια ανοχής και σπανίως έκανε λόγο για τη θεϊκή του φύση».

Ο Αλέξανδρος είχε μεγαλώσει ακούγοντας από τη μητέρα του τους μύθους για τους αιγύπτιους θεούς, ενώ υπήρχαν Έλληνες, όπως ο Πυθαγόρας, που είχαν επισκεφτεί την Αίγυπτο για να μελετήσουν τον πολιτισμό της. Καθώς στάθηκε ανάμεσα στις μεγάλες πυραμίδες και τους ναούς, ο 25χρονος Αλέξανδρος έβλεπε ολόγυρά του τα ίχνη ενός αρχαίου πολιτισμού που έπρεπε να αντιμετωπιστεί με μεγάλο σεβασμό και παράλληλα βλέποντας τα κατορθώματα θεοποιημένων βασιλιάδων του μακρινού παρελθόντος ένιωθε την πρόκληση να τους ξεπεράσει.

Το αποτέλεσμα ήταν η πόλη της Αλεξάνδρειας, η οποία σχεδιάστηκε από τον ίδιο με κάθε λεπτομέρεια, από τους φαρδιούς δρόμους και τους μεγάλους ναούς μέχρι την άμυνα και τις υδραυλικές εγκαταστάσεις. Η οικοδόμηση άρχισε το 331 π.Χ. και παραμένει μέχρι και σήμερα η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη και το μεγαλύτερο λιμάνι της Αιγύπτου. Αποτέλεσε τον συνεκτικό κρίκο μεταξύ του νέου κόσμου που δημιούργησε η εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του ένδοξου παρελθόντος της χώρας, τόσο μέσω του εμπορίου σε ολόκληρη τη Μεσόγειο όσο και μέσω του πολιτισμού.

Η Αλεξάνδρεια συνιστά το σημείο συνάντησης δύο μεγάλων πολιτισμών. Εκεί η ελληνική και αιγυπτιακή θρησκεία αναμείχθηκαν, ενώ η ιατρική, οι τέχνες, τα μαθηματικά, η φιλοσοφία και η φιλολογία αναπτύχθηκαν στον μέγιστο βαθμό. Η πόλη αντικατοπτρίζει τις καλύτερες πλευρές της φύσης του Αλεξάνδρου, την επιθυμία του για γνώση και μάθηση. Το μέλλον ωστόσο έμελλε να αναδείξει και τις σκοτεινότερες πτυχές του χαρακτήρα του. Σαν άγγελος εκδικητής, ο Αλέξανδρος άφησε κατά μέρος την εκστρατεία «απελευθέρωσης» των καταπιεσμένων υπηκόων της Αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών και κατευθύνθηκε προς τις μακρινές ανατολικές επαρχίες της. Την περίοδο αυτή, άρχισε να αναδύεται με μεγαλύτερη συχνότητα η όχι και τόσο ηρωική πλευρά του χαρακτήρα του που διακρίνεται από αλαζονεία, βαναυσότητα και από μια εμμονική προσήλωση στον στόχο της εκδίκησης και της ουσιαστικής νομιμοποίησης των κατακτήσεών του.

Το τέλος της Περσικής Αυτοκρατορίας

Αν η εκστρατεία του είχε στεφτεί από αποτυχία, η ιστορία θα την κατέγραφε ως μια πράξη τρέλας ενός τυράννου και όχι ως τον θρίαμβο ενός κατακτητή-βασιλιά. Το 331 π.Χ. ο Αλέξανδρος με μια ορμητική επίθεση που διέσπασε τις γραμμές των Περσών νίκησε στα Γαυγάμηλα τις δυνάμεις του Δαρείου και κατέλαβε τη Βαβυλώνα. Οι σατράπες μετά τη μάχη παραδόθηκαν αμέσως. Ενώ η εξουσία του κατέρρεε, ο Δαρείος καταδιωκόμενος από τον Αλέξανδρο δολοφονήθηκε από τον Βήσσο, έναν από τους στρατηγούς του το 330 π.Χ. Εγκαταλείφθηκε μισοπεθαμένος μέσα στην άμαξά του στην άκρη του δρόμου όπου τον βρήκαν οι ανιχνευτές του Αλεξάνδρου. Οι τελευταίοι από οίκτο και σεβασμό απέναντι στον ετοιμοθάνατο βασιλιά που είχαν καταδιώξει μέσα από βουνά και ερήμους τού πρόσφεραν νερό και τον είδαν να αφήνει την τελευταία του πνοή πριν καταφτάσει στο σημείο ο Αλέξανδρος. Ο Βήσσος αυτοαναγορεύτηκε βασιλιάς των Περσών με το όνομα Αρταξέρξης Ε', αλλά στην πραγματικότητα στα αιματοβαμμένα χέρια του σφετεριστή παρέμεναν μόνο ελάχιστες παραμεθόριες σατραπείες. Η πάλαι ποτέ ένδοξη περσική αυτοκρατορία, που για 220 χρόνια ήταν η μεγαλύτερη του αρχαίου κόσμου, αργοπέθαινε προδομένη και ταπεινωμένη στην άκρη του δρόμου, όπως ο τελευταίος νόμιμος βασιλιάς της.

Μετά τη νίκη του στις Περσίδες Πύλες, ο Αλέξανδρος κατέλαβε την Περσέπολη. Εκεί, κατά τη διάρκεια του συμποσίου που ακολούθησε, υπό την επήρεια του κρασιού ο Αλέξανδρος σε μια επίδειξη δύναμης πυρπόλησε συθέμελα το επιβλητικό ανάκτορο, ως εκδίκηση, όπως αναφέρεται, της καταστροφής της Αθήνας το 480 π.Χ. Ήταν ο ίδιος που άναψε τη φωτιά στο οικοδόμημα, που εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την πόλη. Πολλοί κάτοικοι εκτελέστηκαν και πολλές γυναίκες αναγκάστηκαν να παντρευτούν στρατιώτες του.

Η ζωροαστρική προφητεία που έκανε λόγο για «αναμαλλιασμένους δαίμονες από τη φυλή της οργής» που θα κατέστρεφαν την πόλη, τώρα επιβεβαιωνόταν. Ο Αλέξανδρος, νόμιμος πλέον διάδοχος του Δαρείου, καταδίωξε με μανία και πείσμα τον σφετεριστή Βήσσο μέχρι το σημερινό Αφγανιστάν. Διασχίζοντας ερήμους με ελάχιστα εφόδια, φρόντιζε προσωπικά την περισυλλογή των ανδρών που κατέρρεαν από τις κακουχίες ανυψώνοντας παράλληλα το ηθικό τους. Υπήρξε ένας χαρισματικός ηγέτης ακόμα και στις δύσκολες στιγμές των αιματηρών εκστρατειών του, καθώς διέθετε το χάρισμα να εμπνέει τους αποκαμωμένους στρατιώτες του. Τελικά, οι υποστηρικτές του Βήσσου κατέρρευσαν. Όντας αδύναμοι να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη, εφάρμοσαν ακόμα και την τακτική της καμένης γης βάζοντας φωτιά στις σοδειές και στις αποθήκες ως μια ύστατη προσπάθεια να επιβραδυνθεί η ανελέητη καταδίωξη του Αλεξάνδρου.

Όπως αρμόζει σ’ έναν σφετεριστή, ήταν οι ίδιοι οι σύμμαχοί του που τον παρέδωσαν στις δυνάμεις του Αλέξανδρου. Ο Βήσσος γυμνώθηκε και μαστιγώθηκε και στάλθηκε στα Εκβάτανα όπου, αφού ακρωτηριάσθηκε, εκτελέσθηκε σε μεγάλη δημόσια τελετή από τον Οξυάρτη, αδελφό του Δαρείου που βρισκόταν στη μακεδονική αυλή, σύμμαχος του Αλεξάνδρου. Αυτή ήταν η προβλεπόμενη ποινή για όποιον σφετεριζόταν τον θρόνο των Αχαιμενιδών. Η αποφασιστικότητα που διακρίνει τον Αλέξανδρο καθ’ όλη τη διάρκεια της εκστρατείας κηλιδώνεται συχνά από τη βιαιότητα των αντιποίνων που διατάζει. Αυτό συμβαίνει συστηματικότερα όσο η πορεία του στρατού κατευθύνεται ανατολικότερα.

Ήδη το 334 π.Χ., παρά την πρόθεση συνθηκολόγησης των ελλήνων μισθοφόρων που πολέμησαν στο πλευρό των Περσών στη μάχη του Γρανικού, προχωρά στην εξόντωσή τους. Διατάζει τη μεταφορά των 2.000 επιζήσαντων, από τους 20.000 που αποτελούσαν το σώμα, στην Ελλάδα ως δούλων που προορίζονταν για καταναγκαστικά έργα, επειδή καταπάτησαν όσα αποφάσισε η πλειοψηφία των Ελλήνων στην Κόρινθο. Το 332 π.Χ διέταξε στην Τύρο την πρώτη από τις πολλές αποκρουστικές σφαγές.

Όταν οι κάτοικοι αρνήθηκαν να παραδοθούν πιστεύοντας ότι το οχυρωμένο νησί τους ήταν απόρθητο, ο Αλέξανδρος άρχισε την πολιορκία, απέκλεισε το λιμάνι από το περσικό ναυτικό και μέσα σε επτά μήνες κατασκεύασε έναν υπερυψωμένο δρόμο από την ηπειρωτική χώρα προς την πόλη. Το απίστευτο αυτό κατόρθωμα της μηχανικής επέτρεψε στους καταπέλτες του να βρεθούν σε ακτίνα βολής από την πόλη. Σύντομα ο Αλέξανδρος άλωσε την πόλη και η τιμωρία των κατοίκων ήταν αμείλικτη. Από τους 40.000 κατοίκους της Τύρου, 2.000 σταυρώθηκαν στην ακτή, 4.000 σκοτώθηκαν στη μάχη, μερικοί πήραν χάρη, και πάνω από 30.000 πουλήθηκαν σαν σκλάβοι. Τα επιτεύγματα της μηχανικής επαναλήφθηκαν στη βόρεια Ινδία, στη μάχη της Αόρνου Πέτρας το 327 π.Χ.

Εκεί κατασκευάσθηκε μέσα σε επτά ημέρες μια ξύλινη γέφυρα που επέτρεψε στον Αλέξανδρο και τον στρατό του τη διάβαση του Ινδού ποταμού. Διέταξε τον σφαγιασμό της φυλής των Ασσακηνών που είχαν προβάλει σθεναρή αντίσταση. Επίσης, το 329 π.Χ. ενώ καταδίωκε τον Βήσσο, βρέθηκε σε μια μικρή πόλη στις όχθες του ποταμού Ώξου. Οι κάτοικοί της ήταν οι απόγονοι των Βραγχιδών, του γένους των ιερέων του ναού του Απόλλωνα στα Δίδυμα της Μιλήτου που είχαν παραδώσει την πόλη στους Πέρσες κατά την Ιωνική επανάσταση το 494 μ.Χ. Ο Αλέξανδρος διέταξε τους πεζέταιρους να κατασφάξουν τον πληθυσμό της πόλης ως δίκαια τιμωρία της προδοσίας των προγόνων τους. Όπως το αίμα αφήνει μόνιμο το σημάδι του πάνω σε ένα ύφασμα, με τον ίδιο τρόπο το χρονικό των εκστρατειών του Μεγάλου Αλεξάνδρου κηλιδώνεται από μαρτυρίες αιματηρών σφαγών, βίαιων εξανδραποδισμών και συνεχών λεηλασιών.

Φαίνεται ότι, όσο απομακρυνόταν από την πατρίδα του, η φύση των κατορθωμάτων του γινόταν όλο και πιο σκοτεινή. Ισχύει ωστόσο πως πολλές απ’ αυτές τις μαρτυρίες διογκώνουν γεγονότα ή πολλά απ’ αυτά αποτελούν μυθιστορηματικές αφηγήσεις των οποίων οι ρίζες θα πρέπει να αναζητηθούν στη μεροληπτική φαντασία κάποιων από τους ιστοριογράφους του Αλεξάνδρου. Κι ενώ η ανταμοιβή από τις κατακτήσεις –λάφυρα, σύζυγοι, πλούτη και δόξα– ήταν μεγάλη, οι συμπολεμιστές του είχαν αρχίσει να εξαντλούνται, όχι μόνο από αυτόν τον ατέλειωτο πόλεμο που τους απομάκρυνε συνεχώς από την πατρίδα, αλλά και από την όλο και μεγαλύτερη υπεροψία που επιδείκνυε.

Ο Αλέξανδρος πλέον ντυνόταν με περσικούς μανδύες, εκπαίδευε Πέρσες για τον στρατό και απαιτούσε από τους αυλικούς να τον προσκυνούν πέφτοντας στο έδαφος όπως έκαναν οι υποτελείς μπροστά στον Πέρση βασιλέα. Η απαίτησή του να τον λατρεύουν σαν θεό εξόργισε τους στρατιώτες του. Έτσι, σε ένα συμπόσιο όπου το κρασί έρεε άφθονο το 328 π.Χ. κοντά στη σημερινή Σαμαρκάνδη, αυτή η δυσαρέσκεια εκφράστηκε ανοιχτά. Ο Κλείτος ο Μέλας, ένας μακεδόνας στρατηγός που είχε υπηρετήσει υπό τον Φίλιππο Β΄ και είχε σώσει τη ζωή του Αλεξάνδρου στον Γρανικό, αποφάσισε ότι είχε φτάσει πλέον ο κόμπος στο χτένι. Κάποια στιγμή σηκώθηκε απότομα όρθιος, στράφηκε στον Αλέξανδρο και του είπε ότι δεν θα ήταν τίποτα χωρίς τα κατορθώματα του Φιλίππου και ότι όλα όσα κατείχε τώρα τα όφειλε στο αίμα και τις θυσίες των Μακεδόνων.

Ο Αλέξανδρος εξοργίστηκε και φώναξε τους φρουρούς του ζητώντας αμέσως ένα εγχειρίδιο ή ένα δόρυ. Οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι ανήσυχοι άρχισαν να απομακρύνουν τον Κλείτο από τον χώρο του συμποσίου και παράλληλα προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τον βασιλιά. Ο Κλείτος όμως δεν σταμάτησε να επαναλαμβάνει τα όσα έλεγε, ώσπου ο Αλέξανδρος άρπαξε τελικά ένα ακόντιο και το εκσφενδόνισε βρίσκοντας στην καρδιά τον βετεράνο στρατηγό του. Ο βασιλιάς μετάνιωσε αμέσως για την πράξη του και τις επόμενες ημέρες έμεινε νηστικός στη σκηνή του θέλοντας με τη σειρά του να πεθάνει. Χρειάστηκαν οι επίμονες ικεσίες του στρατεύματός του για να τον μεταπείσουν. O Κλείτος ήταν από τους πρώτους που αμφισβήτησαν τον βασιλιά αλλά όχι και ο τελευταίος.

Η συνωμοσία των «βασιλικών παίδων»

Το 327 π.Χ. αποκαλύφθηκε η συνωμοσία των «βασιλικών παίδων» που αποτελούσαν μέλη της ακολουθίας του και οι ένοχοι καταδικάστηκαν σε λιθοβολισμό μέχρι θανάτου. Εμπλοκή στη συγκεκριμένη συνωμοσία είχε και ο Καλλισθένης, ανιψιός του Αριστοτέλη, του δάσκαλου του Αλεξάνδρου, και επίσημος ιστορικός της εκστρατείας του Αλεξάνδρου. Μετά την υιοθέτηση των περσικών συνηθειών από τον Αλέξανδρο, ο Καλλισθένης είχε αρχίσει να κατακρίνει ολοένα και περισσότερο τις αυταπάτες του μεγαλείου του παραθέτοντας έναν στίχο από την αγαπημένη του Ιλιάδα: «Ο Πάτροκλος ήταν πολύ καλύτερος από σένα αλλά και πάλι δεν γλίτωσε τον θάνατο». Με άλλα λόγια υπονοούσε πως δεν ήταν θεός και θα πέθαινε όπως όλοι. Το γεγονός πως ο Καλλισθένης ήταν υπεύθυνος για την εκπαίδευση των «βασιλικών παίδων» οδήγησε τον Αλέξανδρο στο να διατάξει τη θανάτωσή του. Ήταν η αρχή του τέλους.

Οι αντιδράσεις των ανδρών του απέναντι σε αυτή την υπέρμετρη αλαζονεία ήταν αυτές που θα τερμάτιζαν τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Με ακλόνητη την πεποίθηση ότι βρίσκονταν πλέον στις εσχατιές του κόσμου και ότι τελικά θα αντίκριζαν τη μεγάλη θάλασσα που οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι περιέβαλλε την ήπειρό τους και από όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην πατρίδα, ο Αλέξανδρος πίεσε τους στρατιώτες του που βρίσκονταν στα πρόθυρα της ανταρσίας να επιτεθούν στην Ινδία.

Η επίθεση στην Ινδία

Προχώρησαν διασχίζοντας τις διαδοχικές κοιλάδες νέων εδαφών και δίνοντας μάχες. Το τίμημα μιας νίκης ωστόσο εναντίον 200 πολεμικών ελεφάντων που είχε παρατάξει ο βασιλιάς Πώρος στις όχθες του Ινδού ποταμού υπήρξε μεγάλο. Καθώς ήταν εξουθενωμένοι και με το ηθικό τους τσακισμένο έπειτα από 22.000 χιλιόμετρα και οκτώ χρόνια, έφτασε η περίοδος των μουσώνων. Σύμφωνα μάλιστα με τις φήμες που έφταναν στο στρατόπεδο, η Ινδία ήταν μεγαλύτερη από όσο πίστευαν και υπήρχαν στρατοί μεγαλύτεροι απ’ αυτόν του Πώρου. Οι στρατηγοί του Αλεξάνδρου που γνώριζαν την τύχη των επικριτών του βασιλιά, τον προσέγγισαν με επιφύλαξη κάνοντας έκκληση στην ευγενική του καταγωγή.

Ο Κοίνος –ένας από τους πιο έμπιστους διοικητές του Αλεξάνδρου– τον ικέτευσε να τους αφήσει να επιστρέψουν στην πατρίδα και στις οικογένειές τους, μιλώντας με εξαιρετική ευγλωττία: «Έχουμε γνωρίσει τόσες εντυπωσιακές επιτυχίες, δεν είναι όμως η στιγμή για να βάλουμε κάποιο όριο; Σίγουρα κι εσύ ο ίδιος μπορείς να διαπιστώσεις πόσο λίγοι έχουμε απομείνει από το αρχικό στράτευμα που ξεκίνησε αυτό το εγχείρημα… Μεγαλειότατε, το γνώρισμα ενός μεγάλου άνδρα είναι να ξέρει πότε πρέπει να σταματήσει». Ο πολεμιστής βασιλιάς συμφώνησε απρόθυμα. Αφού έχτισαν έναν ναό αφιερωμένο στον Διόνυσο στην όχθη του ποταμού και άφησαν την επιγραφή «Εδώ σταμάτησε ο Αλέξανδρος», κατασκεύασαν στόλο από φορτηγά πλοία και ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα.

Η κατάκτηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου άρχισε με οδηγό του την Ιλιάδα –μια ιστορία θριάμβου και κατάκτησης– και τελείωσε με την Οδύσσεια – ένα απελπισμένο ταξίδι νόστου. Θα ακολουθούσαν κι άλλες μάχες, τραγωδίες και θρίαμβοι και πολλοί δεν θα ξανάβλεπαν την πατρίδα λόγω των παρατεταμένων μαχών με τα ινδικά βασίλεια που διέσχιζαν ακολουθώντας τον Ινδό ποταμό προς την Αραβική Θάλασσα, από όπου θα μπορούσαν να σαλπάρουν για τη νότια ακτή της Περσίας.

Σε μια μάχη στις αρχές του 325 π.Χ. εναντίον του λαού των Μαλλών, ο Αλέξανδρος κόντεψε να χάσει τη ζωή του όταν μια πολιορκητική σκάλα κατέρρευσε πίσω του, αφήνοντάς τον να στέκεται μόνος πάνω στις επάλξεις του εχθρού και πανικοβάλλοντας τη σωματοφυλακή του από κάτω. Ακόμα και με τα όνειρά του για διαρκείς κατακτήσεις να σβήνουν σαν υπαίθριες φωτιές πριν από τη μάχη, ο Αλέξανδρος πολέμησε λυσσαλέα μέχρις ότου ένα βέλος τον τρύπησε στον πνεύμονα.

Οι στρατιώτες του παρέμεναν αφοσιωμένοι στον μονάρχη τους, παρά τα όσα είχαν υποστεί εξαιτίας του. Πίστεψαν ότι ήταν νεκρός και όρμησαν στην πόλη για να εκδικηθούν λεηλατώντας, πυρπολώντας και σφάζοντας τους κατοίκους. Ο Αλέξανδρος χρειάστηκε να περάσει με πλοίο μπροστά από τους στρατιώτες του που είχαν παραταχθεί στην όχθη, για να πειστούν ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Αφού άφησε μια δύναμη να εξερευνήσει τον Περσικό Κόλπο, ο Αλέξανδρος με τα υπολείμματα του στρατού του διέσχισε τη σημερινή ιρανική επαρχία του Βελουχιστάν – μια αραιοκατοικημένη περιοχή γεμάτη ερήμους και ξεροβούνια.

Οι άνδρες του πέθαναν κατά εκατοντάδες λαχταρώντας λίγο νερό και σκοντάφτοντας με τα κουρελιασμένα σανδάλια τους στην καυτή άμμο, τυφλωμένοι από τον εκθαμβωτικό ήλιο. Το 324 π.Χ. είχαν φτάσει στην περσική πόλη Σούσα. Οι δοκιμασίες του ωστόσο συνεχίστηκαν. Το ίδιο έτος πέθανε ο Ηφαιστίωνας, ο παιδικός του φίλος και αφοσιωμένος στρατηγός, ενώ τον Αύγουστο οι Μακεδόνες στον στρατό του στασίασαν. Τους Μακεδόνες κατάφερε να τους κατευνάσει, αλλά η οδύνη που αισθανόταν για την απώλεια «του φίλου που εκτιμώ όσο την ίδια μου τη ζωή», όπως ανέφερε, δεν ήταν εύκολο να επουλωθεί.

Το τέλος του στρατηλάτη

Ο Αλέξανδρος υπέκυψε μετά από υψηλό πυρετό το 323 π.Χ. Ενώ ήταν ακόμη ετοιμοθάνατος, συνέχισε να σχεδιάζει εκστρατείες στη χερσόνησο της Αραβίας και στη δύση κατά της Καρχηδόνας και της Ρώμης. «Ποιος θα μας καθοδηγήσει τώρα;» ψιθύρισαν στον ετοιμοθάνατο βασιλιά οι στρατηγοί του.«Τω κρατίστω» απάντησε και άφησε την τελευταία του πνοή. Λίγα χρόνια αργότερα η μεγάλη αυτοκρατορία που δημιούργησε κατακερματίστηκε από τους στρατηγούς του. Η ευφυΐα του στο πεδίο των μαχών, η χαρισματική του ηγεσία, η δυναμική του προσωπικότητα και η παροιμιώδης αποφασιστικότητα καθιστούσαν τον Αλέξανδρο ανώτερο από τον περίγυρό του. Ενδεχομένως, η δεδομένη αυτή ανωτερότητα τον έκανε να αισθάνεται ότι ήταν ξεχωριστός, αναντικατάστατος και ασύγκριτος. Δεν γνώρισε ποτέ την ήττα στα πεδία των μαχών όχι μόνο λόγω των στρατηγικών ικανοτήτων του, αλλά κυρίως γιατί πολεμώντας πάντα στην πρώτη γραμμή ήταν προετοιμασμένος να πληρώσει ο ίδιος πρώτα απ’ όλους το τίμημα των αποφάσεων που είχε λάβει.

Οι μύθοι για τους θεούς των αρχαίων Ελλήνων είναι διαχρονικοί, καθώς δεν αποτυπώνουν μόνο ένα ιδεώδες ηρωισμού και μεγαλείου αλλά τους εμφανίζουν να έχουν αδυναμίες και πάθη που χαρακτηρίζουν και τους απλούς ανθρώπους. Το χαρακτηριστικό αυτό ορίζεται με τον όρο ανθρωπομορφισμός. Κατ’ αναλογία, ένας θνητός, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, που τα επιτεύγματα της ζωής του αγγίζουν τα όρια του μύθου, έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με τους θεούς της αρχαίας Ελλάδας.

Εκρήξεις βίας, στιγμές ματαιοδοξίας, κυνισμού και αντιδράσεις μετά από έντονη συναισθηματική φόρτιση υπερκαλύπτονται και κατά κάποιο τρόπο υποβαθμίζονται από την ικανότητά του να δημιουργεί απίστευτα επιτεύγματα στηριζόμενος στην ευφυΐα, στη γενναιοδωρία, στη χαρισματική προσωπικότητα, στην ανδρεία και στην αποφασιστικότητά του. Η προσωπικότητά του αποτέλεσε πρότυπο για πολλούς μεταγενέστερους αυτοκράτορες και ηγέτες.

Οι τακτικές που ακολούθησε στα πεδία των μαχών αποτελούν αντικείμενο μελέτης μέχρι σήμερα. Οι κάτοικοι των περιοχών που κατέκτησε διηγούνται ακόμη και σήμερα ιστορίες με πρωταγωνιστή τον Μέγα Αλέξανδρο και κάποιοι υπερηφανεύονται ότι είναι απόγονοι των στρατιωτών του. Η προσωπικότητά του με τις αρνητικές και τις θετικές πτυχές της εμπεριέχει κάτι το μυθικό, το άπιαστο, κάτι που προκαλεί έντονες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

από το περιοδικό All About History

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ