Νέα αντιπαράθεση για την ακρίβεια προκάλεσε ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στην εκπομπή του Action24, όταν υποστήριξε πως «για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε» χρήματα.
Η συγκεκριμένη τοποθέτηση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούν ότι απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά στα σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς και στις υποχρεώσεις τους.
Απέναντί του, η δημοσιογράφος Αλεξάνδρα Καϋμένου επιχείρησε να αναδείξει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μισθωτοί και συνταξιούχοι, οι οποίοι, παρά το γεγονός ότι εργάζονται ή λαμβάνουν σύνταξη, συχνά αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του μήνα.
Ο υπουργός, ωστόσο, εμφανίστηκε να απορρίπτει τις επισημάνσεις της, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Δεν πιστεύω τίποτα από όλα αυτά».
Η καθημερινότητα των πολιτών απέναντι στους κυβερνητικούς ισχυρισμούς
Η δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία πολλά νοικοκυριά προσπαθούν να περιορίσουν τα έξοδά τους, προκειμένου να ανταποκριθούν στις συνεχώς αυξανόμενες υποχρεώσεις.
Το γεγονός ότι οι καταναλωτές συνεχίζουν να αγοράζουν βασικά αγαθά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι διαθέτουν οικονομική άνεση. Τα τρόφιμα, τα είδη καθαρισμού και τα προϊόντα καθημερινής ανάγκης δεν αποτελούν πολυτέλεια. Είναι έξοδα που οι οικογένειες είναι υποχρεωμένες να πραγματοποιούν, ακόμη και όταν το εισόδημά τους δεν επαρκεί.
Πολλοί καταναλωτές έχουν περιορίσει τις αγορές τους, επιλέγουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αναζητούν προσφορές και συγκρίνουν συνεχώς τις τιμές. Αρκετοί αγοράζουν μόνο τα απολύτως απαραίτητα, ενώ προϊόντα που παλαιότερα θεωρούνταν δεδομένα έχουν πλέον μετατραπεί σε είδη που αγοράζονται με δυσκολία.
Έτσι, το ερώτημα δεν είναι απλώς εάν οι πολίτες ψωνίζουν. Το πραγματικό ζήτημα είναι πόσα μπορούν να αγοράσουν με τον μισθό ή τη σύνταξή τους και τι στερούνται για να τα καταφέρουν.
Η μεσαία τάξη πιέζεται από παντού
Η ακρίβεια δεν αφορά μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η μεσαία τάξη βρίσκεται επίσης αντιμέτωπη με αυξημένες πιέσεις, καθώς οι μισθοί δυσκολεύονται να ακολουθήσουν το κόστος ζωής.
Ενοίκια, στεγαστικά δάνεια, ενέργεια, καύσιμα, τρόφιμα, ασφάλειες και έξοδα εκπαίδευσης απορροφούν μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Ακόμη και νοικοκυριά με δύο εισοδήματα συχνά αναγκάζονται να περιορίσουν την κατανάλωση, να αναβάλουν αγορές και να μειώσουν τις αποταμιεύσεις τους.
Η εικόνα αυτή έρχεται σε αντίθεση με την αντίληψη ότι η συνέχιση των αγορών αποδεικνύει πως οι πολίτες διαθέτουν χρήματα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι καταναλωτές αγοράζουν επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή, ενώ ταυτόχρονα περιορίζουν κάθε δαπάνη που δεν θεωρούν απολύτως αναγκαία.
«Μας κοροϊδεύουν και από πάνω», λένε οι επικριτές
Για τους επικριτές της κυβέρνησης, δηλώσεις όπως αυτή του υπουργού δείχνουν αποσύνδεση από την πραγματικότητα των νοικοκυριών. Η φράση «για να ψωνίζουμε, πάει να πει ότι έχουμε» ερμηνεύεται από πολλούς ως υποτίμηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι.
Η αγανάκτηση εντείνεται όταν οι πολίτες ακούν ότι η οικονομία βελτιώνεται, ενώ οι ίδιοι βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται πριν ολοκληρωθεί ο μήνας.
Η κοινωνική πίεση δεν αποτυπώνεται μόνο στις διαμαρτυρίες. Φαίνεται και στις αλλαγές της καταναλωτικής συμπεριφοράς: λιγότερες αγορές, περισσότερη αναζήτηση προσφορών, περιορισμός εξόδων και αυξανόμενη αβεβαιότητα για το επόμενο οικονομικό χτύπημα.
Το ζητούμενο για εκατομμύρια πολίτες δεν είναι να αποδείξουν ότι μπορούν να ψωνίσουν. Είναι να μπορούν να ζουν με αξιοπρέπεια, χωρίς να χρειάζεται να μετρούν κάθε ευρώ μέχρι την επόμενη πληρωμή.
Η ακρίβεια δεν εξαφανίζεται επειδή οι πολίτες συνεχίζουν να αγοράζουν τα απαραίτητα. Και η οικονομική δυσκολία δεν μετριέται μόνο από το εάν υπάρχει συναλλαγή στο ταμείο, αλλά από όσα μένουν απλήρωτα, αναβληθέντα ή στερημένα μετά από αυτήν.